• Αναζήτηση
  • Μικρές μυθολογίες

    Τα «Μπαράκια» του Γερμανού

    Ο πρώτος δίσκος του Βαγγέλη Γερμανού, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1981, σηματοδοτεί την έναρξη μιας ολόκληρης εποχής για το ελληνικό τραγούδι που χαρακτηρίζεται από την έντονη εμφάνιση των τραγουδοποιών, δημιουργών δηλαδή που αναλάμβαναν τόσο τη μουσική όσο και τον στίχο αλλά και την ερμηνεία. Μια σχολή που από κάποιους ονομάστηκε «εξομολογητική» λόγω του πιο εσωτερικού και προσωπικού στίχου, αλλά και του τρόπου που παρουσιαζόταν το τραγούδι.
    Βέβαια, αυτή η λειτουργία (δημιουργοί που τα έκαναν όλα μόνοι τους) δεν ήταν κάτι καινούργιο, αντιθέτως ήταν πολύ παλιό, από την εποχή του Αττίκ ακόμη, ο οποίος είχε γράψει στίχο και μουσική σε πολλά από τα τραγούδια του τα οποία ερμήνευσε ο ίδιος. Επίσης τόσο ο Μάρκος Βαμβακάρης όσο και ο Βασίλης Τσιτσάνης ερμήνευσαν σε πρώτη εκτέλεση τραγούδια που έγραψαν οι ίδιοι, για να καταλήξουμε βέβαια στον Διονύση Σαββόπουλο, που από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ορίζει διά παντός το όριο της τραγουδοποιίας στο ελληνικό τραγούδι.
    Ομως τα «Μπαράκια» του Γερμανού σαν να απελευθέρωσαν όσους είχαν τραγούδια στο συρτάρι τους, γραμμένα επάνω στη φωνή τους, η οποία μπορεί να μην ήταν κοντά στις μεγάλες πανεθνικές φωνές των σπουδαίων ερμηνευτών μας, αλλά φαινόταν πως ήταν οι πλέον πειστικές για να πουν αυτά τα τραγούδια.
    (Σημειώνω και την εμφάνιση, λίγα χρόνια πριν, του Θανάση Γκαϊφύλλια.)
    Το τρίπτυχο συνθέτης – στιχουργός – ερμηνευτής είχε αρχίσει να υποχωρεί, όπως και η εμφάνιση στη δισκογραφία των μεγάλων συνθετών μας, οι οποίοι γίνονταν όλο και πιο ακριβοθώρητοι.
    Μέσα σε εκείνη τη δεκαετία ακούσαμε πρώτη φορά τον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα – με τον εμβληματικότερο ίσως δίσκο τραγουδοποιών στην ελληνική δισκογραφία, τα «Ζεστά ποτά» -, τον Διονύση Τσακνή, τον Σωκράτη Μάλαμα, τον Βασίλη Καζούλη, τον Νίκο Ζιώγαλα, τον Νικόλα Ασιμο και λίγο αργότερα τον Ορφέα Περίδη, τον Μίλτο Πασχαλίδη, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, τον Χρήστο Θηβαίο, τον Φοίβο Δεληβοριά και αρκετούς άλλους.
    Ορισμένοι έγραψαν και εξαιρετικά τραγούδια που τα έδωσαν σε μεγάλους ερμηνευτές, ακόμη και λαϊκά, εμπλουτίζοντας με τη δυναμική τους έναν κώδικα τραγουδιού που έδειχνε αμήχανο στους νέους καιρούς.
    Αν κάτι πρέπει να πιστώσουμε στους τραγουδοποιούς, πέρα από τα τραγούδια τους, είναι πως λειτούργησαν σαν μια φωλιά αισθήματος στο ελληνικό τραγούδι – και σαν ανάχωμα – σε μια εποχή που η «υποχώρηση» των μεγάλων συνθετών άφηνε ένα τεράστιο κενό, την ίδια ώρα που παραδίπλα θέριευε το τραγούδι της πίστας.
    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk