Aλλοι συγγραφείς έχουν ήδη λησμονηθεί, άλλοι υφίστανται ορισμένες πρόσκαιρες αναβιώσεις (ας μας επιτραπεί ο συγκεκριμένος όρος) και άλλοι, όπως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, έχουν κατακτήσει εδώ και δεκαετίες την περίοπτη θέση τους ανάμεσα στους «σύγχρονους κλασικούς».

Εξήντα πέντε χρόνια και πλέον έχουν παρέλθει από τον θάνατο του κορυφαίου γερμανού δραματουργού, του ανθρώπου που επηρέασε με καθοριστικό τρόπο την εξέλιξη της θεατρικής εμπειρίας στον 20ό αιώνα, επί σκηνής μα και εκτός αυτής, αλλά οι περισσότεροι δεν διακρίνουν ρυτίδες στο έργο του. Ποιος είναι άραγε πρόθυμος να ισχυριστεί ότι ο Μπέρτολτ Μπρεχτ είναι, για τη δική μας εποχή, μια τελειωμένη υπόθεση; Αντιθέτως, η πορεία των πραγμάτων στον ανθρώπινο κόσμο, τον τόσο όμορφο και τόσο φριχτό συνάμα, φαίνεται μάλλον να δικαιώνει τα κείμενά του, να τα αναφορτίζει με επιτακτική σημασία ιδίως σε μια περίοδο απανωτών κρίσεων. Με τα σημερινά δεδομένα, ακόμη και σε κοινωνικό επίπεδο τουλάχιστον, πολύ δύσκολα διαβλέπει κανείς πότε, στο ορατό μέλλον, θα μπορούσε να σταματήσει να μας απασχολεί (και να μας αφορά άμεσα) ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έγραφε τις «Ιστορίες του κυρίου Κόινερ» από το 1927 ως το τέλος της ζωής του, το 1956, ενώ όλα δείχνουν ότι δεν τις προόριζε να εκδοθούν σε έναν ενιαίο τόμο

Αυτός ο συγγραφέας, λοιπόν, δίνει την αίσθηση του ανθεκτικού και του ανεξάντλητου. Είναι εξόχως χαρακτηριστικό ότι από τον εκδότη του στη Γερμανία, τον ποιοτικό οίκο Suhrkamp, ετοιμάζεται και θα κυκλοφορήσει στα μέσα του προσεχούς Φεβρουαρίου ένας εντυπωσιακός τόμος 750 σελίδων, όπου συγκεντρώνονται εβδομήντα πέντε εν πολλοίς άγνωστες συνεντεύξεις του Μπρεχτ σε διαφορετικές χώρες, μεταξύ 1926 και 1956, μέσα από τις οποίες ο ίδιος, επιστρατεύοντας αναπάντεχες απαντήσεις, ρίχνει ένα αλλιώτικο φως στην καλλιτεχνική του δραστηριότητα. Οι εφημερίδες, εκτός των άλλων, ενδιέφεραν πολύ τον Μπρεχτ.

Bertolt Brecht – Ιστορίες του κυρίου Κόινερ [πλήρης έκδοση]

Μετάφραση – εισαγωγή Πέτρος Μάρκαρης.

Εκδόσεις Κείμενα, 2022,σελ. 168, τιμή 12,72 ευρώ

Μας το υπενθύμισαν οι Ιστορίες του κυρίου Κόινερ (Geschichten vom Herrn Keuner), η «πλήρης έκδοση» που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Σε κάποιες από αυτές ο κύριος Κόινερ (μια ευέλικτη εκδοχή του ίδιου του Μπρεχτ) υπερασπίζεται με ένταση την αξία των εφημερίδων διαφωνώντας με τον κύριο Βιρ. Κατά τα λοιπά, το συγκεκριμένο βιβλίο περιλαμβάνει και όσες ιστορίες του Μπρεχτ ανακαλύφθηκαν το 2004 σε μια αποθήκη. Ο ελβετός ιδιοκτήτης του σπιτιού, όπου έμενε ο Μπρεχτ στη Ζυρίχη, εντόπισε μια μέρα ένα μπαούλο και μέσα σε αυτό, στα κατάλοιπα του συγγραφέα δηλαδή, μια δέσμη χειρόγραφων σελίδων με Ιστορίες του κυρίου Κόινερ, άγνωστες και αδημοσίευτες. Κατόπιν συσσωματώθηκαν (με τις υπόλοιπες, το αρχικό corpus) και εντάχθηκαν στα Aπαντά του. Τώρα τις διαβάζουμε ξανά στα ελληνικά και παρασυρόμαστε από την παραβολική τους ατμόσφαιρα, την αφοριστική και δηκτική σοφία τους.

Το «παραξένισμα» ως στρατηγική

«Η πρώτη φορά που ήλθα σε επαφή με αυτές τις ιστορίες ήταν, αν θυμάμαι καλά, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Οταν τις διάβασα, μου άρεσαν πάρα πολύ, ξετρελάθηκα. Κατόπιν μετέφερα τον ενθουσιασμό μου στον Δημήτρη Δεσποτίδη, τον ιστορικό εκδότη του Θεμελίου. Εκείνος απλώς μου είπε, «αν τις μεταφράσεις, εγώ θα τις τυπώσω». Δεν προλάβαμε όμως διότι στο μεταξύ επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών» είπε στο «Βήμα» ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης για τις Ιστορίες του κυρίου Κόινερ, οι οποίες αποδείχθηκαν και για τον ίδιο, εισηγητή του Μπέρτολτ Μπρεχτ στην Ελλάδα, ένα εγχείρημα που έμελλε να τον απασχολήσει μετά από πολλές δεκαετίες, στην ωριμότητά του. Ο Μάρκαρης, ως γνωστόν, έχει επίσης αποδώσει στη γλώσσα μας κορυφαία θεατρικά κείμενα του Μπρεχτ και μια επιλογή από τα ποιήματά του.

«Το προσφιλές στον Μπρεχτ “παραξένισμα” δεν είναι άλλο από μια καλά οργανωμένη στιγμή αποκάλυψης η οποία ανατρέπει το αλλοτριωμένο βλέμμα του ανθρώπου – και τις αντίστοιχες αντιλήψεις του – πάνω σε ορισμένα γεγονότα που εκπηγάζουν από τις διαδικασίες μιας ταξικής κοινωνίας» τονίζει ο Πέτρος Μάρκαρης

«Η έκδοση αυτή δεν είναι μόνο η πλήρης έκδοση από τις «Ιστορίες του κυρίου Κόινερ» αλλά και η μετάφρασή τους σε νέα, επεξεργασμένη μορφή» υπογραμμίζει στον σύντομο πρόλογο που έγραψε για το βιβλίο, διαθέσιμο πλέον από τις εκδόσεις Κείμενα (και πάλι, αξίζει να το σημειώσουμε αυτό, καθότι η πρώτη έκδοση είχε γίνει εν τέλει από τα Κείμενα το 1971). «Ο Μπρεχτ είχε μια θεωρία που συνέδεε τη γραφή με την κοινωνία και την κοινωνία με το θέατρο. Πολλά πράγματα σε μια κοινωνία, λόγω ακριβώς της μακροχρόνιας εμπέδωσής τους στην καθημερινότητα, αρχίζουν από ένα σημείο κι έπειτα να εγκαθίστανται στις ζωές των ανθρώπων και να θεωρούνται σαν κάτι το «φυσικό». Ο Μπρεχτ, λοιπόν, προέκρινε ως στρατηγική του το λεγόμενο «παραξένισμα» για να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους φαινόμενα, λόγου χάριν την αδικία. Δημιουργούσε δηλαδή συνθήκες μέσα στις οποίες αναδεικνυόταν ο αφύσικος, στην πραγματικότητα, χαρακτήρας τους. Ισως η πιο εμβληματική ιστορία του κυρίου Κόινερ, προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση εννοώ, να είναι αυτή που τιτλοφορείται «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι», η εκτενέστερη όλων» ανέφερε ο Μάρκαρης. «Το προσφιλές στον Μπρεχτ «παραξένισμα» δεν είναι άλλο από μια καλά οργανωμένη στιγμή αποκάλυψης η οποία ανατρέπει το αλλοτριωμένο βλέμμα του ανθρώπου – και τις αντίστοιχες αντιλήψεις του – πάνω σε ορισμένα γεγονότα που εκπηγάζουν από τις διαδικασίες μιας ταξικής κοινωνίας, γεγονότα που η ίδια προκαθορίζει και κατευθύνει. Η διάσταση αυτή είναι και στη δραματουργία του Μπρεχτ θεμελιώδης» συμπλήρωσε.

 

Η διαρκής επικαιρότητα του Μπρεχτ

Πού οφείλεται, τον ρωτήσαμε, αυτή η διαρκής επικαιρότητα του γερμανού συγγραφέα; «Νομίζω ότι αυτό που εξακολουθεί να καθιστά τον Μπρεχτ εξαιρετικά ανθεκτικό στο πέρασμα του χρόνου είναι ακριβώς η ιδιότυπη ματιά του. Αυτό προκύπτει τόσο από τον τρόπο που είναι γραμμένα τα έργα, τα θεατρικά του κυρίως, όσο και από τον διαπεραστικό σχολιασμό της πραγματικότητας που βιώνουν οι άνθρωποι. Θα σταθώ λίγο παραπάνω στο δεύτερο. Ο,τι προσδιορίζω ως σχόλιο στον Μπρεχτ, είναι για μένα βασικότατο γνώρισμά του. Το σχόλιο του Μπρεχτ δεν είναι κάτι κλειστό, ούτε δογματικό ούτε καθοδηγείται από την ιδεολογία. Ο Μπρεχτ, όποτε καθόταν να γράψει, δεν έκανε προβολή της ιδεολογίας του. Το πιστεύω αυτό. Το σχόλιο στον Μπρεχτ είναι, επί της ουσίας, η έκφραση της βαθύτατης παρατήρησης που ο ίδιος εφάρμοζε πάνω στην κοινωνία και τα φαινόμενά της. Δεν τον ένοιαζε να δασκαλέψει τους άλλους για το πόσο σωστή ήταν η δική του ιδεολογία, ούτε απλώς να θίξει ή να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα, τον ενδιέφερε αντιθέτως να αποτυπώσει και τις αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι σε αυτά. Στα έργα του για τη ναζιστική Γερμανία αφήνει, προσέξτε το αυτό, να έρθουν στην επιφάνεια οι συνέπειες της επικράτησης μιας άλλης ιδεολογίας, αντίπαλης, εχθρικής. Το σχόλιο βεβαίως, για να επανέλθω, έχει να κάνει ευρύτερα και με την περίφημη «αποστασιοποίηση» που επίσης προέκρινε ο Μπρεχτ. Αποδοκίμαζε την ταύτιση, και στο θέατρο και στη ζωή. Δεν έχετε παρά να διαβάσετε την τελευταία περίοδο της επιστολογραφίας του, ας πούμε, για να δείτε πόσο οξεία ήταν η κριτική που ασκούσε στον σοσιαλισμό της Ανατολικής Γερμανίας. Και εγώ αν κάτι έμαθα από τον Μπρεχτ, από την ανάγνωση και τη μετάφρασή του, είναι η αισθητική αξία της απόστασης. Μπορούμε να κουβεντιάζουμε για κάτι, κοινωνικά ή πολιτικά, και να πάρω μια ξεκάθαρη θέση για αυτό. Μπορούμε να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε, να είμαι ή να μην είμαι έξαλλος για αυτό. Αν όμως θελήσω να γράψω για αυτό, θα πρέπει να απομακρυνθώ από τα γεγονότα και τους ανθρώπους, να μην έχω εμπλοκή μαζί τους, συναισθηματική ή άλλης υφής. Μόνο έτσι, από μακριά, θα μπορέσω να το παρατηρήσω αυτό που συμβαίνει και να συλλογιστώ γιατί συμβαίνει με έναν δεδομένο τρόπο. Τον Μπρεχτ τον διαβάζουμε ακόμη και παρακολουθούμε ακόμη τα έργα του να ανεβαίνουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί; Επειδή η ιδεολογία δεν επισκίασε τον ανθρωπιστή καλλιτέχνη που παρατηρεί αποστασιοποιημένα την κοινωνία» εξήγησε ο Πέτρος Μάρκαρης.

«Αν οι νεότερες γενιές διαβάσουν τις «Ιστορίες του κυρίου Κόινερ» και καταφέρουν να δουν το ανατρεπτικό μέσα στο «φυσικό», τότε θα ωφεληθούν πολύ από τον Μπρεχτ. Πολλά καθεστώτα υπάρχουν. Ενα από αυτά είναι και η συνήθεια που γίνεται ενίοτε ασφυκτική για τη ζωή» εκτίμησε. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ συνέθετε τις Ιστορίες του κυρίου Κόινερ από το 1927 ως το τέλος της ζωής του. Δεν τις προόριζε, όπως όλα δείχνουν, για κάποια έκδοση σε έναν ενιαίο τόμο. Θα λέγαμε ότι, απλούστατα, τις προσέγγιζε ως μια δημιουργική άσκηση εν προόδω, κάτι που μπορούσε να μετουσιώνεται συνεχώς, κάτι ζωντανό και ρευστό, κάτι με το οποίο ήταν δυνατόν να ταυτιστεί και ο ίδιος.

Ενδεικτικές ιστορίες

Ο μόχθος των άριστων
«“Με τι ασχολείστε τώρα;” ρώτησαν τον κύριο Κόινερ. Ο κύριος Κόινερ αποκρίθηκε: “Κοπιάζω πάρα πολύ, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου”».
(σελ. 26)

***

Ο κύριος Κόινερ και το ερώτημα αν υπάρχει Θεός
«Κάποιος ρώτησε τον κύριο Κόινερ αν υπάρχει Θεός. Ο κύριος Κόινερ απάντησε: “Σου συνιστώ να σκεφτείς αν η συμπεριφορά σου θα άλλαζε ανάλογα με την απάντηση σ’ αυτήν την ερώτηση. Αν δε θα άλλαζε, τότε μπορούμε να διαγράψουμε την ερώτηση. Αν θα άλλαζε, τότε μπορώ τουλάχιστον να σε βοηθήσω λέγοντας: Εχεις ήδη αποφασίσει. Χρειάζεσαι έναν Θεό”».
(σελ. 68)

***

Μια καλή απάντηση
«Ρώτησαν έναν προλετάριο στο δικαστήριο αν ήθελε να δώσει πολιτικό ή θρησκευτικό όρκο. Εκείνος απάντησε: “Είμαι άνεργος”. “Αυτό δεν το είπε μόνο από αφηρημάδα” παρατήρησε ο κύριος Κ. “Με αυτήν την απάντηση τους έδωσε να καταλάβουν ότι βρισκόταν σε μια κατάσταση, όπου τέτοιες ερωτήσεις, ακόμα και ολόκληρη η δικαστική διαδικασία, δεν έχουν γι’ αυτόν πια κανένα νόημα”».
(σελ. 115)

***

[άτιτλη ιστορία]
«Ο κύριος Κόινερ είπε: “Είναι μια πολύ διαδομένη ανοησία να τοποθετείται η αγάπη πάνω από τη φιλία και πέραν αυτού να θεωρείται σαν κάτι τελείως διαφορετικό. Η αξία της αγάπης εξαρτάται από τη φιλία που περιέχει, επειδή μόνο μέσω αυτής μπορεί συνεχώς να αναπαράγεται. Με τη συνηθισμένη αγάπη καταντάει κανείς αναλώσιμος, αν αυτή δεν επαρκεί για τη φιλία”».
(σελ. 143)