Εδαφος χάνει το αντιεμβολιαστικό κίνημα στη χώρα μας, καθώς σύμφωνα με νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ) αυξήθηκε η εμπιστοσύνη των Ελλήνων αναφορικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Υπό τα δεδομένα αυτά, επικρατεί μια συγκρατημένη αισιοδοξία σε ό,τι αφορά την εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού το 2019, βάζοντας έτσι φρένο σε μελλοντικές επιδημίες.

Η έκθεση με τίτλο «State of Vaccine Confidence in the EU 2018» αποτυπώνει τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης έως τώρα έρευνας σχετικά με τη στάση του πληθυσμού αλλά και των γενικών γιατρών στην ΕΕ έναντι των εμβολίων και των εμβολιασμών.

Οπως σημειώνουν οι συγγραφείς της έκθεσης, το ποσοστό εμπιστοσύνης στα εμβολιαστικά προγράμματα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση ενός υψηλού εμβολιαστικού επιπέδου που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας για τη δημόσια υγεία.

Επιδημικές
εξάρσεις

Σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη όμως οι καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση των εμβολιασμών αλλά και η άρνηση εμβολιασμού έχουν συντελέσει στη μείωση των ποσοστών εμβολιασμού και ανοσοποίησης, με αποτέλεσμα την αύξηση των επιδημικών εξάρσεων. Πρόσφατο παράδειγμα, η επιδημία ιλαράς, η μεγαλύτερη στην ΕΕ κατά τα τελευταία επτά έτη.

Οπως προκύπτει από στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) από το 2017 και έπειτα καταγράφτηκε αύξηση των κρουσμάτων κατά 30%. Οι εκτιμήσεις δε είναι ανησυχητικές για την εφετινή χρονιά καθώς η επέλαση της νόσου συνεχίστηκε δυναμικά και το 2018.

Οι ειδικοί του ΠΟΥ αποδίδουν την επανεμφάνιση της ιλαράς στο γεγονός ότι ο πληθυσμός είχε εφησυχάσει (δεδομένου ότι η συγκεκριμένη ασθένεια αποτελούσε «εφιάλτη» του παρελθόντος), στην αποδόμηση των συστημάτων υγείας αλλά και στις ψευδείς ειδήσεις που κυκλοφορούν κατά κανόνα στο Διαδίκτυο περί επικίνδυνων εμβολίων.

Μοιραία, εκτιμάται ότι συνολικά 110.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της συγκεκριμένης ασθένειας. Το οξύμωρο δε είναι ότι από το 2000 και έπειτα έχουν σωθεί πάνω από 21 εκατομμύρια ζωές εξαιτίας του εμβολιασμού έναντι της ιλαράς.

Η έξαρση της ιλαράς ανά τον κόσμο αποδεικνύει την αναγκαιότητα της έκθεση της ΕΕ, που αφενός καταγράφει τη στάση των Ευρωπαίων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και αφετέρου εμβαθύνει ανά χώρα, αποκαλύπτοντας έτσι τα «δυνατά» και τα «αδύνατα» σημεία σχετικά με τις πολιτικές ευαισθητοποίησης των πολιτών.

Μεγαλύτερη
εμπιστοσύνη

Στο πλαίσιο αυτό καταγράφεται μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ασφάλεια των εμβολίων στην Ελλάδα συγκριτικά με το 2015. Συγκεκριμένα, 28.782 πολίτες ανά την Ευρώπη απάντησαν σε ειδικό ερωτηματολόγιο σχετικά με τον εμβολιασμό γενικά αλλά και ειδικότερα για το μεικτό εμβόλιο ιλαράς – ερυθράς – παρωτίτιδας (εμβόλιο MMR) και το αντιγριπικό.

Αντίστοιχα, ειδικό ερωτηματολόγιο διανεμήθηκε και σε γενικούς γιατρούς ανά την Ευρώπη έτσι ώστε να καταγραφεί κατά πόσον επενδύουν στην πρόληψη, προτείνοντας στους ασθενείς τους να παραμένουν πιστοί στα Εθνικά Εμβολιαστικά Προγράμματα.

Ειδικότερα, το 92,8% των Ελλήνων συμφωνούν ότι είναι σημαντικός ο εμβολιασμός των παιδιών, ενώ σε ό,τι αφορά το MMR το αντίστοιχο ποσοστό πέφτει στο 85,2%, ξεδιπλώνοντας την επιφυλακτικότητα μιας μερίδας γονέων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει δε το γεγονός ότι όταν οι ερευνητές επέμειναν σχετικά με την ασφάλεια του MMR, τότε το ποσοστό των… υπερασπιστών του πέφτει ακόμη περισσότερο φτάνοντας στο 81,5%.

Επιπλέον, το 76,4% των πολιτών στη χώρα μας παραδέχονται ότι ο εμβολιασμός έναντι της εποχικής γρίπης είναι σημαντικό μέτρο, χωρίς να εγείρουν αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλειά του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 82,2% των Ελλήνων σημειώνουν ότι «τα εμβόλια είναι συμβατά με τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις».

Στην πρώτη
τετράδα

Τα ποσοστά αυτά κατέταξαν τη χώρα μας στην πρώτη τετράδα των κρατών-μελών της ΕΕ όπου παρατηρείται αύξηση της εμπιστοσύνης στα εμβόλια. Συγκεκριμένα, η μεγαλύτερη… ανατροπή σημειώθηκε στη Σλοβενία, με την Ελλάδα, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο να ακολουθούν. Αντιστρόφως ανάλογα, στην Πολωνία, στην Τσεχία, στη Φινλανδία και στη Σουηδία, η ανησυχία των πολιτών παρουσιάζει αύξηση.

Σε κάθε περίπτωση, ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία βρέθηκε πως οι νεότεροι ενήλικοι Ευρωπαίοι έχουν λιγότερη εμπιστοσύνη στην ασφάλεια των εμβολίων κατά της ιλαράς και της εποχικής γρίπης αλλά και γενικότερα των εμβολίων σε σχέση με ενηλίκους μεγαλύτερων ηλικιών.

Ενα ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα είναι η συσχέτιση της εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν οι γενικοί γιατροί και της εμπιστοσύνης του γενικού πληθυσμού. Σε εκείνα τα κράτη, όπου οι γιατροί περιβάλλουν με εμπιστοσύνη τα εμβόλια, οι υπέρ των εμβολίων τάσεις στον γενικό πληθυσμό τείνουν να είναι μεγαλύτερες.

Επίσης διαφοροποιήσεις καταγράφονται ανάλογα με τον τύπο των εμβολίων, γεγονός που καταδεικνύει πού πρέπει να στοχεύσει κάθε χώρα ώστε να ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών με στόχο να… σηκώσουν το μανίκι τους.

Σε κάθε περίπτωση, το στοίχημα της εμβολιαστικής κάλυψης στη χώρα μας είναι ιδιαίτερο σημαντικό, εάν συνυπολογίσει κανείς τα στοιχεία που αφορούν τα θύματα της εποχικής γρίπης.

Κατά την περυσινή περίοδο γρίπης (2017-2018), που σημειωτέον έχει χαρακτηριστεί από τους ειδικούς ως ήπια, επικράτησε ο τύπος γρίπης Β και σε μικρότερα ποσοστά οι υπότυποι γρίπης A(H1N1) και A(H3N2).

Μείωση στα κρούσματα γρίπης

Οπως προκύπτει από τα στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), πέρυσι καταγράφηκαν σημαντικά λιγότερα σοβαρά κρούσματα εργαστηριακά επιβεβαιωμένης γρίπης και θανάτων: 107 άνθρωποι νοσηλεύθηκαν σε ΜΕΘ και 42 κατέληξαν ενώ την περίοδο 2016-2017 είχαν νοσηλευθεί σε ΜΕΘ 276 άνθρωποι και είχαν χάσει τη ζωή τους λόγω σοβαρών επιπλοκών 108.

Ωστόσο η πλειονότητα των ασθενών που νοσηλεύτηκαν σε ΜΕΘ ή που απεβίωσαν από εργαστηριακά επιβεβαιωμένη γρίπη δεν είχαν κάνει το αντιγριπικό εμβόλιο, παρότι ανήκαν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για τις οποίες συστήνεται ο εμβολιασμός.

Πιο θετικές ήταν οι παρατηρήσεις σχετικά με τη στάση του υγειονομικού προσωπικού. Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με ανάλυση στοιχείων από 129 νοσοκομεία (108 δημόσια, 18 ιδιωτικά και 3 στρατιωτικά) και 257 Κέντρα Υγείας, πιστοί στο ετήσιο αντιγριπικό εμβόλιο ήταν δύο στους πέντε γιατρούς και ένας στους τρεις νοσηλευτές.

Ετσι, η εμβολιαστική κάλυψη των εργαζομένων ήταν 24,9% στα νοσοκομεία και 40,2% στα Κέντρα Υγείας. Την περίοδο γρίπης 2016-2017 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 18% για τα νοσοκομεία και 34,6% για τα Κέντρα Υγείας, ενώ το διάστημα 2009-2016 τα ποσοστά κυμαίνονταν από 4,4% μέχρι 13% για τα νοσοκομεία και από 16,8% μέχρι 33% για τα Κέντρα Υγείας.