Ο άνθρωπος που σκεφτόταν πολύ

Το τέλος εκείνου του κειμένου έκρυβε όλη την ουσία της ζωής. «Οταν ακούς επιτυχημενάκια να κρύβεσαι, όταν ακούς διστακτικό άνθρωπο να

Ο άνθρωπος που σκεφτόταν πολύ | tovima.gr
Το τέλος εκείνου του κειμένου έκρυβε όλη την ουσία της ζωής. «Οταν ακούς επιτυχημενάκια να κρύβεσαι, όταν ακούς διστακτικό άνθρωπο να βγαίνεις». Ο Κωστής Παπαγιώργης, χρόνια πριν, όταν ήταν στα φόρτε της η επέλαση της επιτυχίας ως τρόπος ζωής και της αδυναμίας ως εξοστρακισμένης πανώλης, έγραφε ένα κείμενο για τους τύπους των ανθρώπων που συναντάς γύρω σου, σε μια πόλη που ακόμη στεκόταν καλά μακιγιαρισμένη πίσω από την ψευτοανάπτυξη. Εγραφε για όλους όσοι περνούσαν γύρω μας, κορδωμένοι μα κομπλεξικοί, προβληματικοί αλλά αγέρωχοι, πλανεμένοι αλλά δήθεν ευτυχισμένοι.
Εγραφε για «την ιδεολογία τού «περνάμε καλά», του «δεν κωλώνουμε» και «δεν ψαρώνουμε», του «είμαστε και οι πρώτοι»». Για τον επιτυχημενάκια που μπορεί να τον συναντήσουμε χρόνια μετά και «με κατάπληξη διαπιστώνουμε ότι στο πλάι του – αόρατες – κάθονται οι θεές της θλίψης και της μεταμέλειας (…) Μάλιστα, αν του έχει μείνει δράμι μυαλό, αρχίζει να υποψιάζεται ότι την παρτίδα με τη ζωή κανείς δεν την κερδίζει».
Οταν γράφτηκε εκείνο το κείμενο, η ζωή δεν μας είχε χαρίσει τόσα πτώματα της επιτυχίας. Ολα τα βαμπίρ της κρίσης δεν είχαν στοιχειώσει ακόμη τη δημόσια ζωή της Ελλάδας, αλλά η διορατική σκέψη μπορεί χρόνια μετά να φανεί σαν εκπληρωμένη προφητεία. Εγραφε κάπου αλλού πως «κάθε σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι πρώην» και πως μέσα σε μια ομάδα πρώην, μετανιωμένων ανθρώπων που έχουν κάνει τις πικρές διαπιστώσεις τους, «μέσα σε μια παρόμοια λέσχη με ραγισμένες καρδιές και ψαλιδισμένες γλώσσες, ενδέχεται να βρει κανείς τους φίλους του».
Από την ώρα που μαθεύτηκε πως ο Κωστής Παπαγιώργης πέθανε, τα ξημερώματα ενός Σαββάτου, γράφτηκαν δεκάδες όμορφα κείμενα για τον ίδιο και το έργο του. Από ανθρώπους που τον μελέτησαν πραγματικά, από ανθρώπους που τον γνώρισαν, από όσους είχαν την τιμή να είναι μέλη της ευρύτερης παρέας μιας μεγάλης προσωπικότητας, από όψιμους λάτρεις που μέσα στη μόδα του RIP των social media ένιωσαν την υποχρέωση να του ευχηθούν αυτό το άβολο «Καλό ταξίδι».
Ηταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να γράψει με ευστοχία εκπαιδευμένου σκοπευτή για την απώλεια, για τον Παναθηναϊκό και τον Καραγκούνη, για τον Παπαδιαμάντη, για τη λογική πίσω από τη φράση «καλύτερα ο φόνος παρά ο χωρισμός», για το μεθύσι που «είναι σαν τη θάλασσα, άλλοι την ταξιδεύουν και την κολυμπούν και άλλοι πάνε στα νερά της να πνιγούν», για τους πρώην της ζωής, για τις καταστροφικές ιδιότητες της μνήμης και για τον ιδανικό τρόπο να απαλλοτριώσει κανείς βιβλία όταν βρίσκεται στο Παρίσι με ένα μακρύ μπουφάν, όρεξη για ανάγνωση και καθόλου φράγκα στην τσέπη. Τα κείμενά του, που βρίσκονται στη «Lifo» και στο «Αθηνόραμα», όπου αρθρογραφούσε για χρόνια, και στα βιβλία του, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, είναι ένας συνδυασμός στοχαστικών και πλάγιων παρατηρήσεων, ευαισθησίας, αποστασιοποίησης, γνώσης και γραφής σαν πολυβόλο με σιγαστήρα. Είναι κουβέντες ανθρώπινες, που θα μπορούσαν να σταθούν και σε ένα μπαρ και σε μια αίθουσα πανεπιστημίου. Ηταν και μόδα και τέχνη, ήταν και εφήμερα και διαχρονικά. Ηταν δώρα σε όποιον θέλει να γράφει, σε όποιον αγαπά να διαβάζει.
Τα μπαρ, τα μπουζουξίδικα, το γλέντι ως καύσιμο ζωής ήταν ένα από τα αντικείμενα έμπνευσής του. «Κάθε γνήσιο μεθύσι καταλήγει σε πλήρη κατάπτωση, σε γκρέμισμα, σαν μικρός θάνατος. Γι’ αυτό η επιστροφή στο σπίτι – δεν αρμόζει να μεθάμε σπίτι μας – αποτελεί πάντα μια μικρή περιπέτεια. Ας σεβόμαστε αυτά τα κουφάρια που κατορθώνουν να βαδίζουν. Οποιος κι αν είναι ο δρόμος μας, εκείνοι είναι πρόδρομοι…» έχει γράψει παρατηρώντας την ανθρωπογεωγραφία της πόλης με μάτι κυνηγού, βλέποντας λοξά τύπισσες όπως «Η τέως καλλονή που τα πίνει (για να ξεχάσει και κυρίως για να θυμηθεί) είναι από τα πιο εντυπωσιακά θεάματα της πόλης».
Προφανώς κάθε εποχή είναι δύσκολη, κάθε εποχή είναι γεμάτη γλοιώδεις προσωπικότητες που σου κουνάνε το χέρι της επιτυχίας και ενώ βλέπεις πως όλα πάνω τους είναι στραβά, αυτοί αποδεικνύουν πως είναι ευτυχισμένοι μέσα στην άγνοιά τους. Ο Κωστής Παπαγιώργης πέθανε στη δίνη μιας τέτοιας περίεργης εποχής, αλλά άφησε σκέψεις που όταν διαβαστούν με νηφαλιότητα εξηγούν λίγο-πολύ τα πάντα. Από τη νοσταλγία («Είναι γεγονός ότι όποιος έζησε κάποτε μια καλή εποχή – όπου γεννούσαν τα μουλάρια και άνθιζαν ακόμη και οι μολόχες – αποκλείεται να τη διαγράψει. Η μνήμη επιστρέφει εκεί ψυχαναγκαστικά, ο ίδιος κατοικεί στο παρελθόν και κάνει άσχημες διαπραγματεύσεις με το παρόν») μέχρι το σημαντικότερο και δυστυχώς πιο επίκαιρο, τον θάνατο. Γιατί: «Οι άνθρωποι ζουν για τον εαυτό τους και πεθαίνουν μόνο για τους άλλους».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk