Το Σύμπαν του Τσόμσκι

Σε τι οφείλεται το παράδοξο της ταυτόχρονης δημοφιλίας του Τσόμσκι μεταξύ των πολιτικοποιημένων αναγνωστών και της ουσιαστικής απόρριψής του από την επιστημονική κοινότητα των διεθνολόγων και των πολιτικών επιστημόνων;

Νόαμ Τσόμσκι
Πώς λειτουργεί ο κόσμος: τέσσερα κλασικά κείμενα
Μετάφραση Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου.
Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2013,
σελ. 418, τιμή 18,50 ευρώ

Σε τι οφείλεται το παράδοξο της ταυτόχρονης δημοφιλίας του Τσόμσκι μεταξύ των πολιτικοποιημένων αναγνωστών και της ουσιαστικής απόρριψής του από την επιστημονική κοινότητα των διεθνολόγων και των πολιτικών επιστημόνων; Πράγματι, ιδιαίτερα στη χώρα μας, ο ογδονταεξάχρονος Τσόμσκι, ένας από τους σημαντικότερους γλωσσολόγους του 20ού αιώνα, είναι μάλλον περισσότερο γνωστός με τη δεύτερη ιδιότητά του, δηλαδή με την ιδιότητα του αναλυτή και διαπρύσιου επικριτή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και του διεθνούς κεφαλαίου.

Ωστόσο, οι διεθνολόγοι και οι ειδικοί της διεθνούς πολιτικής οικονομίας δεν τον εμπιστεύονται και σημαντικά προοδευτικά περιοδικά των ΗΠΑ (Τhe Nation, The New York Review of Books) δεν συνεργάζονται μαζί του. Ο ίδιος θα απαντούσε ότι οι αναλύσεις του, κατά κανόνα σφόδρα επικριτικές κατά των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα, περιθωριοποιούνται σκόπιμα γιατί οι σχέσεις της επιστημονικής κοινότητας με την εξουσία είναι πολύ στενές. Σε αυτή την απάντηση διακρίνουμε ήδη τον αφοριστικό χαρακτήρα της σκέψης του.

Κοφτεροί αφορισμοί
Στο βιβλίο του Πώς λειτουργεί ο κόσμος, το οποίο κερδίζει από τη ρέουσα μετάφραση της Μαρίας-Αριάδνης Αλαβάνου, ο Τσόμσκι είναι ιδιαίτερα αφοριστικός. Αυτό ίσως οφείλεται στο ότι το βιβλίο δεν είναι ακαδημαϊκό, αλλά αποτελείται από τέσσερις παλαιότερες πολιτικές αναλύσεις και συνεντεύξεις του, τις οποίες ο επιμελητής του βιβλίου, Αρθουρ Νάιμαν, συνέρραψε με τρόπο ώστε να έχουμε ένα πανόραμα των απόψεων του Τσόμσκι. Τα τέσσερα μέρη του βιβλίου αφορούν, πρώτον, την αμερικανική εξωτερική πολιτική, δεύτερον, την οικονομική εκμετάλλευση του Τρίτου Κόσμου και των φτωχών Αμερικανών εκ μέρους του κεφαλαίου, τρίτον, τη δημοκρατία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στις ΗΠΑ και τέταρτον την αμερικανική Αριστερά και τις συγκρούσεις στις ΗΠΑ και στον κόσμο στο τέλος του 20ού αιώνα.
Για όσους έχουν εντρυφήσει στη σκέψη του Τσόμσκι το βιβλίο δεν προσφέρει κάτι καινούργιο, αλλά για τους περισσότερους αυτή είναι μια πολύ καλή εισαγωγή στον «πολιτικό» Τσόμσκι. Στις καλές στιγμές του ο Τσόμσκι προσφέρει μια κοφτερή ματιά στο σύμπλεγμα οικονομικών-στρατιωτικών συμφερόντων που ευθύνεται για τις συχνές, κυνικές στροφές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και για την άνιση κατανομή της εξουσίας στις ΗΠΑ. Χρειάζεται πράγματι διαρκής υπενθύμιση της προνομιακής πρόσβασης στην πολιτική εξουσία την οποία απολαμβάνουν μεγάλοι αμερικανικοί επιχειρηματικοί όμιλοι. Στις κακές στιγμές του, όμως, είναι απαξιωτικός προς άλλους αναλυτές και διόλου πειστικός ως προς τις ερμηνείες του που αγγίζουν τα όρια της συνωμοσιολογίας αντί να εδράζονται σε κάποιο από τα θεωρητικά σχήματα της επιστήμης των διεθνών σχέσεων.
Ο Τσόμσκι μιλά ειρωνικά έως περιφρονητικά για τους «αμερικανούς διανοουμένους» και για κοινωνιολόγους που εντάσσονται «στο κυρίαρχο ιδεολογικό φάσμα». Οι ακαδημαϊκοί αναλυτές, στους οποίους αναφέρεται, απέχουν πολύ από το να είναι αλάνθαστοι στις ερμηνείες τους για τις διεθνείς σχέσεις, τη φτώχεια και τα ΜΜΕ. Ούτε όμως πρέπει να καθίστανται πολιτικά ύποπτοι, επειδή δεν είναι τόσο αντι-συστημικοί όσο ο ίδιος. Οι ερμηνείες του Τσόμσκι εντάσσονται σε ένα δικό του περίκλειστο σύμπαν, σε συνάφεια με την παρωχημένη θεωρία κέντρου – περιφέρειας. Ταλαντεύονται ανάμεσα αφενός στην απόδοση παντοδυναμίας σε επιλεγμένους πολιτικούς, επενδυτές και στρατηγούς που μηχανεύονται τα πάντα με την ίδια πάντοτε επιτυχία και αφετέρου στη λειτουργία του απρόσωπου παγκόσμιου κεφαλαίου που δρα ανεμπόδιστα σε παγκόσμια κλίμακα. Στην πρώτη περίπτωση, ο Τσόμσκι, θυσιάζοντας τον ρόλο του αναλυτή υπέρ εκείνου του ακτιβιστή, στενεύει τους ορίζοντες της ανάλυσής του για να καταδικάσει τις ΗΠΑ οι οποίες, κατά τη γνώμη του, έχουν το εξής μοναδικό κριτήριο στις επεμβάσεις τους: να τιμωρήσουν μια χώρα, οσοδήποτε μικρή, εφόσον αυτή αποτελεί «παράδειγμα μιας ουσιαστικής οικονομικής ανάπτυξης που παρέχει οφέλη στους απλούς ανθρώπους». Στη δεύτερη περίπτωση, ο συγγραφέας εμφυσά ανθρωπομορφικές ιδιότητες στο διεθνές κεφάλαιο το οποίο μηχανορραφεί και επιβάλλει στις κυβερνήσεις όποια πολιτική οδηγεί «στη μεγιστοποίηση του κέρδους». Πρόκειται για μια οικονομιστική, αν όχι συνωμοσιολογική ανάλυση, πέρα από ιδέες, θεσμούς και διαφοροποιημένα συμφέροντα, οι πολύπλοκοι συνδυασμοί και οι μεταβολές των οποίων απασχολούν πολλούς, λιγότερο σίγουρους για τον εαυτό τους, ακαδημαϊκούς αναλυτές.
Οι λεπτομέρειες


Οφείλεται σεβασμός στον Τσόμσκι για το εύρος των εμπειρικών στοιχείων που παραθέτει στα βιβλία του και για την αταλάντευτη, εδώ και μισό αιώνα, στάση του υπέρ των φτωχών και των αδύναμων της υφηλίου. Οι αναγνώστες του, όμως, οφείλουν στον εαυτό τους μια δόση σκεπτικισμού, η οποία είναι χρήσιμη κάθε φορά που ο Τσόμσκι μεταμορφώνεται σε οδοστρωτήρα κρίσιμων λεπτομερειών. Ενα παράδειγμα τέτοιων λεπτομερειών και της χρήσης τους από τον Τσόμσκι είναι το εξής: το 1986 οι ΗΠΑ, επί προεδρίας Ρίγκαν και αντιπροεδρίας Μπους (πατέρα), καταδικάστηκαν από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τη χρηματοδότηση των μισθοφόρων Κόντρας οι οποίοι είχαν εισβάλει στη Νικαράγουα για να ανατρέψουν την επαναστατική κυβέρνηση των Σαντινίστας και επίσης για την παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στο λιμάνι Πουέρτο Σαντίνο της ίδιας χώρας. Ηταν ένα πολύ βαρύ ατόπημα των ΗΠΑ το οποίο συνοδεύτηκε από δεύτερο ατόπημα, δηλαδή την αυτοεξαίρεσή τους από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου.
Στο βιβλίο του Πώς λειτουργεί ο κόσμος ο Τσόμσκι παρουσιάζει το γεγονός αυτό ως εξής: «Ο πρόεδρος Μπους [είναι] ο μόνος αρχηγός κράτους που καταδικάστηκε από το Διεθνές Δικαστήριο για παράνομη χρήση βίας (απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου για την επίθεση των ΗΠΑ στη Νικαράγουα)» (σελ. 65). Φαίνεται ότι πάλι ο ακτιβιστής Τσόμσκι επισκίασε τον αναλυτή εαυτό του. Είναι άλλωστε αρκετά αυτά για τα οποία ευθύνεται ο Μπους, ώστε περιττεύει να κάνει κανείς ένα είδος «μασάζ» στα γεγονότα για να του φορτώσει κάτι επιβαρυντικό.
Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk