• Αναζήτηση
  • Πώς θα αποφύγουμε ένα νέο Μάτι

    Πολεοδόμοι και επιστήμονες της Ακαδημίας Αθηνών υποστηρίζουν ότι με χωροταξική και πολεοδομική ανασυγκρότηση θα αποφευχθούν νέες τραγωδίες

    Γενναίες παρεμβάσεις στον χώρο, με πυρασφαλείς όρους δόμησης, σταδιακό περιορισμό της εκτός σχεδίου δόμησης, αλλά και ανάπτυξη σχεδίων διαχείρισης της βλάστησης, ιδίως όταν πρόκειται για περιαστικά δάση, προτείνονται μεταξύ άλλων από επιστήμονες οι οποίοι μελέτησαν τις πρόσφατες καταστροφές σε Μάτι και Μάνδρα. Με ορίζοντα τις μικρότερες περιόδους επαναφοράς των ακραίων φαινομένων, προτείνουν χωροταξικό επανασχεδιασμό σε οικιστικές και μη περιοχές, καθώς και αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
    Χωρίς να αμφισβητούνται οι τεράστιες ευθύνες του κυβερνητικού μηχανισμού, οι μελετητές ερευνούν το υπόβαθρο της καταστροφής που αναπτύχθηκε διαχρονικά και διακομματικά και θεμελιώθηκε σε μια σαθρή πολεοδομική πολιτική, με τις ευθύνες της οικιστικής «αναρχίας» να βαρύνουν την εκάστοτε διοίκηση αλλά και οργανωμένα και διαχρονικά συμφέροντα.
    Το γεγονός ότι δεν είχαν υπάρξει στο παρελθόν ανάλογης βαρύτητας φαινόμενα οφείλεται σε δύο λόγους, σύμφωνα με τα πρώτα συμπεράσματα επιστημονικής συνάντησης που οργάνωσε προ ημερών ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ). Αφενός, η συνεχιζόμενη, έως και σήμερα, συσσώρευση πολεοδομικών προβλημάτων έχει οδηγήσει πλέον στην υπέρβαση ενός κρίσιμου ορίου πέραν του οποίου οι κίνδυνοι αυξάνονται εκθετικά. Αφετέρου, η εξελισσόμενη αλλά και εντεινόμενη μεσο-μακροπρόθεσμα κλιματική αλλαγή οδηγεί, σύμφωνα με τους πολεοδόμους, συχνότερα σε έντονα ακραία καιρικά φαινόμενα, στα οποία είναι εξαιρετικά ευάλωτες οι οικιστικές περιοχές που δεν έχουν διαμορφωθεί ορθολογικά από έναν πολεοδομικό σχεδιασμό, όπως συμβαίνει τόσο στις περιοχές αυθαιρέτων όσο και σε μη πολεοδομημένους οικισμούς.

    Τα ακραία φαινόμενα ήρθαν για να μείνουν

    Τις επιπτώσεις των αλλαγών στο κλίμα και τη σύνδεσή τους με τα ακραία φαινόμενα – με επίκεντρο τις τραγωδίες στο Μάτι και στη Μάνδρα Αττικής – ερευνά η επιστημονική ομάδα του Κέντρου Ερεύνης Φυσικής της Ατμοσφαίρας και Κλιματολογίας της Ακαδημίας Αθηνών, με επιστημονικό υπεύθυνο τον ακαδημαϊκό κ. Χρήστο Ζεφεφό και συνερευνητή τον κ. Ιωάννη Καψωμενάκη.
    «Η αποσταθεροποίηση του κλίματος της Ελλάδος από την ανθρώπινη παρέμβαση έχει αρχίσει να λειτουργεί τουλάχιστον τα τελευταία 40 χρόνια και προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί και για τα προσεχή 100 χρόνια. Η συχνότητα εμφάνισης ακραίων καιρικών καταστάσεων στη χώρα μας θα ενταθεί τις προσεχείς δεκαετίες. Καταδεικνύεται από όλα τα επιστημονικά μοντέλα που επεξεργαστήκαμε τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει άμεση ανάγκη επανασχεδιασμού του θεσμικού πλαισίου για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή ακραίων φαινομένων όπως πυρκαγιές, πλημμύρες και άλλα συνεργιστικά φαινόμενα» τονίζει ο κ. Ζερεφός.
    Οπως επισημαίνει, υπάρχει ανάγκη καθορισμού της τρωτότητας οικιστικών και μη περιοχών και χωροταξικού επανασχεδιασμού λόγω των μικρότερων περιόδων επαναφοράς των ακραίων περιβαλλοντικών γεγονότων. Είναι αξιοσημείωτο ότι σύμφωνα με το πρώτο μέρος της μελέτης της Ακαδημίας Αθηνών, το οποίο έχει ολοκληρωθεί, τα περασμένα 100 χρόνια παρατηρείται αύξηση των ημερών (κατά 10 ή και περισσότερες) με ισχυρό καύσωνα, άνω των 41 βαθμών Κελσίου. Στο πλαίσιο μελέτης για την κλιματική αλλαγή της Τράπεζας της Ελλάδος, υπολογίστηκε ότι στο τέλος του 21ου αιώνα η αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας θα προσεγγίσει στην ηπειρωτική Ελλάδα τους τρεις βαθμούς Κελσίου (μετριοπαθές σενάριο) έως και τους πέντε βαθμούς (ακραίο σενάριο).
    Απαραίτητη, όπως υπογραμμίζει ο κ. Ζερεφός, είναι η άμεση ανάπτυξη σχεδίων τεκμηριωμένης διαχείρισης της βλάστησης, ιδίως όταν πρόκειται για περιαστικά δάση που έχουν αναδασωθεί με δέντρα που δεν ενδημούσαν στις αρχές του 20ού αιώνα. «Τα περιαστικά δάση που υπήρχαν στα μέσα του 19ου αιώνα στην Αττική επεκτείνονταν προς τον Υμηττό, το Πεντελικό όρος και σε πολύ μικρότερη κλίμακα στο όρος Αιγάλεω. Η μόνη περιοχή του Πεντελικού όρους στην οποία ο Δημήτριος Αιγινήτης προσδιόριζε την ύπαρξη πευκοδάσους είναι η περιοχή του Σχινιά με επεκτάσεις προς την περιοχή που κάηκε πρόσφατα» αναφέρει. Επισημαίνει μάλιστα ότι καθώς τα καιρικά πρότυπα δεν μπορούν να αλλάξουν, μια διαθέσιμη επιλογή είναι μέσω τροποποίησης της βλάστησης και των προτύπων καύσιμης ύλης, ώστε να μειωθεί και να ελεγχθεί η δραστηριότητα των δασικών πυρκαγιών.
    Στα αποτελέσματα των προσομοιώσεων, μεταξύ άλλων, παρατηρήθηκε μια καθαρά αυξητική τάση στο μελλοντικό μέγεθος των πυρκαγιών. Η μέση καμένη έκταση (ανά προσομοιωμένη πυρκαγιά) ενδέχεται να αυξηθεί από 3.340 στρέμματα σήμερα σε 5.890 στρέμματα στο μέλλον, ήτοι αύξηση 76%. Το ίδιο και η διάρκεια της ξηρής περιόδου θα αυξηθεί επιπλέον κατά 40 ημέρες έως το 2100, όπως και η ένταση του ανέμου κατά το θέρος κατά 10%, με μείωση της σχετικής υγρασίας και επιμήκυνση του αριθμού των ημερών με εξαιρετικά αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιάς (ξεπερνούν τις 40 ημέρες στο τέλος του 21ου αιώνα). Οσον αφορά τις βροχές και τις πλημμυρικές καταστάσεις στην Ελλάδα, προκύπτει μείωση της βροχής (5%-20%) κατά το τέλος του 21ου αιώνα, ενώ αντίθετα παρατηρείται ραγδαία αύξηση των ακραίων βροχοπτώσεων, γι’ αυτό επιβάλλονται αυστηροί χωροταξικοί σχεδιασμοί που θα ενσωματώνουν τους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή.

    Χωρική «αναρχία» στον δομημένο χώρο

    Την εκκίνηση, κατά το συντομότερο δυνατόν, του προγράμματος εκπόνησης Τοπικών Χωρικών Σχεδίων σε όλους τους δήμους της χώρας προτείνουν τα μέλη του ΣΕΠΟΧ. Ενα τέτοιο πρόγραμμα θα θεσμοθετήσει χρήσεις γης σε όλη την Ελλάδα και θα συμβάλει αποφασιστικά στον περιορισμό ή ακόμη και, κατά περιπτώσεις, στην κατάργηση της εκτός σχεδίου δόμησης στην πράξη. Επίσης, οι πολεοδόμοι προτείνουν την εκπόνηση ειδικών χωρικών σχεδίων για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών. Τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια περιελάμβαναν ήδη από τη δεκαετία του ’80 και τέτοια σχέδια, τα οποία προσδιορίζουν χώρους συγκέντρωσης του κοινού και εναλλακτικές προσβάσεις σε αυτούς. Ομως ποτέ δεν λήφθηκαν σοβαρά υπ’ όψιν από τους αρμόδιους φορείς διαχείρισης των καταστροφών, ούτε συντονίστηκαν με τον σχεδιασμό πολιτικής προστασίας. Κομβική παρέμβαση ώστε να μπει  φρένο στη χωρική «αναρχία» θα είναι και η συγκέντρωση όλων των χωρικών αρμοδιοτήτων στο υπουργείο Περιβάλλοντος, καθώς σήμερα είναι διασκορπισμένες στο υπουργείο Οικονομικών (για αιγιαλό και παραλία), στο υπουργείο Τουρισμού (για τουριστικές εγκαταστάσεις), ακόμη και στην Εκκλησία.
    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πρώτα στοιχεία υπό εξέλιξη μελέτης που παρουσίασε στη συνάντηση του ΣΕΠΟΧ μελετητική ομάδα μηχανικών, αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων, τοπογράφων (Παναγιώτης Γκοιμίσης, Βασίλειος Γκοιμίσης, Κωνσταντίνος Λογοθέτης, Βασιλική Χαραλαμπίδου, Δανάη Μελιτά), αναλύοντας τις περιπτώσεις της πλημμύρας στη Μάνδρα και της πυρκαγιάς σε Νέο Βουτζά – Μάτι υπό το πρίσμα της σχέσης κλιματικής αλλαγής και χωρικού σχεδιασμού. Εξετάζοντας την πολεοδομική κατάσταση στην ελληνική επικράτεια προέκυψαν ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τις δομημένες περιοχές, όπως:
    n Το 77% δεν έχει πολεοδομηθεί. Σε αυτές τις δομημένες περιοχές, κατά τεκμήριο, δεν υπάρχει το απαιτούμενο δίκτυο κοινόχρηστων – κοινωφελών χώρων (οδοί, πλατείες, αθλητικές εγκαταστάσεις κ.λπ.).
    n Το 11% των μη πολεοδομημένων περιοχών βρίσκεται μάλιστα τόσο εκτός σχεδίου, όσο και εκτός οποιουδήποτε ρυθμιστικού πλαισίου (δηλαδή εκτός Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, Σχεδίων Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης, Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου κ.λπ.).
    n Μόνο το 22,82% είναι πολεοδομημένες περιοχές, ήτοι εντάσσεται σε σχέδιο πόλης ή όρια οικισμού που έχουν μελετηθεί και εγκριθεί βάσει πολεοδομικής μελέτης (με οικοδομικά τετράγωνα, ρυμοτομικές – οικοδομικές γραμμές κ.λπ.).
    n Ολες οι περιοχές (πολεοδομημένες και μη) δεν ενσωματώνουν τη συνιστώσα της κλιματικής αλλαγής και της πρόληψης από φυσικές καταστροφές και εν γένει της ανθεκτικότητας (resilience). Είναι απαραίτητο με τα νέα ΤΧΣ να ρυθμίζεται η πρόληψη, η καταστολή και η αποκατάσταση των περιοχών από φυσικές (πλημμύρες – πυρκαγιές κ.ά.) και μη (βιομηχανικά ατυχήματα κ.ά.) καταστροφές.
    Σημαντικός αριθμός των μη πολεοδομημένων περιοχών που βρίσκονται εκτός σχεδίου εκτιμάται ότι συμπεριλαμβάνονται στις λεγόμενες «οικιστικές πυκνώσεις» – πρόκειται για αυθαίρετες συγκεντρώσεις κτιρίων ή/και οικισμών σε δάση για τα οποία η κυβέρνηση αναζητεί τρόπο διαχείρισής τους. «Οι συγκεκριμένες εκτάσεις κατά τεκμήριο βρίσκονται σε δάση ή δασικές εκτάσεις όπου καταφανώς οι πολεοδομικές συνθήκες διαβίωσης, λόγω της συνήθως αυθαίρετης δόμησης, είναι ακόμη δυσμενέστερες. Ετσι αυτές οι περιοχές, είτε περιλαμβάνουν είτε γειτνιάζουν με συνεκτικές δασοβιοκοινότητες (μεικτό περιβάλλον οικισμού – δάσους), αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο δασικών πυρκαγιών, ιδίως εν όψει των εγγενών προβλημάτων που παρουσιάζουν λόγω της έλλειψης οποιουδήποτε σχεδιασμού (ελλιπές οδικό δίκτυο και συνήθως παντελής απουσία κοινόχρηστων – κοινωφελών χώρων)» εκτιμά ο αρχιτέκτων – πολεοδόμος κ. Βασίλης Γκοιμίσης.
    Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του θεσμικού πλαισίου των δομημένων περιοχών της χώρας, «ουδεμία εξ αυτών – πολεοδομημένη ή μη, εντός ή εκτός σχεδίου, νόμιμη ή αυθαίρετη – έχει οργανωθεί, πολλώ δε μάλλον σχεδιαστεί, με γνώμονα τη δυνατότητα αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών, πλημμύρας ή πυρκαγιάς, ή εν γένει την κλιματική αλλαγή» αναφέρει ο κ. Γκοιμίσης.

    Παραδείγματα πολεοδομικής… τρέλας

    Οι αμαρτωλές ιστορίες της πολεοδομικής «απορρύθμισης» ξεκινούν πολλές δεκαετίες πριν, όπως επισημαίνει ο κ. Γκοιμίσης, αλλά εντείνονται κατά την περίοδο της χούντας. Τότε εκδόθηκαν το βασιλικό διάταγμα (7.8.1967) για τα λυόμενα, τα οποία μετατράπηκαν αργότερα σε μόνιμες κατοικίες, ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός (1973) με παρεκκλίσεις για τα πολυώροφα κτίρια ξενοδοχείων και κατοικιών σε εκτός σχεδίου περιοχές, το διάταγμα (1024/1971) για σύσταση καθέτου ιδιοκτησίας και εκτός σχεδίου, οι αναγκαστικοί νόμοι 410/1968 για την εξαίρεση από κατεδάφιση όλων των εκτός σχεδίου αυθαιρέτων και 395/1968 για την αύξηση συντελεστών δόμησης και υψών σε όλη την επικράτεια κατά 20%-40%. Τη δεκαετία του ‘70 προχώρησαν και διαδικασίες «ιδιωτικής πολεοδόμησης» σε εκτός σχεδίου περιοχές και ένταξη αμιγώς δασικών εκτάσεων στο σχέδιο πόλης.
    Σε αυτή τη στρεβλή πολεοδομική εικόνα έρχεται, σύμφωνα με τον κ. Γκοιμίση, και η «προνομιακή νησίδα» για να αποτρέπει από συγκεκριμένες περιοχές «τη διερχόμενη κυκλοφορία και την εν γένει πρόσβαση σε επισκέπτες προς όφελος της ιδιωτικότητας, με την αποφυγή “οχλήσεων” των κατοίκων από τους επισκέπτες». Παράλληλα, με την ανοχή της διοίκησης, «προωθήθηκε η δόμηση σε επαφή ή και εντός δασοβιοκοινότητας, σε άμεση σχέση με ρέματα, και σε έντονα επικλινή εδάφη, κεφαλαιοποιώντας την επιθυμία για επιστροφή στη φύση και ειδικά του μεταπολιτευτικού μοντέλου ευμάρειας “σπίτι κάτω από πεύκο και δίπλα στη θάλασσα”» επισημαίνει ο πολεοδόμος. Και σχολιάζει: «Το μοντέλο αυτό δεν είναι πολεοδομικά και φυσικά διατηρήσιμο, ιδίως εν όψει των οξύτατων φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και της αυξημένης επικινδυνότητας των οικισμών».

    «Καμπανάκι» για τέσσερις οικισμούς στην Αττική

    O αρχιτέκτων – πολεοδόμος κ. Βασίλης Γκοιμίσης περιγράφει τέσσερις περιοχές της Αττικής με πρόδηλο υψηλό κίνδυνο προσβολής ειδικά από πυρκαγιά που χρήζουν διεξοδικής επιστημονικής διερεύνησης.
    Το 1977 πολεοδομήθηκε από οικοδομικό συνεταιρισμό η Ιπποκράτειος Πολιτεία (ΠΔ 23.11.1977 – Α’ 482), στις ανατολικές πλαγιές της Πάρνηθας, σε έκταση 7.636 στρεμμάτων. «Ο οικισμός βρίσκεται εντός δασικής έκτασης με πρόδηλη πολύ υψηλή επικινδυνότητα σε περίπτωση πυρκαγιάς λόγω του ιδιαίτερα έντονου ανάγλυφού του και των περιορισμένων εισόδων – εξόδων σε αυτόν» σημειώνει ο κ. Γκοιμίσης.
    Οσον αφορά τον Αυτόνομο Οικοδομικό Οργανισμό Αξιωματικών Παπάγου – πρόκειται για τμήμα του πολεοδομημένου οικισμού Παπάγου – αναπτύχθηκε σταδιακά από το 1950 έως και το 1980 στον ορεινό όγκο του Υμηττού. Το εν λόγω τμήμα του, που βρίσκεται σε επαφή με τη λεωφόρο Κατεχάκη και την Περιφερειακή Υμηττού, αλλά και το δάσος του Υμηττού, παρουσιάζει υψηλή επικινδυνότητα σε δασική πυρκαγιά λόγω και της πολεοδομικής διαμόρφωσής του ως «νησίδας» με περιορισμένες προσβάσεις.
    Αντιστοίχως, στον πολεοδομημένο οικισμό που αναπτύχθηκε από τον οικοδομικό συνεταιρισμό Νέα Αιολίς στο ιδιωτικό δάσος Σταμάτας στη βόρεια πλαγιά της Πεντέλης, βάσει διαφόρων νομοθετημάτων από το 1954 έως και το 1996, περιλαμβάνονται ιδιοκτησίες με ιδιαίτερα μεγάλη πυκνότητα (κατατμήσεις και σύσταση καθέτου ιδιοκτησίας), αντιμετωπίζοντας, όπως τονίζει ο κ. Γκοιμίσης, ομοίως πολύ μεγάλο κίνδυνο πυρκαγιάς λόγω του έντονου ανάγλυφου.
    Τέλος, η μη πολεοδομημένη συνοικία της Καπιτένιας του Αγίου Στεφάνου (δεν εντάχθηκε στο σχέδιο εξαιτίας του δασικού της χαρακτήρα), με έντονη οικιστική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζει τεράστιο κίνδυνο σε περίπτωση πυρκαγιάς λόγω του πυκνού πευκοδάσους εντός του οποίου έχει αναπτυχθεί.
    Κοινωνία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk