Μέλια και τσεκούρια

Δεν υπάρχει τρόπος να τη σταματήσεις. Μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνει και μετά ξαναμμένη παίρνει πάλι τα σοκάκια να ξεδιψάσει τον οίστρο της. Αχόρταγη στον έρωτα η Μύρσα, δεν αφήνει αρσενικό να της ξεφύγει.

Δεν υπάρχει τρόπος να τη σταματήσεις. Μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνει και μετά ξαναμμένη παίρνει πάλι τα σοκάκια να ξεδιψάσει τον οίστρο της. Αχόρταγη στον έρωτα η Μύρσα, δεν αφήνει αρσενικό να της ξεφύγει. Γέροι, νέοι, όμορφοι, άσχημοι, είναι όλοι ευπρόσδεκτοι στα σκέλια της που καίγονται από λαχτάρα. Να τους πάρει όλους – κι ας πεθάνει. Κι ας στραγγίξει από κάθε υγρό, από κάθε χυμό, από κάθε ρανίδα ενέργειας που κυκλοφορεί στις φλέβες της. Δεν υπάρχει τίποτε, καμία δύναμη στον κόσμο, κανένας φραγμός που να μπορεί να ορθωθεί ανάμεσα σ’ εκείνη και στην επιθυμία της – ούτε καν οι δεσμοί αίματος είναι ικανοί να βάλουν φρένο στην ορμή της. Αλαφιασμένη, με τις τρίχες του κορμιού της ορθωμένες, τις αισθήσεις της σε παροξυσμό, τα ρουθούνια ορθάνοιχτα, το βλέμμα πύρινο, η Μύρσα μοιάζει με αγριόγατα – μια δύναμη της φύσης που δεν αναχαιτίζεται: όποιος βρεθεί στο διάβα της, δεν πα να ‘ναι και παιδί της, καλά θα κάνει να προσέξει καλά προτού απορρίψει τη μνημειώδη λύσσα της.
«Μάνα είσαι εσύ ή κόρη του Σατανά, βρε τέρας!» φωνάζει η ηρωίδα του διηγήματος στη Μύρσα, όταν τη βλέπει να επιτίθεται ερωτικά στον ίδιο της τον γιο, τον Μάρκο. Ευτυχώς για τον Μάρκο, το σεξ δεν είναι σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Προτιμά κάτι πιο ήρεμο και λιγότερο περιπετειώδες: τον ύπνο. Και είναι τυχερός, γιατί η έφηβη αρραβωνιαστικιά του σέβεται απόλυτα αυτή του την ιδιαιτερότητα, τον «θεϊκό ύπνο του», όπως τον αποκαλεί. Της είναι υπεραρκετό να παίρνει τον Μάρκο αγκαλιά και να τον μοιράζεται με τον Μορφέα. «Αυτό το πλάσμα γεννήθηκε για να κοιμάται» σκέφτεται, ενώ τον παρατηρεί να κείται πανέμορφος και μακάριος, με τα βλέφαρα κλειστά, βυθισμένος τις περισσότερες ώρες της ημέρας (είκοσι, για την ακρίβεια) σε μιαν άλλη διάσταση, μακριά από τα εγκόσμια. Καθόλου δεν την πειράζει που η σχέση τους στερείται σαρκικής υπόστασης: το παιχνίδι με τα βλέμματα – αυτό στο οποίο το ζευγάρι ενδίδει καθημερινά στέκοντας ο ένας απέναντι από τον άλλο και ανταλλάσσοντας ατελείωτες, βαθιές, σιωπηλές ματιές – είναι το πιο αξιοσημείωτο και απολαυστικό μέρος της σχέσης τους. Αυτό την κάνει ευτυχισμένη· αυτό της μαθαίνει τα μυστικά του κόσμου, του εαυτού της και του αγαπημένου της.
«Και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν» μνημονεύει τον Εφέσιο η αφηγήτρια. Πάνω σε αυτή την αρχή πλέκεται η ιστορία της Ζατέλη: το λάγνο θηλυκό και το τρυφερό κορίτσι, η σεξουαλική μανία και η καταπραϋντική αγκάλη, η σαρκική υστερία και η παιγνιώδης ελευθερία, ο έρωτας και ο θάνατος, το τσεκούρι και το μέλι: «το τσεκούρι, πίστευαν, έκοβε τον τρόμο της ψυχής, τον πανικό, και το μέλι γλύκαινε και γαλήνευε τα τσιγέρια, την ταραχή του σώματος…». Και είναι αυτή η παλινδρομική κίνηση – από τη φρενίτιδα στον ύπνο, από το τρέμουλο στην ακινησία, από την απώλεια στη συμφιλίωση – που ενεργοποιεί το γοητευτικό σύμπαν του διηγήματος, εκεί κάπου στα σύνορα μεταξύ πραγματικού και μεταφυσικού, όπου όλα διαγράφονται πιθανά και απίθανα ταυτόχρονα.
Η αίσθηση αυτή του «αληθινού» παραμυθιού ουδέποτε απασχόλησε το σκηνοθετικό ντουέτο της παράστασης, τον Δημήτρη Αγαρτζίδη και τη Δέσποινα Αναστάσογλου. Ολες οι βασικές αρχές της σκηνικής αφήγησης παραβιάζονται. Ο Χορός των τριών νεαρών ηθοποιών – Ξένια Θεμελή, Σύρμω Κεκέ, Τατιάνα Αννα Πίττα – καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε εμπλοκή μας με την ιστορία της «Περσινής αρραβωνιαστικιάς». Τοποθετημένες μέσα σε έναν τόσο μικρό χώρο, κι όμως φωνάζουν με κάθε ευκαιρία. Η εκφορά του λόγου αποδεικνύεται ανεξήγητα και αφόρητα επιθετική – λες και η σεξουαλική ή συναισθηματική ένταση μπορεί να αποδοθεί μόνο μέσα από στερεοτυπικές, υστερίζουσες συμπεριφορές. Η κινησιολογία ακολουθεί και αυτή την πεπατημένη: σούρσιμο στα πατώματα, χάιδεμα των τοίχων, δραματικές πόζες με μέλια και τσεκούρια, τίποτε από τα οποία δεν πυροδοτεί τη φαντασία ή τις αισθήσεις μας. Η εμμονή με την κυριολεξία επιφέρει και το τελειωτικό χτύπημα: όσα λουκούμια κι αν καταναλώνονται επί σκηνής, ο δικός μας πόνος δεν λέει να γλυκάνει.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk