Η γέννηση του «ανατολικού μπλοκ»

Ανοιξη του 1945. Στα βαγόνια των ευρωπαϊκών σιδηροδρόμων στοιβάζονται και μεταφέρονται τα ανθρώπινα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου,

Anne Applebaum
Iron Curtain: The Crushing of Eastern Europe, 1944-1956
Εκδόσεις Random House Inc, 2012,
σελ. 608, τιμή 25,30 ευρώ

Ανοιξη του 1945. Στα βαγόνια των ευρωπαϊκών σιδηροδρόμων στοιβάζονται και μεταφέρονται τα ανθρώπινα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επιζώντες των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, εξόριστοι που επιστρέφουν στις βάσεις τους από τη Σοβιετική Ενωση, εκτοπισμένοι και αιχμάλωτοι κάθε είδους, όλοι τους εξαθλιωμένοι, πεινασμένοι, άρρωστοι.

Στον κεντρικό σταθμό της πόλης Λοτζ, στην Κεντρική Πολωνία, μια ομάδα γυναικών, εθελόντριες και νοσοκόμες, προσπαθούν να περιορίσουν την ανθρωπιστική συμφορά, γιατροπορεύουν μάνες και ορφανά, παρέχουν κουβέρτες και ζεστό φαγητό. Οι επικεφαλής αυτής της προσπάθειας ήταν πρώην μέλη της Πολωνικής Ενωσης Γυναικών, μιας ανεξάρτητης φιλανθρωπικής οργάνωσης που είχε ιδρυθεί το 1913, σκοπός της οποίας ήταν η κοινωνική αλληλεγγύη – ενστικτωδώς δε ανταποκρίθηκαν και σ’ εκείνη την κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Το 1950, όμως, πέντε χρόνια αργότερα, η ίδια οργάνωση είχε μετεξελιχθεί σε κάτι τελείως διαφορετικό: είχε πλέον αποκτήσει γραφειοκρατία και κεντρική διοίκηση στη Βαρσοβία, μια εποπτεύουσα γενική γραμματέα και συντρόφισσες που καταδίκαζαν με την υπογραφή τους τον δυτικό ιμπεριαλισμό – όποια αρνιόταν, λόγου χάριν, να γιορτάσει μαζί με τις υπόλοιπες τα γενέθλια του Ιωσήφ Στάλιν σταματούσε να είναι συντρόφισσα. Με άλλα λόγια, η Πολωνική Ενωση Γυναικών είχε αποκτήσει έναν ξεκάθαρο πολιτικό και ιδεολογικό προσανατολισμό: είχε ουσιωδώς μετατραπεί στο Τμήμα Γυναικών του Κομμουνιστικού Κόμματος Πολωνίας. Πώς ακριβώς συνέβη αυτό; Η 50χρονη Αν Απλμπαουμ, η αμερικανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας με τις πολωνικές ρίζες, επιχειρεί να δώσει ευρύτερες απαντήσεις με το πλέον πρόσφατο βιβλίο της «Iron Curtain: The Crushing of Eastern Europe, 1944-1956» (Σιδηρούν παραπέτασμα: Η συντριβή της Ανατολικής Ευρώπης, 1944-1956), στο οποίο περιγράφει τους τρόπους με τους οποίους η σοβιετική Ρωσία δημιούργησε το λεγόμενο «ανατολικό μπλοκ», πώς δηλαδή οργανώθηκε στην πράξη ένα ολοκληρωτικό σύστημα εξουσίας στις χώρες που (εν μέρει ή συνολικώς) είχε καταλάβει ο Κόκκινος Στρατός το 1945 – χώρες, ωστόσο, με εντελώς διαφορετική κουλτούρα, πολιτική παράδοση και οικονομικές δομές.
Η ίδια, παρά το γεγονός ότι αναφέρεται στην Τσεχοσλοβακία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία αλλά και στη Γιουγκοσλαβία, επικεντρώνεται (με νεότερη έρευνα σε διαθέσιμα αρχεία και συνεντεύξεις) κυρίως στην Κεντρική Ευρώπη: την Ουγγαρία, την Πολωνία και την Ανατολική Γερμανία. Η Απλμπαουμ υποστηρίζει ότι οι σοβιετικές αρχές είχαν αρχίσει να προετοιμάζουν το έδαφος της επικείμενης κυριαρχίας τους πριν ακόμη από τη ναζιστική εισβολή του 1941.
Η τελική ήττα της Γερμανίας «έσωσε συμπτωματικά τον σταλινισμό» γράφει χαρακτηριστικά η ίδια.
Στη μεταβατική δωδεκαετία, την οποία καλύπτει το βιβλίο της, επιχειρήθηκε ακριβώς η εξαγωγή και η συστηματική επιβολή του σταλινικού προτύπου στις χώρες επιρροής με την εξάπλωση των δικτύων της μυστικής αστυνομίας, την τοποθέτηση έμπιστων εθνικών ηγεσιών, την προπαγάνδα μέσω του ραδιοφώνου και τη σταδιακή απαγόρευση όλων των θεσμών, ανεξάρτητων οργανισμών και φορέων που σήμερα θα εγγράφονταν στο ευρύ πεδίο δράσης της κοινωνίας των πολιτών, οτιδήποτε δηλαδή λειτουργούσε τότε χωρίς την έγκριση του ολοκληρωτικού κράτους. Το τελευταίο ορίστηκε, μας υπενθυμίζει η συγγραφέας, ανατριχιαστικά εύστοχα από τον καθ’ ύλην αρμόδιο Μπενίτο Μουσολίνι, «τα πάντα μέσα στο κράτος, τίποτα έξω απ’ το κράτος, τίποτα ενάντια στο κράτος».
«Το Βήμα» συνομίλησε τηλεφωνικώς με την Αν Απλμπαουμ που το 2004 απέσπασε το βραβείο Πούλιτζερ για το συνταρακτικό βιβλίο της «Γκουλάγκ: Η αληθινή ιστορία» – στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Ιωλκός (2009) -, στο οποίο καταπιάνεται με τη δημιουργία, την επέκταση και τον τρόπο λειτουργίας του σοβιετικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας.
Η ίδια, αρθρογράφος σήμερα της αμερικανικής εφημερίδας «Washington Post» και έμπειρη ρεπόρτερ με συνεχή παρουσία στα μεγαλύτερα αγγλοσαξονικά έντυπα, απάντησε από το σπίτι της στο Λονδίνο. Είχε μόλις επιστρέψει από ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα με θέμα την εν εξελίξει ουκρανική κρίση.
«Το νέο μου βιβλίο είναι ένα χρονικό για το πώς έγιναν όλα, πώς εφαρμόστηκε ο ολοκληρωτισμός στην πράξη. Τα πρώτα χρόνια σίγουρα το σύστημα έδειχνε να δουλεύει και, πράγματι, αν επισκεπτόσασταν την Πράγα ή τη Βουδαπέστη κατά τη δεκαετία του 1950 θα βλέπατε παρόμοια πράγματα. Στη συνέχεια όμως το σύστημα δεν απέτυχε επειδή οι ιθύνοντες στη Σοβιετική Ενωση δεν αντιλαμβάνονταν τις επιμέρους εθνικές ιδιαιτερότητες, απέτυχε επειδή ο «απόλυτος έλεγχος» της εκάστοτε κοινωνίας αποδείχθηκε αδύνατος.
Οταν επιδιώκεις κάτι τέτοιο δημιουργείς αντιστάσεις ακόμη και στους πιο απίθανους χώρους. Το σοβιετικό σύστημα προσπάθησε να καταστρέψει την ιστορική και πολιτισμική πολυπλοκότητα χωρών όπως η Πολωνία και η Τσεχοσλοβακία, με φιλελεύθερη παράδοση πίσω τους – σε μεγάλο βαθμό, βεβαίως, τα κατάφερε, έπληξε την κουλτούρα και την οικονομία τους. Απέτυχε όμως συνολικά επειδή στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 ανασυγκροτήθηκε σ’ αυτές η κοινωνία των πολιτών» είπε η Απλμπαουμ.
Υποστηρίζει ότι αυτό που κάποιοι εξακολουθούν να αποκαλούν και να αντιλαμβάνονται ως «Ανατολική Ευρώπη» δεν υφίσταται πλέον. «Ο όρος ήταν και παραμένει αυστηρά πολιτικός, δεν είναι ούτε ιστορικός ούτε καν γεωγραφικός και υπό αυτή την έννοια «Ανατολική Ευρώπη» σήμερα δεν υφίσταται. Η Ευρώπη άλλωστε διχοτομήθηκε τότε με έναν τεχνητό τρόπο – ανέκαθεν η Πολωνία είχε περισσότερη σχέση, επί παραδείγματι, με τη Σουηδία ή τη Γερμανία παρά με την Αλβανία. Οι χώρες αυτές που για πρώτη φορά στην Ιστορία έγιναν τα επιμέρους κομμάτια του λεγόμενου «ανατολικού μπλοκ» όχι μόνο ήταν διαφορετικές μεταξύ τους αλλά ακολούθησαν και εντελώς διαφορετικές πορείες μετά την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος. Ηταν και παραμένουν διαφορετικές με τον τρόπο που η Ιρλανδία και η Ελλάδα είναι διαφορετικές, είναι μεν ευρωπαϊκές χώρες αλλά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Είναι, λοιπόν, λάθος να χρησιμοποιείται ακόμη με αυτόν τον τρόπο ο όρος αυτός, παραπέμποντας σε έναν ομοιόμορφο μετακομμουνιστικό κόσμο» συνέχισε η Απλμπαουμ. Επίσης υπογράμμισε ότι η «Ανατολική Ευρώπη» συνδέεται ακόμη κατά κύριο λόγο με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και έκανε λόγο για συντηρούμενα «στερεότυπα και προκαταλήψεις».
Η παραπλανητική, κατά την Απλμπαουμ, ψυχροπολεμική ορολογία επανήλθε παραδόξως για να περιγράψει και τη σημερινή στρατηγική της Ρωσίας στην Ουκρανία. «Η σημερινή εσωτερική σύγκρουση στην Ουκρανία είναι στη βάση της πολιτική και η σύγκρουση αυτή συμπυκνώνεται σε ένα διφυές ερώτημα: τι είδους κοινωνία θα γίνει η Ουκρανία και ποια μορφή θα λάβει το κράτος της; Εν τέλει θα γίνει, τηρουμένων των αναλογιών, μια φιλελεύθερη θεσμική δημοκρατία του καπιταλιστικού κόσμου ή μια κλεπτοκρατική και διεφθαρμένη ολιγαρχική κοινωνία στα πρότυπα της Ρωσίας;
Η ρωσική άρχουσα τάξη δεν θέλει σε καμία περίπτωση η Ουκρανία να μετατραπεί σε κάτι θεμελιωδώς διαφορετικό από τη Ρωσία επειδή αυτό ενδέχεται να αμφισβητήσει την εξουσία της ιδίας εντός της Ρωσίας. Αυτό, νομίζω, συμβαίνει στην Ουκρανία και δεν σχετίζεται καθόλου με τον Ψυχρό Πόλεμο – η σύγκρουση επί της ουσίας δεν είναι ούτε εθνοφυλετική κατά τη γνώμη μου, ούτε θρησκευτική, ούτε καν ιδεολογική» ανέφερε η Απλμπαουμ, η οποία θεωρεί τα περί «ναζιστικού πραξικοπήματος» σε βάρος του Γιανουκόβιτς επίσης παραπλανητικά, αποτέλεσμα μιας πολυφορεμένης, ήδη γνωστής, σοβιετικού τύπου προπαγάνδας.

Τι φοβάται ο Πούτιν
Συζητώντας με την Αν Απλμπαουμ για νέου τύπου ιδεολογίες καταλήξαμε στον «πουτινισμό», του οποίου τα χαρακτηριστικά ανέλυσε σε μια σχετικά πρόσφατη διάλεξή της για τις διεθνείς σχέσεις στη London School of Economics.
«Ποιος είναι, λοιπόν, ο Βλαντίμιρ Πούτιν; Ο Πούτιν είναι ένα πρώην στέλεχος της KGB που ανδρώθηκε την εποχή που επικεφαλής της Κρατικής Επιτροπής Ασφαλείας της Σοβιετικής Ενωσης ήταν ο Γιούρι Αντρόποφ. Ο τελευταίος, με τον οποίο ασχολούμαι και στο βιβλίο, ήταν ο πρεσβευτής της Σοβιετικής Ενωσης στην Ουγγαρία κατά την εξέγερση του 1956 και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καταστολή της. Ο Αντρόποφ είδε εκεί με τα ίδια του τα μάτια ποιες ρωγμές και τι ζημιά μπορούν να προκαλέσουν στο ολοκληρωτικό κράτος οι πολλές αντικαθεστωτικές όψεις της κοινωνίας των πολιτών, ακόμη και μικρές ομάδες ανθρώπων.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει κληρονομήσει βεβαίως αυτή τη λογική αλλά εν τω μεταξύ έχει εξελιχθεί και ο ίδιος: σήμερα είναι ο πρόεδρος μιας άλλης κοινωνίας η οποία δεν είναι πλέον κομμουνιστική. Η Ρωσία σήμερα είναι ένα κλεπτοκρατικό καθεστώς, η άρχουσα τάξη της είναι μια χούφτα δισεκατομμυριούχων προς όφελος των οποίων λειτουργεί αποκλειστικά το σε πολλές περιπτώσεις αυταρχικό κράτος της. Η Ρωσία όμως έχει και εκατομμύρια μη προνομιούχους ανθρώπους, οι οποίοι ενδέχεται να αναρωτηθούν μία των ημερών γιατί συμβαίνει αυτό, αυτή τη στιγμή φοβάται ο Πούτιν.
Αυτό εξηγεί εν μέρει και τα όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία. Βλέπουμε τον Πούτιν να αντιστέκεται επί της ουσίας σε ό,τι φοβάται πως μπορεί να συμβεί στο εσωτερικό της δικής του χώρας. Η στρατιωτική κινητοποίησή του έχει κυρίως ψυχολογικές στοχεύσεις» εξήγησε η Αν Απλμπαουμ. Και προσέθεσε: «Αυτό που πρωτίστως φοβάται ο Πούτιν δεν είναι η στρατιωτική δύναμη της Δύσης αλλά τον λόγο που έρχεται από τα δυτικά, τη ρητορική της δυτικής δημοκρατίας».
Εκτίμησε, τέλος, ότι οι τελευταίες εξελίξεις στη χερσόνησο της Κριμαίας θα επιφέρουν σίγουρα μια «γεωπολιτική αναδιάταξη, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η Δύση έβλεπε ως σήμερα τη Ρωσία».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk