Μια καλοκαιρινή ημέρα του 1564, ο νεαρός μαθητευόμενος κάποιου υφαντουργού σε μια κωμόπολη της βρετανικής επαρχίας άφηνε την τελευταία του πνοή. Το γεγονός πέρασε στα ψιλά των τοπικών αρχείων και θα εθεωρείτο ασήμαντο εάν δίπλα στο όνομα του αγοριού δεν είχαν καταγραφεί τρεις λέξεις που προκαλούσαν τρόμο: πέθανε από πανώλη.

Εκείνο το καλοκαίρι ο ανθρώπινος φόρος που κατέβαλε η εν λόγω κωμόπολη εξαιτίας της νέας επιδημικής έξαρσης της φονικής ασθένειας ήταν βαρύς. Το ποιος ζούσε και ποιος πέθαινε ήταν καθαρά θέμα τύχης. Ενα σπίτι ξεκληριζόταν ενώ το διπλανό παρέμενε αλώβητο.

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω