Ακριβώς τρεις μήνες μετά τις εκλογές, η Ελλάδα γνωρίζει ένα εντελώς καινούργιο σύστημα διακυβέρνησης: μια προεδρική πρωθυπουργία.

Ο Πρωθυπουργός με ακατάπαυστη κινητικότητα και αξιοζήλευτη ενεργητικότητα είναι «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».

Στη Νέα Υόρκη για τον ΟΗΕ και στην Αλεξανδρούπολη για την άσκηση των Ενόπλων Δυνάμεων, στο Μαξίμου για το Μεταναστευτικό και στη Βοιωτία για τον Μυτιληναίο, στην Ηπειρο για τη διαχείριση απορριμμάτων, στο Μουσείο Γουλανδρή για τα εγκαίνια και στην κηδεία του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα… Παντού και για όλα!

Τον Πρωθυπουργό περιστοιχίζει ένα πολυάριθμο επιτελείο της προσωπικής του επιλογής – το «staff» που θα έλεγαν στον Λευκό Οίκο… Η σύζυγος και η οικογένεια είναι μέρος της δημόσιας εικόνας του. Ενώ οι υπουργοί δύσκολα παίρνουν πρωτοβουλία «αν δεν ρωτήσουμε τον Κυριάκο».

‘Η έστω το Μαξίμου.

Ο δε Κυριάκος ουδόλως αποστρέφεται να ασχοληθεί όχι μόνο με τα ουσιώδη αλλά και με ζητήματα που δύσκολα εμπίπτουν στην κυρίαρχη ατζέντα μιας διακυβέρνησης, όπως το οικόπεδο στο Μάτι, ο βόρειος οδικός άξονας Κρήτης ή ο αντικαπνιστικός νόμος.

Αυτούς τους τρεις πρώτους μήνες μόνο δύο υπουργοί φαίνεται να ξεχωρίζουν: ο Αδωνις και ο Χρυσοχοΐδης.

Κυρίως επειδή σηκώνουν εκ των πραγμάτων το βάρος των δύο βασικών πυλώνων της κυβερνητικής ατζέντας, που είναι η ανάπτυξη-επενδύσεις και η ασφάλεια-Μεταναστευτικό.

Ακόμη κι εκεί όμως ο Πρωθυπουργός είναι παρών. Βλέπει προσωπικά επενδυτές και συζητεί με ευρωπαίους υπουργούς για τις μεταναστευτικές ροές.

Σε πολιτικά συστήματα όπως το αμερικανικό ή (ακόμη πιο κοντά μας) το γαλλικό, η «προεδρική πρωθυπουργία» του σημερινού Μητσοτάκη θα ήταν ασφαλώς κάτι πιο οικείο.

Αλλά στην κοινοβουλευτική Ελλάδα τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα.

Τέτοιο μοντέλο προσωπικής πρωθυπουργίας δεν έχουμε ξανασυναντήσει ούτε από τους μεγάλους πρωθυπουργούς της Μεταπολίτευσης. Τον Καραμανλή, τον Ανδρέα, τον Μητσοτάκη πατέρα ή τον Κώστα Σημίτη.

Είναι άραγε ένα σύστημα διακυβέρνησης αναποτελεσματικό ή μήπως επιζήμιο; Σίγουρα δεν είναι συνηθισμένο και μάλλον είναι άγνωστο.

Τη βασική παρατήρηση πάντως την έχει διατυπώσει προ πολλού ο Τενγκ Χσιάο Πινγκ. «Ασπρη γάτα, μαύρη γάτα, η καλή γάτα είναι εκείνη που πιάνει τα ποντίκια». Στην πολιτική όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος.

Συνεπώς το μοντέλο διακυβέρνησης του Μητσοτάκη μπορούμε προς το παρόν μόνο να το περιγράψουμε. Θα αξιολογηθεί και θα κριθεί από τα αποτελέσματα της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. Ακόμη είναι νωρίς.

Υποθέτω πάντως ότι η βασική σκέψη του Πρωθυπουργού δεν είναι παράλογη. «Αφού ο Πρωθυπουργός πληρώνει στο τέλος τον λογαριασμό, καλό είναι να τσεκάρει τι θα πληρώσει!». Τουλάχιστον θα έχει την ευθύνη των πράξεων και των παραλείψεων που ούτως ή άλλως θα του πιστωθούν ή θα του χρεωθούν.

Φυσικά δεν είναι ο πρώτος που το αντιλαμβάνεται. Απλώς έως τώρα οι κυβερνήσεις είχαν τη λογική να λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας του Πρωθυπουργού.

Ο Μητσοτάκης αντιθέτως ανέβηκε εκείνος από την πρώτη στιγμή στην πρώτη γραμμή και χωρίς να πάρει ανάσα. Ο Πρωθυπουργός είναι η κυβέρνηση και κυβέρνηση είναι ο Πρωθυπουργός.

Θα δούμε λοιπόν τι θα γίνει. Αλλά τρεις παράγοντες νομίζω ότι θα παίξουν ρόλο.

Πρώτος και καλύτερος, ο ίδιος ο Μητσοτάκης. Αφενός έχει ξεκινήσει με σπριντ έναν Μαραθώνιο. Είναι ένα ερώτημα αν θα αντέξει, ακόμη και σε επίπεδο φυσικής κατάστασης!

Ούτως ή άλλως πάντως κάποια στιγμή θα χρειαστεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια προσωπική πρωθυπουργία και μια μοναχική πρωθυπουργία.

Δεύτερον, το σύστημα γύρω από τον Μητσοτάκη. Δυστυχώς δεν είμαστε Αμερική, ούτε Γαλλία.

Και στην Ελλάδα τα πρωθυπουργικά συστήματα έχουν πάντα την ίδια περίπου σύνθεση: 20% ικανοί, 30% ανίκανοι και 50% περιττοί. Δεν βλέπω γιατί η ποσολογία θα αλλάξει.

Και τρίτον; Τα αποτελέσματα!

Αδύνατο

Μιλώντας στην ΚΕ του ΚΙΝΑΛ, η Φώφη Γεννηματά είπε δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι ζούμε «σε μια κοινωνία που έχει αλλάξει σύνθεση, ταυτότητα, προσανατολισμό και έμαθε μόνη της να τα βγάζει πέρα».

Δεύτερον, ζήτησε «στροφή τώρα στις ρίζες, στις σοσιαλιστικές μας ρίζες, για να βρούμε απαντήσεις με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον».

Μάλιστα. Αλλά πώς θα βρούμε τις απαντήσεις για να κοιτάξουμε το μέλλον μέσα σε μια κοινωνία που αλλάζει αλλά επιστρέφοντας στις σοσιαλιστικές ρίζες, δηλαδή στο παρελθόν;

Ομολογώ ότι δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Οχι μόνο ακούγεται κάπως αντιφατικό αλλά μπορεί και να στραβολαιμιάσεις.

Ευτυχώς φαίνεται πως για το ΚΙΝΑΛ τίποτα δεν είναι αδύνατο.