Δέσμιες του εγχώριου και διεθνούς ασταθούς πολιτικοοικονομικού περιβάλλοντος και των «κόκκινων» δανείων παραμένουν οι ελληνικές τράπεζες. Μπορεί να πέρασαν μόλις πριν από 5 μήνες τα stress tests της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, να υπερκαλύπτουν μέχρι στιγμής τους στόχους μείωσης των επισφαλειών και να έχουν ανακτήσει περίπου το 25% των καταθέσεων που έχασαν το 2015, αλλά μια αφορμή αρκεί για να προκληθεί κύμα ρευστοποιήσεων στις μετοχές τους.
Η αλήθεια είναι ότι οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι καλούνται να πετύχουν μέσα σε μία τετραετία μια άνευ προηγουμένου για τα ευρωπαϊκά δεδομένα προσαρμογή. Να μειώσουν τα «κόκκινα» δάνεια από το 45% σήμερα σε μονοψήφια ποσοστά έως και το 2022. Και αυτό χωρίς να εμφανίσουν σε καμία από τις επόμενες χρήσεις ζημιές στα αποτελέσματά τους.
Πρόκειται για αναγκαία συνθήκη για την ένταξή τους στο υπό δημιουργία πανευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων. Εάν δεν τα καταφέρουν, θα χαθεί μια μοναδική ευκαιρία για την επιστροφή τους στο τραπεζικό… Champions League, την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ενωση. Μόνο έτσι θα επιτύχουν ξανά την πλήρη επανασύνδεσή τους με τις διεθνείς αγορές για την εξασφάλιση φθηνής ρευστότητας προς χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, με τη χώρα να έχει εισέλθει εδώ και μήνες σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, την αδυναμία της κυβέρνησης να πείσει τη διεθνή επενδυτική κοινότητα ότι η χώρα θα πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους των επόμενων ετών και πως δεν θα έρθει σε ρήξη με τους θεσμούς στο ζήτημα της περικοπής των συντάξεων, τους ρυθμούς ανάπτυξης να παραμένουν αναιμικοί και με δεδομένη τη γενικευμένη αποστροφή των αγορών στο ρίσκο όσο η Ιταλία βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, η αποστολή των συστημικών ομίλων μόνο εύκολη δεν είναι. Κερασάκι στην τούρτα αποτέλεσε η επιλογή του Μεγάρου Μαξίμου να αναθέσει πριν από λίγες ημέρες στον Αλέκο Φλαμπουράρη την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος…

Η Μαύρη Τετάρτη

Με όλες αυτές τις αβεβαιότητες ενεργές, δεν θέλει και πολύ για να πυροδοτηθεί ένα sell off στις τραπεζικές μετοχές. Την περασμένη Τετάρτη, λίγη ώρα μετά την έναρξη των συναλλαγών στο Χρηματιστήριο, μερικές δεκάδες εντολές πώλησης στη μετοχή της Τράπεζας Πειραιώς ήταν αρκετές για να προκαλέσουν πανικό. Η ρηχή ελληνική αγορά δεν μπόρεσε να απορροφήσει την προσφορά και με το «καλημέρα» ο τίτλος του μεγαλύτερου συστημικού ομίλου της χώρας έφτασε να χάνει έως και 30%.
Είχε προηγηθεί λίγες ημέρες νωρίτερα δημοσίευμα ξένου ειδησεογραφικού πρακτορείου που έκανε λόγο για αποτυχία της τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση τίτλων μειωμένης εξασφάλισης λόγω του υψηλού επιτοκίου που της προσέφεραν οι επενδυτές για να της δανείσουν 500 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, διευκρινιζόταν πως η διοίκησή της σε συνεννόηση με τον επόπτη του συστήματος, τον SSM, θα επιχειρούσε ξανά την έκδοση χωρίς βιασύνη, όταν οι συνθήκες θα βελτιώνονταν.
Στη συνεδρίαση της Τετάρτης όμως, όπως επισημαίνει αναλυτής που παρακολουθεί σε ημερήσια βάση την πορεία της εγχώριας κεφαλαιαγοράς, η πρώτη σκέψη όσων συμμετέχουν στα χρηματιστηριακά δρώμενα ήταν ότι «για να προχωρεί ο πωλητής σε τόσο βίαιη αποχώρηση από την Τράπεζα Πειραιώς, κάτι θα ξέρει που οι υπόλοιποι αγνοούν».
Δεν χρειάστηκαν παρά λίγα λεπτά της ώρας για να εξαπλωθεί ο ιός της αβεβαιότητας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ταμπλό, συμπαρασύροντας στην πτώση τις περισσότερες μετοχές, με πρώτες τις τραπεζικές.

Παραλογισμός

Τι μπορεί να ήξερε όμως ο «άγνωστος πωλητής»; «Πρόκειται για ξεκάθαρο παραλογισμό» σημειώνει μιλώντας στο «Βήμα» διευθύνων σύμβουλος έτερου τραπεζικού ιδρύματος. Οπως εξηγεί, «τίποτα δεν έχει αλλάξει προς το χειρότερο σε σχέση με το περασμένο καλοκαίρι. Οι ελληνικές τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες, έχοντας περάσει με επιτυχία τα stress tests του περασμένου Μαΐου, επιτυγχάνουν έως σήμερα και με το παραπάνω τους στόχους μείωσης των «κόκκινων» δανείων, ενώ η ρευστότητά τους συνεχώς βελτιώνεται, τόσο μέσω της ενίσχυσης της καταθετικής βάσης όσο και με το άνοιγμα των αγορών. Προς τι λοιπόν η ανησυχία;».
Στην ερώτηση για το αν υπάρχει τρόπος αντίδρασης από την πλευρά των τραπεζικών διοικήσεων για την αναστροφή του κλίματος, η τοποθέτησή του ήταν σαφής: «Για εμάς η μόνη υποχρέωση είναι να συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας για να πετύχουμε τους νέους φιλόδοξους στόχους αποκλιμάκωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έως και το 2021. Από εκεί και πέρα οι αγορές θα αντιληφθούν τη στρέβλωση στις χρηματιστηριακές αξίες και θα ξανανεβάσουν τις τιμές».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η εκτίμηση των εποπτικών αρχών για τις τελευταίες εξελίξεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) όσο και η Τράπεζα της Ελλάδος δεν θεώρησαν αναγκαία μια δημόσια τοποθέτησή τους για να ηρεμήσουν τα… πνεύματα. Και αυτό διότι πιστεύουν ότι η ραγδαία υποχώρηση των μετοχών είναι αποτέλεσμα κατά βάση κερδοσκοπικών κινήσεων από επενδυτικά σχήματα που εκμεταλλεύτηκαν την έλλειψη βάθους στο Χρηματιστήριο για να βγάλουν… μεροκάματο.
Το «plan B» για τη διάσωση και οι σκόπελοι που πρέπει να ξεπεραστούν
«Plan B» για την αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων σε περίπτωση που διαφανεί ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να επιτύχουν εντός των συμφωνηθέντων με τον επόπτη τους προθεσμιών τους στόχους μείωσής τους επεξεργάζεται η κυβέρνηση σε συνεργασία με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο έχει αναλάβει τον σχεδιασμό εναλλακτικών λύσεων.
Μεταξύ των προτάσεων που συζητούνται περιλαμβάνεται η δημιουργία ενός επενδυτικού σχήματος, το οποίο κάνοντας χρήση εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου θα εξασφαλίσει την «επιδότηση» μέρους του τιμήματος πώλησης πακέτων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε τρίτους. Με τον τρόπο αυτόν, θα αυξάνονταν σημαντικά οι πιθανότητες οι τράπεζες να ξεφορτωθούν μέρος του προβληματικού ενεργητικού τους, πουλώντας σε τιμές που δεν θα έπλητταν την κερδοφορία τους.
Σύμφωνα με πληροφορίες, άνθρωποι της αγοράς που διαθέτουν την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να φέρουν σε πέρας το εγχείρημα έχουν επαφές το τελευταίο διάστημα με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για να εξετάσουν όλες τις διαθέσιμες επιλογές.
Οι ίδιοι κύκλοι αναφέρουν πως σχετική προεργασία έχει ήδη ξεκινήσει και στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG Comp), η οποία αποτελεί την αρμόδια αρχή που θα κρίνει εάν ένα τέτοιο σχέδιο ισοδυναμεί με κρατική στήριξη (state aid) προς τον τραπεζικό τομέα.

Τα προβλήματα

Ωστόσο υπογραμμίζουν πως πρόκειται για ένα δύσκολο τεχνικά εγχείρημα, με πολύπλοκες νομικές διαστάσεις, το οποίο για να υλοποιηθεί προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση την έγκριση των θεσμών. Τα βασικά προβλήματα είναι τα εξής: Πρώτον, πρέπει ο ESM να δώσει το πράσινο φως για τη χρήση μέρους του κεφαλαιακού μαξιλαριού που διατηρεί το υπουργείο Οικονομικών, για την εξασφάλιση των εγγυήσεων,
Δεύτερον, πρέπει να βρεθεί νομική φόρμουλα που θα επιτρέψει στην DG Comp να μη χαρακτηρίσει κρατική στήριξη τη σχετική βοήθεια προς τις τράπεζες. Οπως σημειώνει πηγή από τις Βρυξέλλες που συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία, η προετοιμασία για τη δημιουργία μιας κεντρικής bad bank που θα αποκτήσει επισφαλή δάνεια είναι χρονοβόρος. «Ακόμα και αύριο να ξεκινούσαμε, πριν από τα μέσα του 2020 δεν θα ήμασταν έτοιμοι» σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, εκτιμά πως η λύση της σύστασης ενός οχήματος Ειδικού Σκοπού (SPV), το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για την πώληση μεγάλων πακέτων «κόκκινων» δανείων σε τρίτους, κατά τα πρότυπα του μοντέλου που εφαρμόστηκε στην Ιταλία, μπορεί να «τρέξει» πιο γρήγορα.
Επιπλέον, δεν θεωρεί απίθανο το σχέδιο αυτό να ξεπεράσει τον σκόπελο του state aid, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ενεργοποίηση των κανόνων του bail in, δηλαδή συμμετοχή των ιδιωτών μετόχων και των ανασφάλιστων πιστωτών στο σχήμα διάσωσης της τράπεζας ή των τραπεζών που θα στηριχθούν.

Καταλύτης για το σύστημα

Σύμφωνα με τραπεζική πηγή, η συγκεκριμένη λύση θα μπορούσε να αποτελέσει τον καταλύτη που χρειάζεται σήμερα το τραπεζικό σύστημα για να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των αγορών. Και αυτό διότι αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες ο βαθμός ανάκτησης των «κόκκινων» δανείων να ανέλθει σε επίπεδα κοντά στο 50% την ερχόμενη τετραετία.
Εάν οι τράπεζες πιάσουν αυτό το ποσοστό, τότε πετυχαίνουν κατά πάσα πιθανότητα μέχρι και το 2022 τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους στον μέσο όρο της ευρωζώνης, δηλαδή στο 5%, χωρίς να χρειαστούν νέα κεφαλαιακή ένεση και δίχως να εμφανίσουν σε καμία από τις επόμενες χρήσεις αρνητικό αποτέλεσμα. Μόνο τυχαία δεν ήταν η ανάκαμψη των τιμών των μετοχών την Πέμπτη, μετά τη δημοσιοποίηση πληροφοριών ότι οι Αρχές σχεδιάζουν ένα σύστημα εγγυοδοσίας για την ταχεία εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.

Πώς θα γίνει η εγγυοδοσία

Σύμφωνα με ένα από τα σενάρια που είναι σε επεξεργασία, θα μεταφερθούν σε ένα επενδυτικό όχημα που θα συσταθεί προβληματικά δάνεια με εξασφαλίσεις και θα εκδοθούν διάφορες σειρές ομολόγων, μέρος των οποίων θα είναι εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο. Τα ομόλογα στη συνέχεια θα διατίθενται σε επενδυτές και το τίμημα θα αποδίδεται στις τράπεζες. Αναλυτής εκτιμά ότι το σχέδιο αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί πολύ εύκολα, εφόσον ληφθούν από τις Αρχές οι απαραίτητες εγκρίσεις στη στεγαστική πίστη λόγω των ποιοτικών σε αρκετές περιπτώσεις ενεχύρων που συνοδεύουν τις πιστώσεις της κατηγορίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Δημόσιο παρέχοντας εγγυήσεις της τάξης των 3 δισ. ευρώ αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες δάνεια ύψους 15 δισ. ευρώ να βρουν αγοραστή, χωρίς οι τράπεζες να εμφανίσουν ούτε 1 ευρώ ζημιάς. Σε αυτό το σενάριο, ιδιώτες επενδυτές αποκτούν το προαναφερθέν χαρτοφυλάκιο, δαπανώντας 9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 1/3 θα είναι εγγυημένο από το Ελληνικό Δημόσιο και το υπόλοιπο, περί τα 6 δισ. ευρώ, θα καλύπτεται από τα ενεχυριασμένα ακίνητα. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος ζημιάς για αυτούς περιορίζεται αισθητά, ενώ υπάρχει η προοπτική σημαντικών υπεραξιών στο σενάριο βελτίωσης των συνθηκών στην εγχώρια κτηματαγορά.
Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες ρευστοποιούν στεγαστικά δάνεια στο 60% της ονομαστικής τους αξίας και επιτυγχάνουν με μία κίνηση ένα μεγάλο μέρος της επιδιωκόμενης προσαρμογής στους δείκτες καθυστερήσεων, χωρίς να εμφανίσουν ζημιές, δεδομένων των προβλέψεων που έχουν ήδη σχηματίσει.

Το δύσκολο στοίχημα και η πολιτική αβεβαιότητα

Κοινοτικός αξιωματούχος που παρακολουθεί τις εξελίξεις στον εγχώριο τραπεζικό κλάδο, αν και χαρακτηρίζει υπερβολική τη διακύμανση των μετοχών την περασμένη εβδομάδα, δεν εξεπλάγη από την πτώση τους. «Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα σήμερα ότι οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι θα καταφέρουν να καθαρίσουν την επόμενη τετραετία τους ισολογισμούς τους χωρίς να εμφανίσουν ζημιές σε καμία από τις επερχόμενες οικονομικές χρήσεις και δίχως μια νέα κεφαλαιακή ενίσχυση;» αναρωτιέται η ίδια πηγή.
Οπως επισημαίνει, το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών αποτελείται από τον αναβαλλόμενο φόρο δυσκολεύει το όλο εγχείρημα. Και αυτό διότι θέτει πλαφόν στο ετήσιο κόστος εξυγίανσης, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει την οργανική κερδοφορία της εκάστοτε χρονιάς. Σε διαφορετική περίπτωση, η τράπεζα που θα εμφανίσει αρνητικό αποτέλεσμα, όχι μόνο χάνει μέρος των ιδίων κεφαλαίων της, αλλά επιπλέον καλείται να εκδώσει μετοχές υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, πλήττοντας με αυτόν τον τρόπο τους ιδιώτες μετόχους της.
«Οσοι λοιπόν εκτιμούν ότι τα νούμερα δεν βγαίνουν και ότι οι τράπεζες δεν θα καταφέρουν να μειώσουν τα “κόκκινα” δάνεια σε μονοψήφια ποσοστά μέχρι και το 2022, χωρίς να γράψουν ζημιές, αποχωρούν από τον κλάδο» υποστηρίζει τραπεζική πηγή.
Αναμφίβολα πάντως η περίπτωση της Ελλάδας έχει κουράσει, όπως φάνηκε στις πρόσφατες επαφές των τραπεζικών διοικήσεων με ξένους επενδυτές στο Λονδίνο. Σύμφωνα με στέλεχος συστημικού ομίλου, που έχει εικόνα των συγκεκριμένων συζητήσεων, οι θεσμικοί ακούν τα επιχειρήματα των τραπεζιτών ότι τα μεγέθη τους βελτιώνονται συνεχώς τα τελευταία τρίμηνα και το οικονομικό κλίμα φτιάχνει, ωστόσο δεν θα ρίσκαραν στην παρούσα φάση μια αύξηση των θέσεών τους στον κλάδο, λόγω του ρευστού πολιτικού περιβάλλοντος, αλλά και της αστάθειας στις αγορές, όσο μένει σε εκκρεμότητα το δημοσιονομικό πρόγραμμα της Ιταλίας.