• Αναζήτηση
  • Η επενδυτική απραξία απειλεί την οικονομία

    Μεγαλώνει η ψαλίδα επιχειρήσων που στηρίζονται στην εγχώρια κατανάλωση και εταιρειών που υποδέχονται μεγάλο μέρος των εσόδων τους από το εξωτερικό

    Ετος εκλογών το 2019, και για τις επιχειρήσεις αρχίζει μια δύσκολη περίοδος αφού τέτοια χρονικά διαστήματα χαρακτηρίζονται από επενδυτική απραξία και από την αναβλητικότητα σε ό,τι αφορά τις εταιρικές αποφάσεις.

    Ηδη, τον Δεκέμβριο του 2018 έγινε γνωστό πως ένα επενδυτικό σχέδιο και μια εξαγορά δεν θα υλοποιηθούν. Πρόκειται για την αποχώρηση της BlackRock από την ανέγερση εμπορικού κέντρου στην Ακαδημία Πλάτωνος και τη μετάθεση για αργότερα του deal μεταξύ Fortress και MIG για την εξαγορά της ναυτιλιακής Attica Group.

    To 2019 όλα δείχνουν ότι θα μεγαλώσει η ψαλίδα μεταξύ των επιχειρήσεων που στηρίζονται στην εγχώρια κατανάλωση και των επιχειρήσεων που έχουν καταφέρει να υποδέχονται το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους από το εξωτερικό.

    Το εγχώριο ΑΕΠ το 2019 θα αυξηθεί σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης πάνω από 2% αλλά αυτό θα στηριχθεί στην ιδιωτική κατανάλωση και κυρίως στα έσοδα από τον τουρισμό. Αρα λίγες επιχειρήσεις θα ωφεληθούν σε απόλυτο αριθμό. Παράλληλα, η  κρατική κατανάλωση μειώνεται όχι λόγω της περικοπής δαπανών που είναι το ζητούμενο αλλά λόγω της στάσης πληρωμών του κράτους απέναντι στις επιχειρήσεις για να σχηματιστούν τα υπερπλεονάσματα που έχουμε δεσμευτεί. Επίσης, η υπερφορολόγηση παραμένει και οι υποχρεώσεις των πολιτών που «κοκκινίζουν» στην Εφορία αυξάνονται εις βάρος της αναπτυξιακής πορείας της χώρας.

    Αντιθέτως, οι εξαγωγές μας ενισχύονται και το 2018 θα κλείσουν με νέο ρεκόρ δίνοντας τα απαραίτητα «καύσιμα» στις εξαγωγικές επιχειρήσεις για τη συνέχεια ώστε να διασφαλιστούν και γιατί όχι να αυξηθούν θέσεις εργασίας.

    Το κακό νέο όμως είναι ότι οι εισαγωγές μας αυξάνονται με μεγαλύτερο ρυθμό από τις εξαγωγές, το εμπορικό έλλειμμα βρίσκεται στο δυσθεώρητο ύψος των 18,6 δισ. και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας αντί να ενισχύεται, βυθίζεται. Και αυτό γιατί η χώρα μας ακόμη δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει παραγωγικές επενδύσεις.

    Στασιμότητα

    Τα λεφτά που έχουν εισρεύσει στη χώρα το τελευταίο διάστημα προέρχονται κυρίως από τις εταιρείες επενδύσεων στο real estate και από ξένους επενδυτές που αγοράζουν ακίνητα για να αποκτήσουν «χρυσή» βίζα. Από εκεί και μετά το χάος. Είναι ενδεικτικό ότι το 2018 ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου, δηλαδή οι επενδύσεις, ενισχύθηκαν μόλις κατά 0,8% σε σχέση με το 2017. Μπορεί το 2017 να είχε υψηλή βάση εκκίνησης (είχαν παραδοθεί στην κυκλοφορία μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι) αλλά η σύγκριση με κάθε τρίμηνο ξεχωριστά καταδεικνύει τη στασιμότητα των επενδύσεων.

     

    Καθοριστικός παράγοντας πάντως για την αύξηση του μεγέθους της εγχώριας οικονομίας και των επιχειρήσεων εκτός από την προσέλκυση ξένων επενδύσεων είναι και η ενεργοποίηση των ελλήνων επιχειρηματιών που κατά γενική ομολογία δεν έχουν στηρίξει τις εταιρείες τους κατά τη διάρκεια της κρίσης με φρέσκα κεφάλαια και διατηρούν μεγάλο μέρος της προσωπικής τους περιουσίας στο εξωτερικό.

     

    Η επιστροφή της οικονομίας στην κανονικότητα και η ελαχιστοποίηση του ρίσκου της χώρας (έξοδος στις αγορές με χαμηλά επιτόκια) θα μπορούσαν να επαναφέρουν μέρος των κεφαλαίων αυτών πίσω και σε συνδυασμό με ξένες τοποθετήσεις να είχαμε ένα επενδυτικό μπουμ που θα δυνάμωνε τις ελληνικές επιχειρήσεις.

     

    Το πλεονέκτημα

    Κατά την περίοδο της κρίσης η Ελλάδα έχει αποκτήσει ένα μεγάλο πλεονέκτημα για τους επιχειρηματίες. Οι μισθοί έχουν υποχωρήσει δραστικά και το ανθρώπινο δυναμικό εκτός του ότι είναι μορφωμένο και εξειδικευμένο έχει συμβιβαστεί με αυτές τις απολαβές, κάτι που δεν ίσχυε στην αρχή της κρίσης. Σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση της χώρας και το σταθερό της νόμισμα η Ελλάδα είναι σε θέση να προσελκύσει πακτωλό επενδύσεων.

     

    Προς αυτή την κατεύθυνση οι δανειστές μας δίνουν έμφαση στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, στην επίλυση της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας, σε παρεμβάσεις στις αγορές προϊόντων και στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του κράτους προς ιδιώτες.

     

    Σε πρόσφατη παρέμβασή του ο πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Θεόδωρος Φέσσας σημείωσε  ότι παρά την προϊούσα αποεπένδυση στη χώρα, που ξεπερνά τα 100 δισ. ευρώ, έχει ξεκινήσει μια μικρή αλλά σταδιακή ανάκαμψη των επενδύσεων, με έμφαση στον βιομηχανικό εξοπλισμό, και τόνισε ότι τα μέλη του ΣΕΒ σχεδιάζουν επενδύσεις 16 δισ. τα επόμενα χρόνια. Οπως επισήμανε, «εάν θέλουμε να δούμε ένα ισχυρό κύμα επενδύσεων στη χώρα μας, οφείλουμε να κινηθούμε ταχύτερα και να ξεπεράσουμε τα προβλήματα που δημιουργούν η γραφειοκρατία, οι διαδικασίες αδειοδότησης και χωροθέτησης και η πολύ υψηλή, γεμάτη ασάφειες και απρόβλεπτη φορολογία» και κατέληξε λέγοντας ότι «η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει από οικονομία της κατανάλωσης και των εισαγωγών σε οικονομία της παραγωγής και των εξαγωγών».

     

    Ισότιμη μεταχείριση των ελληνικών βιομηχανιών με τους ξένους

    H ενίσχυση της παραγωγής και της μεταποίησης θα προέλθει μέσα από την ισότιμη μεταχείριση των ελληνικών βιομηχανιών με τους ξένους ανταγωνιστές τους. Μείωση στο ενεργειακό κόστος για ρεύμα και φυσικό αέριο – τελευταίες μελέτες δείχνουν ότι οι ελληνικές βιομηχανίες πληρώνουν έως και 30% πάνω το ρεύμα σε σχέση με τις ομοειδείς επιχειρήσεις στο εξωτερικό –, πληρωμή των υποχρεώσεων του κράτους, όπως π.χ. επιστροφές ΦΠΑ, και κυρίως πρόσβαση σε δανειακά κεφάλαια με επιτόκια αγοράς και όχι τα σημερινά απαγορευτικά επιτόκια που τα διαμορφώνει η αδυναμία των εγχώριων τραπεζών να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις.

     

     

     

    Αφιερώματα
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk