• Αναζήτηση
  • Τροχοπέδη για την ανάπτυξη η υψηλή φορολογία

    διο

    Η επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης, καθώς και η πρόοδος στην εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, είχαν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής και ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη, οδηγώντας σταδιακά σε επιστροφή καταθέσεων, χαλάρωση των κεφαλαιακών περιορισμών και μείωση της εξάρτησης των ελληνικών τραπεζών από την έκτακτη χρηματοδότηση από την Κεντρική Τράπεζα.

    Η θετική αυτή εξέλιξη θα σταθεροποιηθεί και θα ενισχυθεί περαιτέρω υπό την προϋπόθεση ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα διευρυνθούν και η δημοσιονομική προσαρμογή που έχει επιτευχθεί δεν θα τεθεί σε κίνδυνο. Τα δύο αυτά στοιχεία είναι απαραίτητα για να ανακτηθεί η αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας και η εμπιστοσύνη των αγορών, καθώς η ομαλή χρηματοδότηση του χρέους από τις αγορές παραμένει το πιο θεμελιώδες πρόβλημα της οικονομίας μας.

    Η συγκυρία λοιπόν που διαμορφώνεται σταδιακά στην ελληνική οικονομία και αντιστοίχως και στο τραπεζικό σύστημα αναμένεται να βελτιώσει αισθητά τις δυνατότητες χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών κατά το 2019.

    Ωστόσο, η διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων σε υψηλά επίπεδα, στον βαθμό μάλιστα που αυτά τροφοδοτούνται από την υψηλή φορολογία, αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Αντίστοιχα, σοβαρή προϋπόθεση σταθεροποίησης και επιτάχυνσης της ανάπτυξης είναι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, καθώς οι επενδύσεις, που είναι η πλέον βασική προϋπόθεση για την επίτευξη υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης, δεν ανακάμπτουν με τον επιθυμητό ρυθμό.

    Σε αυτή την προσπάθεια οι ελληνικές τράπεζες θα παίξουν, και είναι σε θέση να το κάνουν, καθοριστικό ρόλο. Η ενίσχυση της καταθετικής τους βάσης σε συνδυασμό με την αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων που δίνουν πρόσβαση σε κεφάλαια μέσω εγχώριων και ευρωπαϊκών πόρων, θα τους επιτρέψει να ανταποκριθούν πιο ενεργά στις ανάγκες χρηματοδότησης των παραγωγικών, επιχειρηματικών και επενδυτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας.

    Οι ελληνικές τράπεζες είναι κεφαλαιακά επαρκείς και άρα ανθεκτικές σε ενδεχόμενους μελλοντικούς κινδύνους, όπως επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) που διενεργήθηκε από την ΕΚΤ τον Μάιο 2018. Σημειώνεται ότι δεν προέκυψε καμιά κεφαλαιακή ανάγκη ως αποτέλεσμα της άσκησης, ενώ εξομαλύνονται τα θεμελιώδη μεγέθη τους και επιστρέφουν οι καταθέσεις, οι οποίες αυξήθηκαν κατά €10 δισ. από την έναρξη του 2018 μέχρι και τα τέλη Οκτωβρίου και διαμορφώθηκαν σε €148 δισ.

    H μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να είναι το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs). Η προσπάθεια που καταβάλλεται έχει αξιοσημείωτα αποτελέσματα, καθώς καταγράφεται σημαντική μείωση των NPEs και επιτυγχάνονται οι στόχοι.

    Οι προοπτικές στο θέμα αυτό διαγράφονται θετικές, καθώς το θεσμικό πλαίσιο έχει εμπλουτιστεί, οι τράπεζες έχουν δραστηριοποιηθεί έντονα και ήδη δραστηριοποιούνται αρκετές εταιρείες διαχείρισης πιστωτικών απαιτήσεων με αποτέλεσμα να επιταχυνθούν οι πωλήσεις χαρτοφυλακίων NPEs εντός του 2018 σε μια δευτερογενή αγορά που ενεργοποιήθηκε το 2017. Είναι ενθαρρυντικό ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον για παρόμοιες συναλλαγές παραμένει αμείωτο.

    Παράλληλα, οι πρόσφατες προτάσεις τόσο του υπουργείου Οικονομικών όσο και της Τράπεζας της Ελλάδος εντάσσονται προς την κατεύθυνση συστημικής επίλυσης του θέματος των NPEs στη χώρα μας.

    Θα ήθελα να επισημάνω εδώ ότι τα αποθέματα των NPEs της Τράπεζας Πειραιώς βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 24 μηνών και οι επιδόσεις αυτές ενισχύονται από χαμηλότερες εισροές νέων δανείων σε καθυστέρηση, αύξηση των εισπράξεων και της «θεραπείας» NPEs, με ενίσχυση μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων, αλλά και με υποχώρηση της επαναθέτησης ρυθμίσεων. Η επιτυχία του σχεδιασμού μας εξαρτάται από τον συνδυασμό όλων των εργαλείων διαχείρισης και στην κατεύθυνση αυτή η Τράπεζα θα δώσει έμφαση σε δραστικές αναδιαρθρώσεις, ενώ προχωρεί και σε πωλήσεις δανείων.

     

    Για την Τράπεζα Πειραιώς η κορυφαία στρατηγική επιλογή είναι η ολοκληρωμένη και αποτελεσματική στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και ειδικότερα των επιχειρήσεων που επενδύουν στην εξωστρέφεια και στην καινοτομία, σε τομείς που έχουν σημαντικές προοπτικές και πολλαπλασιαστικά αναπτυξιακά οφέλη.

     

    Η Τράπεζα Πειραιώς κατέχει την πρώτη θέση στις χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων, με μερίδιο αγοράς περίπου 35%, ενώ διατηρεί πελατειακή σχέση με το 80% των σημαντικότερων επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Στόχος είναι η ετήσια αύξηση των συνολικών νέων χρηματοδοτήσεων να φτάσει στο τέλος του 2020 τα €5 δισ. ετησίως από €3 δισ. το 2018. Για το 2019 οι νέες χρηματοδοτήσεις θα ξεπεράσουν τα €3,5 δισ. Εμφαση θα δοθεί στη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες προβλέπεται να ξεπεράσουν το  €1 δισ.

    Με τον τρόπο αυτόν η Τράπεζα Πειραιώς στηρίζει αποτελεσματικά την αναγκαία μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα είναι προσανατολισμένο στις επενδύσεις, στην εξωστρέφεια, στην καινοτομία, στην υψηλής ποιότητας πρωτογενή παραγωγή και στην αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας. Ετσι, θα δημιουργηθούν στέρεα θεμέλια για βιώσιμη ανάπτυξη, καταπολέμηση της ανεργίας, αντιστροφή του brain drain και τελικά για μια οικονομία ανθεκτική στους όποιους ενδεχόμενους κλυδωνισμούς στο διεθνές περιβάλλον.

     

    Ο κ. Χρήστος Μεγάλου είναι διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς.

     

    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk