Τον γνώρισα πρώτα με την ιδιότητα του καθηγητή, όταν δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Χάιφας στο Τμήμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Ο τρόπος διδασκαλίας του, εντυπωσιακός: χωρίς σημειώσεις, διέτρεχε με σαρωτική ευκολία το έργο μιας πλειάδας συγγραφέων, κάνοντας οξυδερκή σχόλια και παραλληλισμούς, εντοπίζοντας συγγένειες, απαγγέλλοντας αποσπάσματα. Δεν επρόκειτο βέβαια για συμβατική διάλεξη αλλά για ενθουσιώδη αναδημιουργία.
Αρκετά χρόνια αργότερα, διαβάζοντας το μυθιστόρημά του Μόλχο, γοητευμένη από τη δύναμη, το εύρος της θεματικής του και τη βαθιά ανθρωπιά που το διέπνεε, σκέφθηκα ότι θα άξιζε οπωσδήποτε να μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο συγγραφέας του όχι μόνο εμπιστεύτηκε την απειρία μου αλλά με παρότρυνε να μεταφράσω το μυθιστόρημά του Ο κύριος Μάνι, αυτό που σύμφωνα με τη γνώμη των κριτικών αλλά και του ίδιου θεωρείται το magnus opus του.
Ετσι, ξεκίνησε για μένα η περιπέτεια της μετάφρασης του σπουδαίου ισραηλινού συγγραφέα και διανοουμένου Αβραάμ Β. Γεοσούα.
Παράξενη στ’ αλήθεια κι αυτή η μοναχική δουλειά του μεταφραστή. Τι είναι αυτό που με σπρώχνει να ρίχνομαι με το ίδιο πάθος στη μετάφραση κάθε καινούργιου έργου του; Σίγουρα είναι η περιέργεια και η θέληση να γνωρίσω εκ των έσω, μέσα από την ύφανση των λέξεων, τη σκέψη αυτού του μεγαλόπνοου δημιουργού, ερευνώντας – χωρίς ποτέ να είμαι βέβαιη για το αποτέλεσμα – τα όρια της ίδιας μου της γλώσσας.
 
Η πρόκληση είναι πολύ μεγάλη όταν έχεις να κάνεις με έναν συγγραφέα όπως ο Γεοσούα, που η πληθωρική φαντασία του δημιουργεί σε κάθε μυθιστόρημα ένα εντελώς διαφορετικό, πολυπρόσωπο και πολυεπίπεδο σύμπαν, και συνιστά η ίδια γενετικό όρο της γλώσσας. Με άλλα λόγια, όπως είχε επισημάνει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, όταν «η φαντασία αποτελεί μια μορφοποιητική αρχή, που μεσολαβεί ανάμεσα στις αισθήσεις και τις έννοιες και παράγει γλωσσικά φαντασιακά είδωλα, διαφορετικά τόσο από τις επί μέρους εικόνες της πραγματικότητας όσο και από τις αφηρημένες έννοιες της ψηφιακής γλώσσας».
Στην Κομπάρσα, που είναι αφιερωμένη στην πρόσφατα χαμένη πολυαγαπημένη του σύζυγο, Ικα, ο Γεοσούα σκιαγραφεί με χιούμορ και διεισδυτικότητα σκηνές της καθημερινής ζωής, πράγματα φαινομενικά κοινότοπα, που όμως αποκτούν μυστήριο και βάθος ακριβώς επειδή τα παρατηρεί με μια ιδιαίτερη προσοχή. Μια ηλικιωμένη μάνα που πηγαίνει δοκιμαστικά σε έναν οίκο ευγηρίας μετά τις επίμονες προτροπές του υπερπροστατευτικού γιου της, μια διαζευγμένη κόρη, αρπίστρια στη συμφωνική ορχήστρα του Αρνχάιμ, στην Ολλανδία, που αρνήθηκε να κάνει παιδί από αγάπη για την τέχνη της, μια πόλη-μύθος, η Ιερουσαλήμ, πόλη φορτωμένη από Ιστορία και ιερότητα σε αντίστιξη με το κοσμικό, βέβηλο σχεδόν, Τελ Αβίβ, και να που ο Γεοσούα μας βάζει μπροστά σε μια σειρά από δίπολα: Ισραήλ και Διασπορά, Ιερουσαλήμ και Τελ Αβίβ, ατομικές επιλογές και κοινωνικές επιταγές. Παράλληλα, εξερευνά τη γυναικεία ψυχοσύνθεση δίνοντας υπόσταση στους τροπισμούς του εσωτερικού κόσμου, στα πάθη και στους φόβους της ηρωίδας του, και πλάθοντας έτσι άλλον έναν δυναμικό και πολυσύνθετο γυναικείο χαρακτήρα σαν αυτούς που συναντάμε στα έργα του.
Από το εμβληματικό Ο κύριος Μάνι και το Ταξίδι στο τέλος της χιλιετίας ως τον Υπεύθυνο ανθρώπινου δυναμικού, τα Φιλικά πυρά ή την Ρετροσπεκτίβα, ο Α. Β. Γεοσούα μπορεί να είναι αναπόδραστα συνδεδεμένος με την εποχή του, ωστόσο ποτέ δεν μένει φυλακισμένος μέσα σε αυτήν. Διεκδικώντας το ηθικό βάρος της λογοτεχνίας, με μια πρόζα που εκφράζει πάντα κάτι το α-χρονικό, διατηρεί την απαραίτητη απόσταση ώστε να έχει τον χώρο και τον χρόνο να χαρτογραφεί με τη δική του διεισδυτική ματιά την πραγματικότητα, να υπερβαίνει τις συμβάσεις και να εμβαθύνει σε οικουμενικά ηθικά ζητήματα.
* Το μυθιστόρημα Η κομπάρσα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.