• Αναζήτηση
  • Οι ναζί «επιστρέφουν» στον λόφο του Καπή

    Η τρίτη ταινία μυθοπλασίας του Νικόλα Δημητρόπουλου μας μεταφέρει στα Καλάβρυτα του Δεκεμβρίου 1943 λέγοντας ότι «ο κόσμος πρέπει να θυμάται»

    ΔΙΟ Δανάη Σκιάδη, Νικόλας Παπαγιάννης, Μάξιμος Λιβιεράτος, Μαρία Καβουκίδου και Τάσος Καρλής σε στιγμιότυπο από την ταινία «Echoes of the past»

     

    «Φωτοβολίδα πρώτη!» Η φωνή της βοηθού σκηνοθέτη Φαίδρας Τσολίνα είναι διαπεραστική. Η γυναίκα βρίσκεται ανάμεσα σε μια μικρή μάζα αντρών, συγκεντρωμένων σε έναν απομακρυσμένο λόφο, κάπου έξω από το Λαύριο. Είναι μεσημέρι Πέμπτης 6 Δεκεμβρίου και το κρύο περονιάζει. Σε λίγη ώρα, ο χώρος θα φιλοξενήσει το γύρισμα μίας από τις πιο σημαντικές σκηνές της ταινίας «Echoes of the past». Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω κουρασμένους άντρες με σκισμένα παλτά, βρώμικους σκούφους και φθαρμένες μπότες. Βλέπω επίσης γερμανούς στρατιώτες ντυμένους στην τρίχα με ατσαλάκωτες στολές της Βέρμαχτ. Το βλέμμα βλοσυρό, τα όπλα στραμμένα μπροστά. Είναι οι ηθοποιοί και οι extras του γυρίσματος. Πιστή στον τίτλο της, η ταινία αναφέρεται σε μια τραγωδία της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, την οποία ακόμα και σήμερα «ακούμε» μέσα μας. Τη σφαγή αθώων Ελλήνων στα Καλάβρυτα. Στην Κατοχή. Οι άνθρωποι που βλέπω γύρω μου στο γύρισμα αντικαθιστούν τους πρωταγωνιστές της, τα θύματα και τους θύτες ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ναζιστικής Γερμανίας προς την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: 13 Δεκεμβρίου 1943. Δυνάμεις της Βέρμαχτ εκτελούν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.
    Σε αυτή την τραγωδία επιστρέφει με την τρίτη ταινία μυθοπλασίας του ο σκηνοθέτης Νικόλας Δημητρόπουλος υλοποιώντας μια ιδέα του σεναριογράφου Δημήτρη Κατσαντώνη. Είναι έλληνες καλλιτέχνες του εξωτερικού, ο Δημητρόπουλος έχει ως βάση την Αγγλία και ο Κατσαντώνης εργάζεται ως συγγραφέας/παραγωγός στο Λος Αντζελες. Τη συζήτησαν για πρώτη φορά πριν από τέσσερα χρόνια. Ο Δημητρόπουλος την αγάπησε αμέσως. «Είδα την ευκαιρία να μπορέσουμε να μιλήσουμε για ένα κομμάτι της πρόσφατης Ιστορίας μας» θα μου πει με ενθουσιασμό. «Μου άρεσε το ανθρώπινο στοιχείο, η ιστορία είναι ειπωμένη μέσα από τα μάτια μιας οικογένειας
    Ελλήνων και συγκεκριμένα του μικρού γιου, του Νικόλα Ανδρέου».

    Αμάλγαμα συναισθημάτων

    Στον παρόντα χρόνο της ιστορίας της ταινίας, εν όψει της επικείμενης δίκης για τις πολεμικές αποζημιώσεις στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ο Νικόλας Ανδρέου, ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες επιζώντες της σφαγής των Καλαβρύτων, διηγείται την προσωπική του εμπειρία σε μια σύμβουλο του Γερμανικού Κράτους. Μέσα όμως από την αφήγηση του Ανδρέου, η ιστορία θα μεταφερθεί στη λαίλαπα του οδυνηρού παρελθόντος και ο θεατής από πρώτο χέρι θα δει την αδικία και την τραγωδία να ξεδιπλώνονται με τον πιο σκληρό τρόπο.

    Το ενδιαφέρον της ταινίας «Echoes of the past» όμως είναι ότι η οικογένεια Ανδρέου, που πρωταγωνιστεί στην ταινία, δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Είναι ένα εύρημα του σεναριογράφου. Πριν από τέσσερα χρόνια ο Κατσαντώνης δούλευε πάνω σε ένα σενάριο για τους Εβραίους της Ζακύνθου και τα όσα συνέβησαν σε εκείνη την κοινότητα του Ιονίου κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε δέχτηκε μια κρούση από τους Toμ και Σία Σουλέλες, Ελληνοαμερικανούς του Σικάγο, που του πρότειναν να γράψει ένα σενάριο για το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. «Ο πατέρας του Τομ, ο Σαμ Σουλέλες, κατάγεται  από τα Καλάβρυτα και οι δεσμοί της οικογένειας με την κοινότητα των Καλαβρύτων εξακολουθούν να είναι πολύ ισχυροί» μας είπε ο Κατσαντώνης, που είναι επίσης συμπαραγωγός του «Echoes of the past». Ο Τομ Σουλέλες προσφέρθηκε να καλύψει μέρος του προϋπολογισμού της ταινίας, ύψους μισού εκατομμυρίου δολαρίων. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας η σχέση τους έγινε ισχυρότερη, και το ποσό αυτό αυξήθηκε στο ενάμισι εκατομμύριο.

    Ο Κατσαντώνης γνώριζε για τη σφαγή των Καλαβρύτων από παιδί γιατί ένα μέλος της οικογένειάς του προέρχεται από αυτά τα μέρη. «Λόγω όμως του νομικού ζητήματος των αποζημιώσεων πολέμου που εξακολουθούν να στοιχειώνουν την Ευρώπη – ένα πολύ δύσκολο ζήτημα που εκτός από τη νομική του φύση αγγίζει καθολικά ζητήματα δικαιοσύνης και ηθικής – θεώρησα ότι αυτό το σενάριο ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία για να αντιμετωπίσω το θέμα. Το γεγονός ότι τα Καλάβρυτα είναι μια έμφυτη ελληνική ιστορία είχε επίσης μια βαθιά συναισθηματική επίδραση σε μένα».

    Σε ό,τι αφορά το ίδιο το σενάριο, πρόθεση του Κατσαντώνη ήταν να δημιουργήσει μια ισχυρή ανθρώπινη ιστορία επικεντρωμένη γύρω από το έγκλημα πολέμου που διαπράχθηκε, «χωρίς όμως να παρασυρθούμε πολύ – αν όχι καθόλου – από τα ιστορικά γεγονότα που αναπόφευκτα παρέχουν τα ίδια τα θεμέλια πάνω στα οποία κατασκευάζεται το στοιχείο της φαντασίας. Οι χαρακτήρες της ιστορίας είναι μεν φανταστικοί, όμως στην πλειοψηφία τους φέρουν τις αποχρώσεις πολλών ιστοριών που άκουσα από επιζώντες ή έχω διαβάσει. Ενα συναισθηματικό αμάλγαμα».

    Ο κόσμος πρέπει να θυμάται

    Ως Ελληνας του εξωτερικού, ο σκηνοθέτης Νικόλας Δημητρόπουλος («Alter ego», «180 μοίρες») ανέκαθεν ήθελε να κάνει μια ταινία για την πατρίδα του. «Η Ελλάδα είναι μια χώρα που στο εξωτερικό ξεχνιέται μπροστά σε τέτοια ιστορικά θέματα» είπε. «Είναι αναγκαίο όμως, με κάθε τρόπο, να παρουσιάζουμε τι σημαίνει φασισμός και ναζισμός –  ιδιαίτερα σήμερα, που όχι μόνον στην Ευρώπη αλλά σε όλον τον κόσμο βγαίνουν στοιχεία που δείχνουν τρομακτικά για το μέλλον μας. Ο κόσμος πρέπει να θυμάται».  Εκτός από διαχρονικά φλέγον, το ζήτημα της εκτέλεσης των Ελλήνων στα Καλάβρυτα έχει επίσης περάσει στον κινηματογράφο μέσα από διάφορα εμπεριστατωμένα ντοκιμαντέρ όπως το «Ανθρωποι και σκιές» του Ηλία Γιαννακάκη ή το θαυμάσιο «Ενα τραγούδι για τον Αργύρη» του Ελβετού Στέφαν Χάουπτ. Τι παραπάνω θα μπορούσε να προσθέσει μια ταινία μυθοπλασίας, ιδιαίτερα σήμερα;

    «Η μυθοπλασία είναι άλλο πράγμα, πιστεύω πιο προσωπικό» θα πει ο Ν. Δημητρόπουλος, ο οποίος μαζί με την ομάδα της ταινίας του παρακολούθησε αρκετές φορές το «Ανθρωποι και σκιές», μια δουλειά που ο ίδιος εκτιμά πάρα πολύ. «Μια ταινία μυθοπλασίας μπορεί να σε ταξιδέψει πολύ πιο συναισθηματικά. Δεν υπάρχει πολύ αυθεντικό υλικό από εκείνη την εποχή επειδή οι Γερμανοί το κατέστρεψαν ώστε να μη δει ο κόσμος τι έκαναν. Στην ταινία όμως μπορείς να βρεις τρόπους για να  δείξεις τις άθλιες πράξεις που έκαναν οι ναζί. Επίσης, μια ταινία μπορεί να απευθυνθεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό, μπορεί να δώσει το έναυσμα ώστε να ψάξουν και άλλοι για το θέμα, να μάθουν τι έγινε».

    Tα γυρίσματα στο Λαύριο

    Αν και το μεγαλύτερο μέρος του «Echoes οf the past» έχει γυριστεί στα Καλάβρυτα, το γύρισμα της σκηνής κατά την επίσκεψη του «Βήματος» έγινε στο Λαύριο για πρακτικούς λόγους. Οπως με πληροφόρησε ο Στέλιος Κοτιώνης της Foss Productions, ο δραστήριος και ακούραστος παραγωγός της ταινίας, «εφόσον ο λόφος του Καπή όπου έγινε η εκτέλεση των Καλαβρύτων έχει μετατραπεί σε μνημείο, η σημερινή εικόνα του δεν έχει σχέση με την εποχή της θηριωδίας. Η τοποθεσία στο Λαύριο θυμίζει αρκετά την αυθεντική και το φόντο θα αντικατασταθεί μέσω Green Box και ψηφιακών εφέ». Σύμφωνα με τον Στ. Κοτιώνη, αυτή τη περίοδο η ταινία βρίσκεται στο στάδιο του post production όπου τον πρώτο λόγο έχουν το μοντάζ, τα οπτικά εφέ και η μουσική. Ο σκηνοθέτης πάντως θεωρεί ότι θα είναι μια χρονοβόρος διαδικασία γιατί «θα περιλαμβάνει από τις πολύ μικρές λεπτομέρειες μέχρι τα μεγάλα γενικά πλάνα όπου βλέπουμε να καίγονται τα Καλάβρυτα». Από νωρίς το πρωί την αποφράδα εκείνη ημέρα, οι Γερμανοί άρχισαν να ανεβάζουν τους ανθρώπους πάνω στον λόφο του Καπή. Αντρες και παιδιά κοιτούσαν το χωριό τους για τελευταία φορά. Με την πρώτη φωτοβολίδα τα Καλάβρυτα έπιασαν φωτιά και οι κάτοικοί του είδαν τον τόπο τους να τυλίγεται στις φλόγες. Αφού χτύπησαν οι καμπάνες, ακολούθησε η δεύτερη φωτοβολίδα και η εκτέλεση. Ενώ ο Τένερ, ο γερμανός διοικητής, είχε δώσει τον λόγο του ότι κανείς από τους κατοίκους δεν επρόκειτο να πάθει κάτι, αθέτησε την υπόσχεσή του και το αποτέλεσμα είναι αυτό που γνωρίζουμε.

    Τον Τένερ την εποχή του συμβάντος υποδύεται ο ανερχόμενος ηθοποιός Μάρτιν Λάερ και σε μεγαλύτερη ηλικία ο Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν, ο αμερικανός ηθοποιός που έγινε γνωστός ως «Δρ  Κιλντέρ» και από τις σειρές «Σογκούν» και «Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας». Το καστ είναι ελληνικό αλλά και διεθνές. Από ελληνικής πλευράς ρόλους, μεταξύ άλλων, κρατούν οι Δανάη Σκιάδη, Νικόλας Παπαγιάννης, Μάξιμος Λιβιεράτος, Γιώργος Βογιατζής, Μαρία Αλιφέρη, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου και Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ενώ στη διανομή των ξένων βρίσκουμε τον Αστριντ Ρους, την Αλις Κριγκ και τον βετεράνο σουηδό ηθοποιό Μαξ φον Σίντοφ.

     

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk