• Αναζήτηση
  • Ο σπαραγμός ενός πατέρα

    διο
    Soloup
    Ο συλλέκτης. Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο
    Eικονογράφηση: Soloup
    Εκδόσεις Ικαρος, 2018
    σελ. 272, τιμή 16,60 ευρώζ
    Προτού η λέξη «trainspotting» συνδεθεί στον νου µας µε την οµώνυµη ταινία, τη χρήση ουσιών και τη νεανική παραβατικότητα, το trainspotting δεν ήταν παρά ένα εγγλέζικο χόµπι αλλόκοτων ανθρώπων που ξεροστάλιαζαν στους σιδηροδροµικούς σταθµούς παρακολουθώντας τα τρένα που περνούσαν και σηµειώνοντας σε τεφτέρια τους αριθµούς τους. Κάτι τέτοιο κάνει και ο Διονύσης, ο πρωταγωνιστής του graphic novel «Ο συλλέκτης: Εξι διηγήµατα για έναν κακό λύκο» (Ικαρος, 2018) του Soloúp. Κάθε πρωί από τις επτά ο Διονύσης στήνεται έξω από µια πόρτα και περιµένει. Ενα ταξί έρχεται, η πόρτα ανοίγει, ένα κορίτσι βγαίνει από την πόρτα και µπαίνει στο ταξί. Το ταξί φεύγει κι ο Διονύσης σηµειώνει σε ένα µπλοκάκι τον αριθµό του. Κάθε µέρα κι άλλος αριθµός, taxispotting. Μόνο που ο Διονύσης δεν το κάνει αυτό από χόµπι. Το κορίτσι της ιστορίας, η Φωτεινή, είναι η κόρη του κι εκείνος ο πατέρας της, που ύστερα από ένα επώδυνο διαζύγιο δεν µπορεί να τη βλέπει.
    Οι αναγνώστες του «Βήματος» δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις για το είδος του graphic novel, αυτή την κατηγορία εκτενών κόμικς με αφηγηματικές και αισθητικές απαιτήσεις που μοιάζουν με ταινίες σε χαρτί. Παρουσιάσαμε το καλοκαίρι, σε όλη τη διάρκεια του Αυγούστου, την ελληνική παραγωγή graphic novels που έχει δώσει αξιόλογα δείγματα την τελευταία δεκαετία. Μια διακριτή τάση αυτής της παραγωγής είναι η διασκευή γνωστών λογοτεχνικών έργων, μια άλλη τάση η πραγμάτευση σύγχρονων κοινωνικών ζητημάτων, μια τρίτη η συμπόρευση με τον παραδοσιακά συγγενή προς το κόμικς χώρο του φανταστικού. Ο σκιτσογράφος Solou´p, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, πολιτικός γελοιογράφος σε εφημερίδες αλλά και θεωρητικός του κόμικς, στο προηγούμενό του graphic novel, το Αϊβαλί (Κέδρος, 2014), συνδύασε τις δύο πρώτες τάσεις δίνοντας ένα έργο για το Προσφυγικό που πάντρευε τη σύγχρονη εμπειρία με λόγια και εικόνες του Βενέζη και του Κόντογλου. Εδώ καταπιάνεται με ένα κοινωνικό ζήτημα, την αποξένωση παιδιών και γονιών ύστερα από ένα διαζύγιο, και πιο συγκεκριμένα την αποξένωση του πατέρα από το παιδί του, μπολιάζοντας ένα βαρύ θέμα με στοιχεία του φανταστικού.
    Μια νέα γενιά πατεράδων
    Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε μια άλλη τάση στα λογοτεχνικά πράγματα, ότι αρχίζουν σταδιακά να κάνουν την εμφάνισή τους μυθοπλαστικά κείμενα που πραγματεύονται τον ρόλο του πατέρα από τη δική του σκοπιά. Πρόκειται για κείμενα μιας νέας γενιάς που αντιλαμβάνεται διαφορετικά την οικογένεια, με πιο ισότιμους όρους από ό,τι στο παρελθόν. Η μεγαλύτερη ανεξαρτησία των γυναικών τις τελευταίες δεκαετίες, η εντονότερη επαγγελματική δραστηριοποίηση έξω από το σπίτι, ανάγκασε τους άντρες να ασχοληθούν περισσότερο με τα παιδιά. Υπάρχει σήμερα μια γενιά πατεράδων που συμμετέχουν ενεργά στην ανατροφή των παιδιών τους, που αντιλαμβάνονται περισσότερο τον ρόλο τους, που είναι πιο συνειδητοποιημένοι ως γονείς, μια γενιά πατεράδων που διεκδικεί πλέον ίσα δικαιώματα με τις γυναίκες στην ανατροφή των παιδιών όταν η οικογένεια κάποτε διαλύεται. Πόσο εφικτό όμως είναι αυτό στην ελληνική κοινωνία, με την ελληνική Δικαιοσύνη; Οταν η γυναίκα διεκδικεί ίσα δικαιώματα με τον άντρα στο επαγγελματικό πεδίο, ο άντρας έχει ίσα δικαιώματα με τη γυναίκα στο πεδίο της επιμέλειας των παιδιών του; Είναι ένα ζήτημα που έχει αρχίσει να απασχολεί κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, νομικούς.
    Εξι αφηγήσεις
    Στον Συλλέκτη το θέμα παρουσιάζεται από το στόμα πολλών ανθρώπων σε έξι σπονδυλωτές αφηγήσεις. Με τη φωνή του ηλικιωμένου Αργύρη, γείτονα του Διονύση, που αφηγείται στην παρέα του στο καφενείο το παράξενο χούι του Διονύση να συλλέγει αριθμούς ταξί, και ξετυλίγει κομμάτι-κομμάτι την ιστορία του, από τη στιγμή που εμφανίστηκε στη γειτονιά, δεκαπέντε χρόνια πριν, με τη γυναίκα του, μια «γλυκιά κοπέλα». Το «όμορφο ζευγάρι» αποκτά ένα κοριτσάκι και γίνεται στα μάτια των γειτόνων μια «ευτυχισμένη οικογένεια». Ωσπου κάποια στιγμή, αιφνιδίως, ο Διονύσης μετακομίζει. Ο Αργύρης δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες, τις ψηφίδες που σχηματίζουν μια ιστορία που αρχίζει με δυο όμορφα παιδιά που κάνουν όνειρα μαζί και καταλήγει στην αποξένωση, στους θυμούς, στις εντάσεις, στον χωρισμό. Ο Αντέλ, πρόσφυγας από το Ιράκ, υπάλληλος σε κατάστημα ωδικών πτηνών, ενώ δίνει κατάθεση στην Αστυνομία για μια διάρρηξη στο διαμέρισμα του ζευγαριού συνεισφέρει τη δική του ψηφίδα: είναι εκείνος που πούλησε κάποτε στη Φωτεινούλα τον Σουρσουρή, ένα λευκό καναρίνι. Η γιαγιά και ο παππούς της Φωτεινής, μέσα από ηθικοπλαστικές αφηγήσεις για την αγάπη, τον θυμό, την απώλεια, τη συγχώρεση και τη συμφιλίωση δίνουν μια εικόνα για το πώς στέκεται το παιδί απέναντι στον πατέρα του. Με την τεχνική της πρόληψης, μεταφερόμαστε στον μέλλοντα χρόνο – αλλά και στον χώρο του φανταστικού. Η Φωτεινή είναι η Κοκκινοσκουφίτσα, που έχει μεγαλώσει και έχει αποκτήσει δική της κόρη. Σε μια εκδρομή στο δάσος, όπου το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας επισκέπτονται ήρωες από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, ο Λευκός Κούνελος και ο Τρελός Καπελάς διατρέχουν με την κόρη της Κοκκινοσκουφίτσας διάφορες εκδοχές του γνωστού παραμυθιού. Σε μία από αυτές, που την παραθέτουν οι Αδελφοί Γριμ, τον Κακό Λύκο δεν τον σκοτώνει ο Κυνηγός, αλλά η ίδια η Κοκκινοσκουφίτσα. Μόνο που ο Κακός Λύκος δεν ήταν άλλος από τον πατέρα της, ο οποίος, στην τελευταία ιστορία του βιβλίου, παίρνει τον λόγο και δίνει τη δική του εκδοχή των πραγμάτων.
    Στο θρυλικό κινηματογραφικό «Ρασομόν» του Ακίρα Κουροσάβα κάθε αφηγητής δίνει μια δική του, διαφορετική, εκδοχή ενός συμβάντος. Οι αντικρουόμενες αφηγήσεις δίνουν μια συγκεχυμένη εικόνα για τα αίτια του συμβάντος, με την αλήθεια να μένει κρυμμένη πίσω από πέπλα αμφιβολιών. Στον Συλλέκτη, παρά τους πολλούς αφηγητές, η φωνή που ακούγεται μέσα από το στόμα όλων είναι η φωνή του πατέρα. Η φωνή του «δροσερού κοριτσιού με το οποίο ονειρευόμασταν να ζήσουμε μαζί τη ζωή μας» δεν ακούγεται. Δεν έχει καν όνομα. Είναι το δροσερό κορίτσι, η πρώην γυναίκα, η μάνα. Στόχος όμως του βιβλίου φαίνεται πως δεν είναι η ανατομία μιας σχέσης, η απόδοση ευθυνών, η απάντηση στο ερώτημα «Πού πήγε τόσος έρωτας;». Οπως δεν είναι -όπως συμβαίνει στα βιβλία για παιδιά και νέους που πραγματεύονται το ίδιο θέμα – η διαχείριση του διαζυγίου από το παιδί, η απάντηση στα ερωτήματά του αν φταίει αυτό για το διαζύγιο, αν το αγαπούν οι γονείς του, αν θα τα ξαναβρούν ποτέ. Το βιβλίο είναι ο σιωπηλός σπαραγμός ενός πατέρα που μετά το διαζύγιο έρχεται αντιμέτωπος, σε μια αίθουσα δικαστηρίου, με τον θυμό της γυναίκας με την οποία κάποτε έπινε κρασί από το ίδιο ποτήρι, αντιμέτωπος με έναν νόμο «σκληρό για πατεράδες», αντιμέτωπος με «προκάτ αποφάσεις που επιτρέπουν σε ανθρώπους, όταν βρεθούν στη θέση σου, να βγάλουν τον χειρότερό τους εαυτό». Αν οι γονείς δεν μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους και η Δικαιοσύνη δεν μεριμνά για τα δικαιώματα του πατέρα, πώς μπορεί αυτός να μην αποξενωθεί από το παιδί του, με ποια μέσα μπορεί να διεκδικήσει τη συμμετοχή στη ζωή του παιδιού του, πώς γίνεται να μην καταλήξει ένας κακός λύκος;
    Το βιβλίο δεν δίνει απαντήσεις. Αλλωστε, κάθε αναγνώστης, κάθε πατέρας σε αντίστοιχη κατάσταση έχει τις δικές του. Συγκινεί όμως βαθιά με το λιτό σκίτσο, σε αποχρώσεις του γκρι, που αποκτά ένταση με την εισβολή του πράσινου και του κόκκινου στην ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας, και το δραματικό μαύρο στις τρύπες που αφήνουν πάνω μας οι απώλειες των ανθρώπων που αγαπήσαμε. Τη συγκινησιακή ένταση ανεβάζει και η παράλληλη εξιστόρηση της σχέσης του Ιρακινού Αντέλ με τον δικό του πατέρα, του οποίου τα ελάχιστα απομεινάρια κουβαλά μαζί του ως φυλαχτό στον ξένο τόπο.
    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk