Οι πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αποτελούν τη χειρότερη και πιο επώδυνη εκπαιδευτική εμπειρία χιλιάδων νέων ανθρώπων στη χώρα μας. Για πολλές γενιές Ελλήνων και Ελληνίδων, οι Πανελλαδικές, ή οι Πανελλήνιες είναι ένας εφιάλτης που ακόμη στοιχειώνει τις νύχτες μας. Οι μαθησιακές πρακτικές που καλλιεργούνται μέσα από τη διαδικασία προετοιμασίας των μαθητών/μαθητριών για αυτή την εξέταση τόσο στο σχολείο όσο και φροντιστηριακά αποτελούν ένα είδος πνευματικής «λοβοτομής» των νέων ανθρώπων της χώρας συμβάλλοντας στην εμπέδωση της πνευματικής αδράνειας, τιμωρώντας τη δημιουργικότητα και εξοβελίζοντας την κριτική σκέψη από την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι εξετάσεις εισαγωγής και το εκπαιδευτικό έργο που αφορά την προετοιμασία των μαθητών/μαθητριών για αυτές αποστερούν τους συμμετέχοντες από δεξιότητες που τους χρειάζονται ώστε να διασφαλίσουν έναν δημιουργικό, παραγωγικό και ευτυχή βίο κατά την ενηλικίωσή τους. Σε μεγάλο βαθμό οι εξετάσεις και το σχετικό εκπαιδευτικό έργο συμβάλλουν στη εξαιρετική δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι πρωτοετείς φοιτητές/τριες να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Οι περισσότεροι μαθητές/τριες που εισάγονται στα πανεπιστήμια στερούνται των δεξιοτήτων που απαιτεί η παραγωγή της επιστημονικής γνώσης και της έρευνας. Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ξέρουμε ότι οι «άριστοι» των εισαγωγικών εξετάσεων αντιμετωπίζουν συχνά και τα μεγαλύτερα προβλήματα στα πρώτα στάδια των πανεπιστημιακών σπουδών κυρίως γιατί δεν έχουν αποκτήσει δεξιότητες δημιουργικής πνευματικής εργασίας και έχουν εμπεδώσει τρόπους μάθησης που όχι μόνο δεν συμβάλλουν αλλά παρεμποδίζουν την εμβάθυνση σε επιστημονική μελέτη και έρευνα.

Τα «γιατί;» των φοιτητών

Τα ερωτήματα είναι πολλά και δεν αφορούν μόνο ζητήματα παιδαγωγικά ή εκπαιδευτικά. Η σχέση συστήματος εξετάσεων και παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου είναι βέβαια αμφίδρομη και είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς την αρχή των ευθυνών. Είναι οι πρακτικές και ο προσανατολισμός της δωδεκαετούς εκπαίδευσης που επιβάλλουν και τους αντίστοιχους τρόπους αξιολόγησης των μαθητών/τριών για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια; ‘Η το αντίστροφο; Εχουμε δηλαδή ως κοινωνία επαναπαυθεί σε μια συνολική θεώρηση του τρόπου εισαγωγής και με βάση αυτήν διαμορφώνουμε και ακολουθούμε τα «βήματα» που μας οδηγούν στον τελικό στόχο; Η πανεπιστημιακή μόρφωση αποτέλεσε για πολλές δεκαετίες και στην Ελλάδα έναν βασικό μοχλό κοινωνικής κινητικότητας. Τι έχει αλλάξει ως προς αυτό καθώς ολοκληρώνουμε τη δεύτερη δεκαετία του 21ού αιώνα; Ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι/ες έχουμε ήδη διακρίνει την κατακρήμνιση αυτής της βεβαιότητας στους φοιτητές/τριές μας. Οι νέοι/ες που φοιτούν πλέον στα περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα δεν θεωρούν ότι το «πτυχίο» θα τους εξασφαλίσει αναγκαστικά μια καλύτερη ζωή. Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης οι μαθητές/τριες της χώρας υπήρξαν οι κύριοι αποδέκτες των μηνυμάτων γενικότερης απαξίωσης της μόρφωσης. Τι χρειάζονται, τάχα, οι σπουδές αφού το «πτυχίο» δεν θα σου βρει μια «καλή δουλειά»; Φτάσαμε να υποδεχόμαστε πρωτοετείς φοιτητές/τριες που όχι μόνο δεν είχαν δεχτεί συγχαρητήρια για την επιτυχία τους από τον οικογενειακό και κοινωνικό τους περίγυρο, αλλά διακατέχονται από ένα σχεδόν ενοχικό σύμπλεγμα: «γιατί σπουδάζω επιβαρύνοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό, αντί να κάνω κάτι άλλο; Αλλά και τι άλλο να κάνω;». Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στον χώρο των Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, αλλά δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Ενα μέρος τουλάχιστον της δουλειάς μας στο πανεπιστήμιο έχει ως στόχο πια να αντιστρέψει αυτή την αρνητική προδιάθεση προς τη μόρφωση και να επανεγκαταστήσουμε την πίστη στη γνώση, στη δημιουργικότητα, στην επινόηση.

Ο ρόλος της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Η συζήτηση για τις πανελλαδικές εξετάσεις πρέπει λοιπόν να αναμετρηθεί με ερωτήματα που αφορούν τον ρόλο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στη χώρα αλλά και τις ευρύτερες στοχεύσεις που επιθυμούμε ως κοινωνία να έχει η Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση των νέων. Οι σημερινές νομοθετικές πρωτοβουλίες της πολιτείας είναι αναμφισβήτητα προς την ορθή κατεύθυνση. Βασίζονται εξάλλου στις εισηγήσεις πολλών και σημαντικών ανθρώπων που έχουν για πολλά χρόνια προβληματιστεί για τα σχετικά θέματα. Το σημαντικότερο και τολμηρότερο βήμα του εγχειρήματος αλλαγής είναι η θεσμοθέτηση ενός συστήματος εισαγωγής σε πανεπιστημιακά τμήματα εκτός πανελλαδικών εξετάσεων. Παρ’ όλες τις αρχικές δυσκολίες αλλά και τις αμηχανίες που μπορεί αυτό να δημιουργεί, ανοίγει νομίζω τον δρόμο για τον απεγκλωβισμό της εκπαίδευσης αλλά και των πανεπιστημιακών ακαδημαϊκών μονάδων από τις καταστροφικές για τη δημιουργικότητα, την επιστήμη και την ανάπτυξη της χώρας επιπτώσεις των εκπαιδευτικών πρακτικών που συνδέονται με τις πανελλαδικές εξετάσεις. Ο δρόμος που θα μας οδηγήσει πέρα από αυτόν τον «θεσμό», που αποτελεί πραγματική τροχοπέδη για την ανάπτυξη των δημιουργικών δυνατοτήτων της νέας γενιάς, έπρεπε να ανοίξει και είναι σημαντικό επίτευγμα που καταφέραμε να φτάσουμε εδώ.
Τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν την εισαγωγή ή την αφαίρεση τους ενός ή του άλλου γνωστικού αντικειμένου είναι νομίζω δευτερεύοντα. Για παράδειγμα, η διατήρηση των Θρησκευτικών στο υποχρεωτικό πρόγραμμα με παράλληλη απουσία της Ιστορίας είναι λάθος. Η απόσυρση των Λατινικών και η ένταξη της Κοινωνιολογίας μπορεί να είναι θετική, αν και αρκετά από τα επιχειρήματα περί του αντιθέτου είναι λογικά. Το ζήτημα που χρειάζεται όμως εδώ να μας απασχολήσει δεν είναι το ένα ή το άλλο γνωστικό αντικείμενο αλλά η ίδια η ιδέα των γνωστικών αντικειμένων. Τη στιγμή που εμείς ακόμη αναλωνόμαστε στον ανταγωνισμό μεταξύ πεδίων, προηγμένες εκπαιδευτικά χώρες όπως η Φινλανδία σχεδιάζουν και υλοποιούν την πλήρη κατάργηση της διδασκαλίας επιμέρους γνωστικών πεδίων στις τελευταίες τάξεις της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την απόκτηση γνώσεων μέσα από τη διαθεματική προσέγγιση προβλημάτων, ώστε να αποκτούν οι νέοι/ες περισσότερες δεξιότητες σύνθεσης, κρίσης και δημιουργικότητας.

Μια συζήτηση χωρίς… συζήτηση

Η ουσιαστική συζήτηση για τον ρόλο, τη στόχευση και άρα και για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης στην Ελλάδα δεν έχει φοβάμαι ξεκινήσει. Αυτή η συζήτηση θα πρέπει να είναι αναγκαστικά προσανατολισμένη προς το μέλλον, να αφορά δηλαδή το πώς φανταζόμαστε την κοινωνία μας προοπτικά, σε βάθος μελλοντικού χρόνου. Για ποιον κόσμο προετοιμάζουμε τους νέους και τις νέες και τι θέλουμε να εξασφαλίσουμε στις επόμενες γενιές; Και αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να διεξάγεται μόνο εντός της εκπαιδευτικής κοινότητας γιατί αφορά όλες τις κοινωνικές συνιστώσες και τον καθένα και την καθεμιά μας με τους πολλαπλούς ρόλους μας (πολίτες, επιστήμονες, γονείς κ.τ.λ.).
Η συζήτηση για το μέλλον μας μπορεί και πρέπει να είναι τολμηρή, ριζοσπαστική και καινοτόμα. Οι τραυματικές εμπειρίες της τελευταίας δεκαετίας μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για να αποφασίσουμε συλλογικά ότι το ισχύον εκπαιδευτικό μοντέλο μας ολοκλήρωσε τον ιστορικό του ρόλο, δεν ανταποκρίνεται πια στις ανάγκες μας, δεν προετοιμάζει επαρκώς τους νέους/ες για τη ζωή, δεν διαπλάθει χαρούμενους ανθρώπους, δεν υποστηρίζει τη δημιουργική δυναμική και τις απροσμέτρητες δυνατότητες των νέων σήμερα. Ωστε να διεκδικήσουμε, να απαιτήσουμε και ταυτόχρονα να στηρίξουμε την Πολιτεία να προχωρήσει με μεγαλύτερη τόλμη στις αλλαγές.
Η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας, αντιπρύτανης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ