Βρετανία και Μέι στο χείλος της… άτακτης εξόδου

Το ρήγμα στους Συντηρητικούς βαθαίνει όλο και περισσότερο καθώς οι διαπραγματεύσεις έχουν φθάσει σε αδιέξοδο, ενώ οι Εργατικοί πιέζουν για πρόωρες εκλογές

Ανάμεσα στις μυλόπετρες βρίσκεται παγιδευμένη η βρετανίδα πρωθυπουργός Τερέζα Μέι, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει μία από τις πιο δύσκολες δημόσιες πολιτικές προκλήσεις της χώρας της εν καιρώ ειρήνης: τη διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους εταίρους για την έξοδο της Βρετανίας από την ευρωπαϊκή οικογένεια, την ώρα που το ολοένα και πιο βαθύ ρήγμα εντός του συντηρητικού κόμματός της έχει καταστήσει το κλίμα εξαιρετικά τοξικό.
Η ενότητα – βασική προϋπόθεση για κάθε είδους διαπραγμάτευση, πολλώ δε μάλλον για το Brexit – λείπει οδυνηρά από τους Τόρις, οι οποίοι μέσα στον φαύλο κύκλο παλινωδιών και εκατέρωθεν αμφισβητήσεων δεν βοηθούν σε καμία περίπτωση τη θέση τής μειοψηφικής της κυβέρνησης, ενώ καθιστούν τις ήδη περίπλοκες διαδικασίες ιδιαίτερα επίπονες, αν όχι έναν γρίφο για εξαιρετικά δυνατούς λύτες.
Σήμερα ξεκινά το ετήσιο συνέδριο των Συντηρητικών και τα πράγματα διαγράφονται σκούρα για τη Μέι. Ηδη φημολογείται ότι οι υπέρμαχοι της εξόδου, αλλιώς και Brexiteers, προεξάρχοντος του πρώην υπουργού Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, μαζεύουν υπογραφές για πρόταση μομφής εναντίον της, καθώς λένε ότι με μαθηματική ακρίβεια η Μέι θα καταστήσει τη Βρετανία κράτος υποτελές στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Εάν προχωρήσουν στο σχέδιο της ανταρσίας, θα πρέπει 48 βουλευτές να υποβάλουν στο αρμόδιο κομματικό όργανο, την Επιτροπή 1922, επιστολές μομφής και έπειτα το θέμα να έλθει στην ολομέλεια της κοινοβουλευτικής της ομάδας. Αν η πλειοψηφία δώσει πράσινο φως στην πρόταση μομφής, οι Συντηρητικοί θα πάνε σε εσωκομματική εκλογή στην οποία η Μέι δεν θα έχει δικαίωμα να βάλει ξανά υποψηφιότητα. Εκείνος που θα αναδειχθεί επόμενος αρχηγός των Συντηρητικών αυτόματα θα γίνει και πρωθυπουργός της χώρας και άρα θα αναλάβει να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες.
Η απόρριψη των προτάσεων της Μέι για την έξοδο της Βρετανίας από την Ενωση – το λεγόμενο σχέδιο Τσέκερς – στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής στο Σάλτσμπουργκ άφησε σε επισφαλή θέση τόσο την έκβαση των διαπραγματεύσεων Βρυξελλών – Λονδίνου, όσο και την ίδια την πρωθυπουργό. «Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο» δήλωνε μέσω τηλεοπτικού διαγγέλματος η Μέι, η οποία, σύμφωνα με τον Βόλφγκανγκ Μινχάου των «Financial Times», «δεν έχει άλλη εναλλακτική από το να πάει τις διαπραγματεύσεις στα όρια».
Η βρετανίδα πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι οι διαφορές των δύο πλευρών παραμένουν σημαντικές και αξίωσε μια ευρωπαϊκή αντιπρόταση στο σχέδιό της. Σύμφωνα με τον εγχώριο Τύπο, δεν αποκλείεται να αναζητήσει και να επιτύχει μια ισχυρή λαϊκή εντολή μέσω προκήρυξης εκλογών, με στόχο να προωθήσει στο σχέδιο Τσέκερς, ενώ προετοιμάζει το σενάριο του άτακτου Brexit, «το μοναδικό πιθανό σενάριο» όπως προεξοφλεί ο Μινχάου.

Επαμφοτερίζοντες Εργατικοί

«Θα επρόκειτο για εθνική καταστροφή μια άτακτη έξοδος» τόνισε στη διάρκεια της κεντρικής ομιλίας του στο Συνέδριο των Εργατικών στο Λίβερπουλ ο ηγέτης του κόμματος Τζέρεμι Κόρμπιν. «Για τον λόγο αυτόν, αν το Κοινοβούλιο καταψηφίσει μια συμφωνία των Τόρις ή η κυβέρνηση αποτύχει να φτάσει σε οποιαδήποτε συμφωνία, θα πιέσουμε να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές» δήλωσε καταχειροκροτούμενος από τα μέλη των Εργατικών, προσθέτοντας με νόημα ότι «αν (σ.σ.: η Μέι) δεν μπορεί να διαπραγματευτεί μια τέτοια συμφωνία, τότε θα πρέπει να κάνει στην άκρη για να αναλάβει ένα κόμμα που μπορεί».
Οι τοποθετήσεις, και μάλιστα από πρωτοκλασάτα στελέχη υπήρξαν διιστάμενες για το εάν θα πρέπει να τεθεί εκ νέου σε δημοψήφισμα το ερώτημα της παραμονής στην Ενωση. Ο σκιώδης υπουργός Brexit σερ Κιρ Στράμερ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να στηρίξει ένα τέτοιο σενάριο λέγοντας ότι «σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις καταρρεύσουν και εφόσον δεν ευοδωθεί η πρώτη προτίμησή μας για προσφυγή στην κάλπη, τότε η επιλογή είναι η εκστρατεία υπέρ μιας λαϊκής ψήφου και κανένας δεν αποκλείει την παραμονή ως επιλογή». Φράση που ήλθε σε πλήρη αντίθεση με τις τοποθετήσεις του σκιώδους υπουργού Οικονομικών Τζον Μακ Ντόνελ, που υποστήριξε ότι ένα δεύτερο δημοψήφισμα θα πρέπει να αφορά αποδοχή ή απόρριψη της συμφωνίας του Brexit και όχι την υλοποίηση αυτού.

Ολα τα σενάρια είναι πλέον στο τραπέζι

Ακριβώς 180 ημέρες έχουν απομείνει από την ημέρα της 29ης Μαρτίου, οπότε και συμπληρώνονται δύο χρόνια από την ενεργοποίηση του άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, ημερομηνία όπου η χώρα θα βγει επισήμως από την Ενωση. Σύμφωνα με το πρώτο χρονοδιάγραμμα, μέχρι σήμερα θα έπρεπε να υπήρχε συμφωνία τόσο για το Brexit, όσο και για τη διετή μεταβατική περίοδο, όμως ούτε για το ένα, ούτε για το άλλο έχει υπάρξει πρόοδος.
Οι διαπραγματεύσεις έχουν σκαλώσει στα δύο βασικά αγκάθια, το εμπόριο και την αποφυγή των «σκληρών συνόρων» με την Ιρλανδία, ενώ όσο το τοπίο παραμένει θολό, ο αριθμός εκείνων που επιθυμούν την «αγκαλιά» της ευρωπαϊκής οικογένειας έχει αυξηθεί. Πρόσφατη δημοσκόπηση του YouGov αναφέρει ότι συνολικά η υποστήριξη για την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται στο 53% και η υποστήριξη για την έξοδο αγγίζει το 47%.
Καθώς ο χρόνος πιέζει ασφυκτικά, όλα τα σενάρια είναι πλέον στο τραπέζι: από τη μια, μια συμφωνία της τελευταίας στιγμής, η οποία σαφώς θα είναι εντελώς διαφοροποιημένη από όσα έλεγαν οι Brexiteers, μέχρι ένα μη συντεταγμένο Brexit, δηλαδή μια έξοδος χωρίς συμφωνία. Τι θα σημάνει πρακτικά αυτό;
Πρώτο πλήγμα για τους Βρετανούς θα αποτελέσει το εμπόριο. Σήμερα η χώρα εμπορεύεται με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη με βάση τους κοινοτικούς κανόνες. Από τις 29 Μαρτίου και έπειτα το Λονδίνο θα εμπίπτει στους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, δηλαδή θα ενεργοποιηθούν αυτόματα έλεγχοι, με τη Βρετανία να καλείται να καταβάλλει δασμούς σε εισαγωγικά προϊόντα, γεγονός που θα πλήξει αρκετούς τομείς.
Από τα πρώτα πράγματα που θα γίνει άμεσα αντιληπτό στην καθημερινότητα είναι οι τιμές στα ράφια των καταστημάτων και των σουπερμάρκετ. Υπολογίζεται ότι σχεδόν το ένα τρίτο των τροφίμων που καταναλώνεται ημερησίως στη Βρετανία προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ενωση. «Δεν μπορούμε να τραφούμε από μόνοι μας και σε αυτό το μεταίχμιο που βρίσκεται η χώρα το σενάριο έλλειψης τροφίμων μάς κάνει νευρικούς» γράφει η βρετανίδα δημοσιογράφος Λάρα Πρέντεργκαστ στους «New York Times», θυμίζοντας ότι αμέσως μετά το δημοψήφισμα του 2016 το επιχείρημα του Brexit σύντομα μετατράπηκε σε μια μάχη για το φαγητό.
Εξίσου σημαντικό είναι το ζητούμενο με όλους τους ευρωπαίους πολίτες που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και τους Βρετανούς που διαμένουν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Χωρίς συμφωνία, οι πολίτες αυτοί ενδέχεται να χάσουν το νομικό τους στάτους και να βρεθούν ενώπιον δυσάρεστων εκπλήξεων. Στις Βρυξέλλες, πάντως, επιμένουν ότι στόχος είναι να υπάρξει σχέδιο έκτακτης ανάγκης ώστε να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Αβεβαιότητα επικρατεί και για το μέλλον της βρετανικής οικονομίας. Μια έξοδος χωρίς «deal» θα ρίξει τη χώρα σε τροχιά ύφεσης, οδηγώντας μοιραία σε κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας. Αντίθετη άποψη έχουν οι Συντηρητικοί βουλευτές – μέλη της ευρωσκεπτικιστικής ομάδας European Research Group (ERG), οι οποίοι παρέστησαν στα μέσα Αυγούστου στην παρουσίαση της έκθεσης των «Οικονομολόγων υπέρ του Ελεύθερου Εμπορίου». Σύμφωνα με αυτή, αν το Brexit συμβεί χωρίς συμφωνία και η Βρετανία εκπέσει στη διενέργεια εμπορίου με βάση τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, το ΑΕΠ της χώρας θα είναι κατά περίπου 7% μεγαλύτερο σε 15 χρόνια σε σχέση με το σενάριο περιορισμών στο πλαίσιο εμπορικής συμφωνίας με τους Ευρωπαίους.

Η συμφωνία θα κρίνει το μέλλον των Ευρωπαίων που μένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο

Οι επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό και στην κινητικότητα των εργαζομένων θα εξαρτηθούν σημαντικά από τον χαρακτήρα του Brexit, υποστηρίζει ο Ζολτ Ντάρβας, αναλυτής του Ινστιτούτου Bruegel.

Εάν τελικά συμβεί το Brexit, αυτό τι θα σημάνει για τη συνοχή της Ενωσης και για τον κοινοτικό προϋπολογισμό;
«Σε ό,τι αφορά τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως γνωρίζετε υπήρξε μια ψήφος υπέρ του Brexit πριν από δύο και κάτι χρόνια. Πολλοί σχολιαστές προέβλεπαν ότι αυτό θα ήταν ένα τεράστιο σοκ για την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά όπως φάνηκε δεν ήταν. Αλλες χώρες δεν θέλουν να ακολουθήσουν το Ηνωμένο Βασίλειο στην έξοδο. Συμπεραίνω ότι άλλες χώρες δεν θα ακολουθήσουν την πορεία της Βρετανίας κατ’ αρχήν γιατί αυτή η χώρα ήταν πάντοτε ιδιαίτερη. Μερικοί λένε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω και τώρα θα είναι με το ένα πόδι έξω και το άλλο μέσα. Είχε πάντοτε πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και γινόταν συζήτηση ότι αυτή η χώρα θα εγκατέλειπε.
Αλλες χώρες-μέλη έχουν κατά την άποψή μου πολύ ισχυρότερη οικονομική και πολιτική συνεργασία και αλληλεξάρτηση. Δεν νομίζω ότι επειδή μια χώρα αποφάσισε να φύγει θα την ακολουθήσουν άλλες. Είναι απίθανο. Επίσης, όσο βλέπουν οι πολίτες πόσο δύσκολη είναι η διαδικασία της εξόδου και πόσο δύσκολες είναι οι διαπραγματεύσεις, νομίζω ότι οι πολιτικοί τους θα το σκεφτούν δυο φορές. Αναφορικά με τον κοινοτικό προϋπολογισμό, έχουν γραφεί πάρα πολλά. Το πρώτο ζήτημα είναι εάν το Ηνωμένο Βασίλειο θα φύγει κατόπιν συμφωνίας ή θα φύγει με σκληρό Brexit. Εάν υπάρξει σκληρό Brexit, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα συνεισφέρει καθόλου στον προϋπολογισμό, ούτε την περίοδο 2019- 2020, ούτε στο επόμενο χρηματοδοτικό πλαίσιο. Εάν φύγει με συμφωνία, όμως, η χώρα θα πληρώσει πολλά.
Ξέρετε ότι υπήρξε μια συμφωνία τον περασμένο Δεκέμβριο ανάμεσα στις δύο διαπραγματευτικές ομάδες που έλεγε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνεισφέρει την επόμενη διετία στον προϋπολογισμό σαν να ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ότι στη συνέχεια θα τιμήσει όλες τις κοινοτικές υποχρεώσεις που θα έχουν αναληφθεί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020.
Οι υπολογισμοί μας φέρνουν τη βρετανική συνεισφορά στο επόμενο επταετές χρηματοδοτικό πλαίσιο περίπου στα 17 δισ. ευρώ και επιπροσθέτως άλλα 8 δισ. ευρώ τα επόμενα έτη, δηλαδή μετά το ’27. Επιπρόσθετα η Βρετανία, όπως το κάνουν η Νορβηγία και η Ελβετία που δεν είναι μέλη, μπορεί να πληρώνει αδιευκρίνιστο χρηματικό ποσό σε επιμέρους κοινοτικά προγράμματα, όπως τα κονδύλια συνοχής.
Σίγουρα όμως το Brexit θα προκαλέσει ένα μεγάλο χρηματοδοτικό κενό. Την επόμενη επταετία, με σενάριο μη συντεταγμένης εξόδου, υπολογίζουμε ότι θα λείπουν 94 δισ. ευρώ από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ακόμα κι αν υπάρξει όμως συμφωνία, το κενό αυτό θα υπερβαίνει τα 60 δισ. ευρώ. Αυτή τη στιγμή οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και η Κομισιόν πρότεινε το πάγωμα στις δαπάνες συνοχής και αγροτικής πολιτικής».

Θα υπάρχουν επιπτώσεις για τις χώρες του Νότου;
«Οσον αφορά τον αντίκτυπο στον κοινοτικό Νότο, το Brexit έχει πολλές διαστάσεις. Για παράδειγμα, ορισμένοι προβλέπουν ότι η δύναμη επιρροής του Νότου θα είναι μεγαλύτερη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, γιατί αν φύγει η Βρετανία, μια μείζων δύναμη, ο ρόλος των υπολοίπων θα ενισχυθεί. Επίσης, επειδή παραδοσιακά η Βρετανία είχε πιο φιλελεύθερες και φιλικές προς την οικονομία της αγοράς αντιλήψεις, αυτές οι απόψεις ίσως εξασθενήσουν προς όφελος άλλων πολιτικών. Αλλά είναι πολύ νωρίς για εικασίες.
Αυτό που μπορούμε να προβλέψουμε ευκολότερα είναι οι επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό γιατί θα υπάρχουν λιγότερα χρήματα για να μοιραστούν και επειδή παραδοσιακά οι νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες λαμβάνουν περισσότερα κονδύλια, θα έχουν λιγότερα χρήματα. Αλλη μια επίπτωση θα αφορά την κινητικότητα των εργαζομένων, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο ανέκαθεν ήταν δημοφιλής προορισμός μεταναστών από άλλες κοινοτικές χώρες και πλέον έχει εξαγγείλει ότι θα επιβάλει περιορισμούς».

Εχει ξεκαθαρίσει το τοπίο για τα περίπου τρία εκατομμύρια ευρωπαίων πολιτών που διαμένουν και δουλεύουν στη Βρετανία, αλλά και για τους Ευρωπαίους που μελλοντικά θα διαμείνουν στη χώρα για σπουδές και εργασία;
«Οσον αφορά την κατάσταση των τριών εκατομμυρίων Ευρωπαίων που διαμένουν στη Βρετανία και των 7 εκατομμυρίων βρετανών κατοίκων άλλων χωρών της Ενωσης, υπήρχε συμφωνία τον περασμένο Δεκέμβριο ότι τα δικαιώματα αμφοτέρων θα τύχουν εγγύησης. Για παράδειγμα, αυτοί που ήδη διαμένουν για μια πενταετία θα έχουν μόνιμη άδεια παραμονής, γιατί αυτή τη στιγμή στην Ευρωπαϊκή Ενωση όποιος πολίτης μιας χώρας βρίσκεται σε άλλη κοινοτική χώρα για πέντε χρόνια έχει το δικαίωμα να μείνει για πάντα. Και έχει συμφωνηθεί ότι αυτοί οι κανόνες θα εξακολουθήσουν να ισχύουν και για τις δύο πλευρές. Ομως το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτό θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μη συμφωνίας. Εάν υπάρξει συμφωνία θα ισχύσει, εάν όχι τότε θα υπάρξουν νέες διαπραγματεύσεις».

Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk