Ο διακεκριμένος επιστήμονας-ερευνητής και διευθυντής πληροφορικής στο Media Lab του ΜΙΤ Μιχάλης Μπλέτσας μιλάει στο «Βήμα» για την επόμενη μέρα των social media, για την τεχνητή νοημοσύνη που αποτελεί την «καυτή σάλτσα» της επιστήμης, για το ότι δεν υπάρχει τίποτα τζάμπα και για την ανάγκη να πληρώνουμε συνδρομές σε εφημερίδες.

Η επιδραστικότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα αλλάξει;

«Ναι, θα αλλάξει και εύχομαι να μειωθεί. Δεν νομίζω ότι θα εξαφανιστούν. Η επικοινωνία είναι βασική ανθρώπινη ανάγκη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έφεραν ευκολίες στην επικοινωνία που δεν υπήρχαν πριν. Από την άλλη, το επιχειρηματικό τους μοντέλο είναι λανθασμένο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θέλουν να μας κρατούν όσο γίνεται περισσότερη ώρα, να μας γνωρίσουν όσο γίνεται καλύτερα ώστε να μπορέσουν να στοχεύσουν διαφήμιση με όσο γίνεται μεγαλύτερη ακρίβεια. Γι’ αυτό απευθύνονται στα βασικά μας ένστικτα περισσότερο από όσο στη λογική μας. Αυτό όμως δημιουργεί τις συνθήκες για τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, τη δημιουργία έντονων συναισθημάτων και όχι υγειών αντιδράσεων. Εχει μετρηθεί ξεκάθαρα ότι οι ψευδείς ειδήσεις ταξιδεύουν έξι φορές πιο γρήγορα. Αυτό δεν θα αλλάξει, αν δεν αλλάξει το επιχειρηματικό μοντέλο. Από την άλλη, είμαι αισιόδοξος γιατί τα παιδιά γενικά βαριούνται γρήγορα. Θα πρέπει όμως οι επόμενες μορφές, που θα αναδειχθούν από εδώ και μπρος, να μην έχουν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά και να μην κάνουν τα ίδια λάθη. Ελπίζω να μάθουμε σαν κοινωνία από τα λάθη τους».

Οι πλατφόρμες, όπως το Facebook, πεθαίνουν ή μπορούν να επανεφεύρουν τον εαυτό τους; 

«Σίγουρα το Facebook μπορεί να επανεφεύρει τον εαυτό του. Εχει τους πόρους αλλά δεν νομίζω ότι θα το κάνει διότι έχει συνηθίσει να βγάζει χρήματα πολύ εύκολα με τον συγκεκριμένο τρόπο. Οταν βγάζεις τόσα πολλά χρήματα, είναι δύσκολο να αλλάξεις. Από την άλλη, πριν από το Facebook υπήρχε το Myspace το οποίο εξαφανίστηκε πολύ γρήγορα. Και αν μη τι άλλο, ένα από τα χαρακτηριστικά της σημερινής εποχής είναι ότι οι εξελίξεις επιταχύνονται συνέχεια. Το ισχυρότερο, βέβαια, πλήγμα που δέχτηκε το Facebook δεν ήταν οι προσπάθειες ρύθμισης ούτε η νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία προσωπικών δεδομένων με το GDPR. Ηταν μια πολύ απλή αλλαγή που έκανε η Apple στο λειτουργικό της η οποία δεν επιτρέπει στο Facebook να παρακολουθεί τις δραστηριότητές μας σε άλλες εφαρμογές στο κινητό. Υπήρχε ένας μοναδικός αριθμός ταυτότητας που ακολουθούσε τον χρήστη σε όλες του τις αλληλεπιδράσεις. Από τη στιγμή που η Apple μας ζητάει πλέον άδεια για να τον χρησιμοποιήσει – εγώ θα έλεγα να μην τη δίνουμε -, είχε μια επίδραση 10 δισεκατομμυρίων στα έσοδα του Facebook και αυτό ήταν που έκανε, μεταξύ άλλων, τον Μαρκ Ζάκεμπεργκ να αλλάξει όνομα στην εταιρεία και να αρχίσει τις ιστορίες με το metaverse. Η Google, που ένιωθε να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, σταμάτησε να προσπαθεί να ακολουθήσει τα βήματα του Facebook και επικεντρώθηκε σε αυτό που έκανε από παλιά, δηλαδή να εξατομικεύσει το περιεχόμενο με βάση τις αναζητήσεις μας. Το Facebook, από την άλλη, εξατομικεύει το περιεχόμενο με βάση τις αντιδράσεις μας. Πάει πιο υποσυνείδητα και μας γνωρίζει καλύτερα ίσως και απ’ όσο γνωρίζουμε τον εαυτό μας».

Το metaverse παίρνει πολύ περισσότερη δημοσιότητα από όση του αξίζει. Ηταν πάντα το κακομαθημένο παιδί της τεχνολογίας

Το metaverse, «μετασύμπαν» όπως αποδίδεται στα ελληνικά, θα αλλάξει τον ψηφιακό κόσμο;

«Το metaverse παίρνει πολύ περισσότερη δημοσιότητα από όση του αξίζει. Ηταν πάντα το κακομαθημένο παιδί της τεχνολογίας. Δεν νομίζω ότι θα ανταλλάξουμε το Zoom στις οθόνες μας με μια κάσκα για να έχουμε μια πιο ρεαλιστική συνομιλία, να μπούμε σε ένα εικονικό δωμάτιο και να βλέπουμε τρισδιάστατες αναπαραστάσεις. Εχει κάποια αξία αυτό αλλά νομίζω ότι είναι πολύ παροδική. Θα μας κουράσει, όπως μας κούρασαν τα πολλά Zoom. Δεν πιστεύω στην εικονική πραγματικότητα, δεν πιστεύω ότι θα αποσυρθούμε από τον πραγματικό κόσμο».

Κάποιες εταιρείες ετοιμάζουν ένα γάντι για να νιώθουμε κιόλας, πέρα από την κάσκα και τα γυαλιά που θα φοράμε. 

«Το κάναμε αυτό πριν από 20 χρόνια. Το ολόγραμμα είναι κάτι που μας απασχολεί πολύ και η ολογραφική απεικόνιση νομίζω ότι κάποια στιγμή θα γίνει. Από την άλλη, το να φοράς κάποια γυαλιά πάνω στα οποία θα έχεις επιπλέον πληροφορίες είναι ένας πολύ πιο φυσικός τρόπος αλληλεπίδρασης με την πληροφορία από το να σηκώνεις όλη την ώρα το κινητό σου. Οταν οδηγείς, για παράδειγμα, οι οδηγίες «στρίψε δεξιά» θα εμφανίζονται μπροστά σε κάποια γυαλιά που θα φοράς. Αυτό ήδη το βλέπουμε στους πιλότους των μαχητικών αεροσκαφών, δεν είναι επιστημονική φαντασία αλλά πραγματικότητα. Νομίζω ότι πολύ γρήγορα θα φθάσει στον καταναλωτή».

Είχατε πει σε μια συνέντευξή σας πριν από 20 χρόνια ότι κάποια στιγμή «θα υπάρξουν μηχανές καλύτερες και ανώτερες από τον Homo Sapiens». Εχουμε φτάσει σε αυτή την εποχή;  

«Ναι, αλλά δεν το έχουμε καταλάβει και δεν μπορούμε να το αποδεχτούμε. Βάλτε έναν μαθητή ή έναν φοιτητή σήμερα με ένα smartphone δίπλα στον Νεύτωνα. Ποιος είναι πιο έξυπνος; Αυτός άλλωστε ήταν πάντα ο σκοπός της τεχνολογίας: η ενίσχυση των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Σιγά-σιγά έχουμε μια όλο πιο στενή σχέση με την προσωπική τεχνολογία που χρησιμοποιούμε γύρω μας. Μέχρι σήμερα, οι γενετικές εξελίξεις έρχονταν όλες μέσα από τον μηχανισμό της εξέλιξης ο οποίος είναι πολύ αργός – εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα και επιβιώνουν αυτά που πάνε μπροστά, τα υπόλοιπα καταστρέφονται. Σήμερα, έχουμε ξεπεράσει τη φυσική εξέλιξη σε πάρα πολλούς τομείς. Βλέπετε τους οδοντιάτρους πόσο θέλουν να επιταχύνουν την εξέλιξη με την εμμονή που έχουν με τους φρονιμίτες που είναι ένα δόντι που δεν χρησιμοποιούμε πλέον».

Oταν κάποιος όπως ο Iλον Μασκ διαχειρίζεται μια πλατφόρμα με εκατομμύρια χρήστες, ουσιαστικά έχει τεράστια εξουσία. Αυτό δεν αποτελεί απειλή προς τη Δημοκρατία;

«Προφανώς όταν κάποιος άνθρωπος εκμεταλλεύεται τον πλούτο του κατά τρόπο εντελώς επιπόλαιο, δείχνει μεγάλη ανευθυνότητα πρώτα απ’ όλα. Η περίπτωση του Iλον Μασκ είναι ιδιαίτερη διότι είναι μια ψυχοπαθολογική προσωπικότητα, στο φάσμα του αυτισμού. Εχω ακούσει από ανθρώπους που τον γνωρίζουν προσωπικά ότι δεν είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Από εκεί και πέρα, μετράει πόση σημασία δίνουμε στο Twitter και σε αυτές τις πλατφόρμες γενικότερα. Δεν είμαστε εκπαιδευμένοι. Οι περισσότεροι από εμάς τους ενήλικες, που είμαστε μέσα στα πράγματα και τα καθορίζουμε, είμαστε ψηφιακοί μετανάστες. Δεν μεγαλώσαμε με αυτή την τεχνολογία και σε μεγάλο βαθμό δεν έχουμε εξοικειωθεί ακόμα. Υστερούμε σε αυτό που στα ελληνικά μεταφράζεται «γραμματισμός μέσων» (media literacy), δεν ξέρουμε να χρησιμοποιούμε την τεχνολογία. Δεν μας έμαθε ποτέ κανείς. Tα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν σχεδιάστηκαν για την ενημέρωσή μας αλλά για την ψυχαγωγία μας και μάλιστα για την πιο φτηνή ψυχαγωγία. Η Ελλάδα είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση γιατί έχει το υψηλότερο ποσοστό ανθρώπων στην Ευρώπη που ενημερώνονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Θέλουμε εύκολη, εύπεπτη τροφή. Βλέπουμε την ενημέρωση ως ψυχαγωγία, δεν βάζουμε το μυαλό μας να δουλέψει. Επομένως, δεν φταίει για όλα ο Iλον Μασκ ούτε ο Ντόναλντ Τραμπ».

Η τεχνητή νοημοσύνη και η μηχανική μάθηση έχουν γίνει η «καυτή σάλτσα» της επιστήμης. Υποτίθεται ότι τα κάνει όλα πιο νόστιμα από τη στιγμή που σου αρέσουν τα πικάντικα

Δεν πρέπει όμως να επιβάλει το κράτος κανόνες στα social media; 

«Σαφώς και πρέπει. Ο λόγος που δεν υπάρχουν κανόνες είναι ότι κανένας δεν θέλει να τα πειράξει. Γιατί; Διότι μπορούν και πληρώνουν. Οι πλατφόρμες αυτές έχουν από τα ισχυρότερα λόμπι στην Ουάσιγκτον, γι’ αυτό οι Αμερικανοί δεν νομίζω ότι θα τους βάλουν ισχυρούς περιορισμούς, τουλάχιστον όχι στο άμεσο μέλλον. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς δεν μπορούμε ή δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να βάλουμε. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να περιορίσουμε δραστικά τις πολιτικές διαφημίσεις. Οταν στέλνεις ένα εξατομικευμένο μήνυμα στον κάθε εν δυνάμει ψηφοφόρο σου, μπορείς να πεις ό,τι ψέμα θες. Παλαιότερα, μια μεγάλη διαφήμιση σε μια εφημερίδα την έβλεπαν όλοι, δεν μπορούσες να πεις μεγάλα ψέματα. Σήμερα, το εξατομικευμένο πολιτικό μήνυμα έχει τη μέγιστη δυνατή απόκριση και κανένας άλλος δεν θα το δει. Αν θυμάμαι καλά, στο Ουισκόνσιν ο Ντόναλντ Τραμπ έστειλε 16.000 διαφορετικές διαφημίσεις μέσω Facebook. Κέρδισε ενώ δεν το περίμενε κανένας. Επομένως θα πρέπει η υπερστόχευση αυτή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να περιοριστεί πολύ όσον αφορά τις πολιτικές διαφημίσεις. Δεν είναι εύκολο, αλλά πρέπει να μπουν πολύ αυστηροί κανόνες. Επίσης καλό θα ήταν να καταλάβουμε ότι τίποτα δεν είναι δωρεάν. Εχουμε συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια να νομίζουμε ότι παίρνουμε δωρεάν υπηρεσίες από το Διαδίκτυο. Πήγαμε στα άκρα και σιγά-σιγά πρέπει να επιστρέψουμε στο να πληρώνουμε για αυτά που χρησιμοποιούμε. Διότι όλα έχουν ένα κόστος και τελικά το πληρώνουμε πολύ πιο ακριβά. Επομένως, καλό είναι να κάνουμε μια συνδρομή σε κάποια εφημερίδα».

Εχουμε συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια να νομίζουμε ότι παίρνουμε δωρεάν υπηρεσίες από το Διαδίκτυο. Επομένως, καλό  είναι να κάνουμε μια συνδρομή σε κάποια εφημερίδα

Δεν θα έπρεπε να υπάρχουν οι κατάλληλες θεσμικές πρόνοιες που θα «χαλιναγωγούν» την τεχνολογική εξέλιξή της προς το γενικό καλό;

«Πάντα η ρύθμιση, η νομοθετική εξουσία, ακολουθούσε την τεχνολογία. Αυτό που βλέπουμε σήμερα έχει να κάνει με το γεγονός ότι η τεχνολογία δημιούργησε τεράστια κέρδη και έδωσε τη δυνατότητα στους ανθρώπους που ελέγχουν τις πλατφόρμες να επηρεάζουν πολύ το υπόλοιπο σύστημα. Διότι είτε το θες είτε όχι, όποιος ελέγχει την πλατφόρμα έχει ασύμμετρη δύναμη σε σχέση με τους υπόλοιπους θεσμούς. Και δεν λειτουργεί έτσι η Δημοκρατία. Η Δημοκρατία λειτουργεί όταν υπάρχουν έλεγχοι. Οταν φτάνεις σε αυτή τη γιγάντωση, είτε το θες είτε όχι, είσαι ανεξέλεγκτος».

Βάλτε έναν μαθητή ή έναν φοιτητή σήμερα με ένα smartphone δίπλα στον Νεύτωνα. Ποιος είναι πιο έξυπνος

Ασχολείστε ενεργά με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Εχετε λογαριασμούς;

«Εχω και είμαι ενεργός. Εχω μια πολύ άβολη σχέση μαζί τους. Χρησιμοποιώ το Twitter, στο Instagram έχω ανεβάσει δύο φωτογραφίες. Είμαι πιο πολύ ενεργός στο Facebook που, για μένα, είναι όπως το γήπεδο για άλλους – ένα μέσο εκτόνωσης. Δεν κάνω όμως σοβαρή συζήτηση, ούτε μπαίνω στη διαδικασία όχλου. Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο στα social media είναι ότι κάνουμε share, κοινοποιούμε δηλαδή πράγματα που απηχούν στα ένστικτά μας, γι’ αυτό μεταδίδεται η ψευδής είδηση συνέχεια πιο εύκολα. Το share είναι ίσως το χειρότερο χαρακτηριστικό διότι σε απαλλάσσει από την ευθύνη, ή τον κόπο τού να γράψεις κάτι δικό σου. Βλέπουμε λοιπόν να δημιουργείται μια τάση όχλου σ’ αυτή την ιστορία».

Η τεχνητή νοημοσύνη, τα πανεπιστήμια, οι Big Tech και η έρευνα

Ο τομέας σας επιφέρει ραγδαίες αλλαγές. Τελευταία με τι ασχολείστε;

«Τον τελευταίο καιρό ασχολούμαι με αυτό που λέμε τεχνητή νοημοσύνη. Η τεχνητή νοημοσύνη και η μηχανική μάθηση έχουν γίνει η “καυτή σάλτσα” της επιστήμης. Υποτίθεται ότι τα κάνει όλα πιο νόστιμα από τη στιγμή που σου αρέσουν τα πικάντικα. Και τη χρησιμοποιούμε παντού χωρίς περιορισμούς και κατά τρόπο ο οποίος γίνεται και λίγο διασκεδαστικός. Μια από τις παρενέργειες της εποχής είναι ότι οι μεγάλες έρευνες για την τεχνητή νοημοσύνη γίνονται από αυτές τις μεγάλες πλατφόρμες. Διότι μόνο αυτές μπορούν να έχουν τα τεράστια συστήματα που χρειάζονται για να εκπαιδεύσουν μοντέλα όπως το GPT3 ή τον Dall-E που του λες “ζωγράφισέ μου το εξής” και σ’ το ζωγραφίζει ή το Chat GPT, με το οποίο μπορείς να συζητήσεις αλλά αν το ζορίσεις λίγο αρχίζει να λέει ασυναρτησίες. Υπάρχουν πάρα πολλές χρήσιμες εφαρμογές που ευτυχώς δεν χρειάζονται τις τεράστιες υποδομές που έχουν οι μεγάλες εταιρείες. Η μεγάλη πρόκληση σήμερα για τον ακαδημαϊκό χώρο είναι πώς μπορεί να συνεχίσει να συνεισφέρει μη έχοντας πρόσβαση σε υποδομές του μεγέθους που έχουν αυτές οι πλατφόρμες. Προς το παρόν παράγουμε αποτελέσματα. Αλλά ένα πρόβλημα επίσης είναι ότι οι πλατφόρμες αυτές έχουν προσλάβει τους καλύτερους και τους εξυπνότερους. Τα πανεπιστήμια δεν μπορούν να τις συναγωνιστούν στους μισθούς που προσφέρουν και είναι κρίμα, διότι τα πιο λαμπρά μυαλά ασχολούνται κυρίως με την πιο βλαβερή αλλά κερδοφόρα εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης: το τι θα σου δείξει η εξατομίκευση του περιεχομένου που βλέπεις στην οθόνη σου, όταν χρησιμοποιείς αυτές τις πλατφόρμες».

INFO

Γεννήθηκε στα Χανιά το 1967, είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και στις ΗΠΑ έκανε μεταπτυχιακά στη βιοϊατρική και στη μηχανική υπολογιστών.

Εργάστηκε ως μηχανικός συστημάτων στην Aware Inc, όπου σχεδίασε και έγραψε βιβλιοθήκες λογισμικού υψηλής απόδοσης για τους παράλληλους υπερυπολογιστές κατανεμημένης μνήμης της Intel, ενώ ασχολήθηκε με την εφαρμογή της τεχνολογίας ADSL για παροχή διαδικτυακής πρόσβασης σε οικιακούς χρήστες.

Είναι ένας από τους εφευρέτες του «υπολογιστή των 100 δολαρίων», ενός μικρού και φτηνού υπολογιστή με στόχο τα παιδιά στις αναπτυσσόμενες χώρες να έχουν πρόσβαση στην τεχνολογία και την εκπαίδευση.