Ηεπικράτηση Μπάιντεν προκάλεσε μούδιασμα στην Αγκυρα. Είναι ενδεικτικό ότι η τελευταία συνεχάρη τον νέο πρόεδρο της Γουινέας, αλλά καθυστέρησε χαρακτηριστικά να το κάνει με τον Μπάιντεν. Τρεις είναι οι κύριες ανησυχίες της τουρκικής ηγεσίας, δύο τακτικές και μία στρατηγική. Στο τακτικό επίπεδο, χάρη στην ιδιαίτερη σχέση Τραμπ – Ερντογάν, ο πρώτος απολάμβανε μια τύποις ασυλία σε προσωπικά και εθνικά ζητήματα. Στην υπόθεση της τουρκικής τράπεζας Halkbank, η οποία ταλανίζει την αμερικανική Δικαιοσύνη από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε η παραβίαση των κυρώσεων που είχε επιβάλει η Ουάσιγκτον στην Τεχεράνη, και μάλιστα από αυτή τη διαδικασία φέρεται να πλούτισαν αρκετά στελέχη σχετιζόμενα με το περιβάλλον Ερντογάν, ο Τραμπ παρακώλυσε τη δικαστική διερεύνηση. Επίσης, στο θέμα του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 ο Λευκός Οίκος όχι μόνο κώφευε στις εκκλήσεις του Κογκρέσου για επιβολή κυρώσεων στην Αγκυρα, αλλά και μετατόπισε την αμερικανική θέση ώστε αντί της λήψης μέτρων για την εξαγορά των S-400 η κόκκινη γραμμή να είναι η ενεργοποίησή τους. Ωστόσο, ακόμη και όταν η Αγκυρα προέβη σε δοκιμές, ο Τραμπ, βρισκόμενος στην κορύφωση της προεκλογικής περιόδου, δεν ασχολήθηκε καθόλου με την υπόθεση.

Υπάρχει, πάντως, και μια στρατηγική διάσταση που αφορά τον τρόπο διαχείρισης του Ερντογάν και της Τουρκίας από τη νέα αμερικανική ηγεσία. Ο τούρκος πρόεδρος είχε βρει τον τρόπο να έχει απευθείας πρόσβαση σε έναν πρόεδρο, ο οποίος, εκτός από το ότι απέδιδε τεράστια σημασία στις διαπροσωπικές σχέσεις (και δη με έλξη σε αυταρχικούς ηγέτες), ήταν συν τοις άλλοις και αδαής περί την εξωτερική πολιτική. Ετσι, ο πολύπειρος Ερντογάν είχε τη δυνατότητα να παρακάμπτει την αμερικανική γραφειοκρατία και να πείθει τον Τραμπ για το δίκαιο των απόψεών του, εξασφαλίζοντας και ανάλογες δεσμεύσεις. Με τον Μπάιντεν, από την άλλη, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να οικοδομηθεί σχέση εμπιστοσύνης (δεν υπήρχε ιδιαίτερη συμπάθεια μεταξύ τους όταν ο πρώτος ήταν αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και υπάρχουν πληροφορίες ότι του χρεώνεται ακόμη και η συν-ενορχήστρωση του αποτυχημένου πραξικοπήματος), ενώ ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου θα κινηθεί πιο θεσμικά, εισακούγοντας και τις προτάσεις των αρμόδιων υπουργείων, ενώ δεν φαίνεται να έχει λόγο να μπλοκάρει αποφάσεις του Κογκρέσου για επιβολή κυρώσεων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον τούρκο πρόεδρο, όμως, θα προκύψει αν η νέα αμερικανική ηγεσία αποφασιστικά θέσει όρους και προϋποθέσεις για την επαναπροσέγγιση με την Αγκυρα, την οποία αργά ή γρήγορα θα επιχειρήσει. Σε αυτή την περίπτωση, η τελευταία, έχοντας ενισχύσει το αποτύπωμά της σε σειρά καταστάσεων που ενδιαφέρουν (λιγότερο ή περισσότερο) την Ουάσιγκτον, θα προσπαθήσει να το «πουλήσει» για να πάρει όσα περισσότερα μπορεί στη διαπραγμάτευση που θα ακολουθήσει. Το θετικό για την Τουρκία είναι πως, εξαιτίας της αποστασιοποίησης των ΗΠΑ από αρκετές περιφερειακές εξελίξεις, η πρώτη έχει χαρτιά να ανταλλάξει, το αρνητικό είναι πως τα συμφέροντά τους είναι διιστάμενα σε διάφορα πεδία, οπότε πιθανόν οι ΗΠΑ να απαιτήσουν ή να επιδιώξουν την ευθυγράμμιση της Τουρκίας ώστε να πάψει να θίγει τα συμφέροντά τους.

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω