Παπαγγελής Θεόδωρος Δ. Ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ

Βαδίζοντας και χορεύοντας: «το Βήμα» και η γλώσσα

Στην προσπάθειά τους να ορίσουν την κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην πρακτική και απλώς πληροφοριακή γλώσσα της καθημερινότητας από τη μια μεριά και στη γλώσσα της λογοτεχνίας από την άλλη, οι Ρώσοι Φορμαλιστές στις αρχές του περασμένου αιώνα δοκίμασαν μια σειρά από παρομοιώσεις και μεταφορές, και ίσως η πιο γνωστή από αυτές να είναι εκείνη που βλέπει την πρώτη ως «βάδισμα» και τη δεύτερη ως «χορό»: «ο χορός είναι βάδισμα σχεδιασμένο για να το νιώθεις». Σε κανονικές συνθήκες δεν νιώθεις τις κινήσεις που κάνεις όταν βαδίζεις προς το περίπτερο για να πάρεις εφημερίδα, αλλά νιώθεις τις κινήσεις και τα βήματά σου όταν μερακλωμένος επιδίδεσαι σε βαρύ ζεϊμπέκικο – ακριβώς όπως στο «σύμφωνα με έγκυρες πηγές, η συνάντηση των δύο ηγετών έγινε σε εποικοδομητικό κλίμα και διαπιστώθηκε ταύτιση απόψεων στο ζήτημα του πολέμου στην Ουκρανία κ.λπ.» προσλαμβάνεις το περιεχόμενο χωρίς να σταθείς στις φόρμουλες μιας οικείας και αυτοματοποιημένης διατύπωσης ενώ στο «και τα σπίτια πιο λευκά στου γλαυκού το γειτόνεμα» αισθάνεσαι τη γλώσσα καθεαυτή ως μέρος του μηνύματος.

Και, βέβαια, θα έλεγε κανείς, ουδείς ψόγος. Η λέξη «εφημερίς» είχε εξ αρχής πολύ μετρημένες και ταπεινές φιλοδοξίες, πριν από την τρέχουσα χρήση της αναφερόταν κατά κανόνα σε ημερολογιακές καταγραφές πρακτικής φύσης και από την ίδια την ετυμολογία της παρέπεμπε πάντα στις βραχείες προθεσμίες της ημέρας και του εφήμερου όπου επείγει η είδηση καθεαυτή και όπου μικρή σημασία έχει το υφολογικό πακετάρισμα μιας πληροφορίας η οποία στην προοπτική της επόμενης μέρας είναι λίγο-πολύ αναλώσιμη.

Ασφαλώς, η αντίθεση ανάμεσα σε ένα τυποποιημένο ειδησεογραφικό ανάγνωσμα-άκουσμα και σε έναν λυρικό αδάμαντα από τον Ελύτη είναι σκόπιμα υπερβολική, ωστόσο κάτι από τη διαφορά που λέγαμε πρέπει να γίνεται αντιληπτή από τους αναγνώστες που περνούν από τις σελίδες του πολιτικού, ας πούμε, ρεπορτάζ στις ένθετες «Νέες Εποχές» ή στα περί Βιβλίων του «Κυριακάτικου Βήματος», και ίσως ακόμη περισσότερο στις επιφυλλίδες, που κάποτε περίοπτες και πρωτοσέλιδες έγιναν προθήκη για τη γραφίδα προσωπικοτήτων που άλλο δεν είχαν κατά νου πάρεξ γλώσσα και πολιτισμό.

Η «μεγάλη καθημερινή πολιτική και οικονομική εφημερίς» που δρομολογήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 1922 πρωτοπόρησε στη συστέγαση «εφήμερων σπερμάτων» (όπως θα έλεγε ο αείμνηστος Γιώργος Σαββίδης) και κειμένων του Τερζάκη, του Βενέζη, του Δημαρά και άλλων που άφηναν το στίγμα τους πολύ πιο πέρα από το «ες παραχρήμα ακούειν».

Και μιλώ για κάτι πιο πρόσφατο και πολύ πιο προσωπικό όταν ανακαλώ σήμερα την αγαπημένη αίσθηση που με έπαιρνε όταν περνούσα από τα πεζοπόρα τμήματα του «Κυριακάτικου» στις γλωσσικές χορογραφίες του Δημήτρη Μαρωνίτη.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη γλωσσική προίκα που κομίζουν τα πρόσωπα, ο δημοσιογραφικός λόγος είναι συνάρτηση συλλογικά διαμορφωμένης κουλτούρας, το βάθος και ο πλούτος της οποίας αντανακλώνται σε όλο το φάσμα της ύλης. Για όποιον έχει τη σχετική εμπειρία, διδακτική από αυτήν την άποψη είναι η σύγκριση της γλώσσας που χρησιμοποιούν οι λεγόμενες βρετανικές tabloid με αυτήν των «Times» και του «Guardian», όπου ακόμη και τα αμιγώς πολιτικά άρθρα, οι ποικίλες αναλύσεις ή τα ρεπορτάζ διατίθενται πολύ συχνά ως αραβουργήματα ύφους, ενώ και τα ελάσσονος σημασίας ειδησάρια μπορεί να αγλαΐζονται από κομψή ειρωνικότητα και λογοπαικτική ευρηματικότητα. Πιστεύω ότι τέτοια χαρακτηριστικά, ακόμη και οι πιο σεσοφισμένες εκδοχές του βρετανικού χιούμορ, μπορούν σε μεγάλο βαθμό να καλλιεργηθούν και να ευδοκιμήσουν στο πλαίσιο μιας ποιοτικής δημοσιογραφικής και εκδοτικής κουλτούρας.

Και αν αυτό ήταν πάντα ευκταίο, σήμερα είναι και ευκταίο και ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του έγκυρου δημοσιογραφικού λόγου σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο όπου ο τελευταίος υφίσταται όχι μόνο τον θεμιτό ανταγωνισμό από τα «πτερόεντα έπη» της τηλοψίας αλλά και δολιοφθορές: θυμικοί ερασιτέχνες και δύσαρθροι στενογράφοι της πληροφόρησης και της ανάλυσης που έχουν τη μονιά και τη γωνιά τους σε νέα δίκτυα προστέθηκαν στη γνωστή και μη εξαιρετέα κίτρινη φάλαγγα. Και επειδή, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ο άμεσος κίνδυνος μοιάζει να είναι, και είναι, η βαριά σκοπούμενη βλάβη της πραγματικότητας και της αλήθειας, ο άλλος κίνδυνος είναι η ασεβής αμεριμνησία απέναντι ή και η ασέλγεια πάνω στη γλώσσα.

Πριν από εκατό χρόνια το «Βήμα» ξεκίνησε «ελεύθερον» ως δημοσιογραφικό ηχείο του πολιτικού προγράμματος εκσυγχρονισμού της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Καθ’ οδόν ως συνοδίτης της γενιάς του ’30, αργότερα ως πολυεφημερίδα με τα τιμαλφή πολιτιστικά και βιβλιοφιλικά ένθετά της, πρωτοπόρο σε αλλαγή δημοσιογραφικού παραδείγματος, πάντα εύκρατη ζώνη για την ελεύθερη σκέψη, υπήρξε το περίοπτο εντευκτήριο γραφιάδων που νοιάζονταν στοργικά τη γλώσσα και, γενναιόδωρα φιλοξενούμενοι στις εφήμερες στήλες του, δίδαξαν γλώσσα.

Μακάρι και σήμερα, τόσο στην ηλεκτρονική όσο και στην έντυπη υπόστασή του, να συνεχίσει να πρωτοπορεί ως λαμπρό οξύμωρο εφήμερου βήματος για τις διηνεκείς αξίες της γλώσσας και του πολιτισμού. Ως συνεργός και εμπλεκόμενος στο οξύμωρο για κάμποσα χρόνια, βλέπω με μεγάλο ενδιαφέρον και ικανοποίηση τη θεωρία και την πρακτική της δημοσιογραφίας να παίρνει τη θέση που της αξίζει σε επίπεδο πανεπιστημιακής διδασκαλίας και έρευνας και, αν δεν είναι υπερβολικά ρομαντικό ή ιδιοσυγκρασιακό, η εγκάρδια ευχή μου για το εκατοντάχρονο «Βήμα» είναι η ακόμα πιο δραστική ώσμωση ανάμεσα στους βαδιστές και τους χορευτές του.

ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ