Ελλάς – Γαλλία πολιτιστική συμμαχία

Ολα τα μάτια στραμμένα επάνω της. Είναι νέα, όμορφη, ταλαντούχα και σκανδαλωδώς σέξι. Το κυριότερο; Εχει ένα ελληνικότατο επίθετο: Εξαρχόπουλος. Και όμως, όσοι αναζήτησαν διακαώς κάποιο εμφανές σημάδι από την ελληνική ρίζα της 19χρονης γαλλίδας πρωταγωνίστριας της «Ζωής της Αντέλ» στην επίσκεψή της στην Αθήνα, απογοητεύτηκαν. Πέραν της εδώδιμης φέτας, η γλυκιά Γαλλίδα ελάχιστα γνώριζε για τον πολιτισμό της χώρας του έλληνα προπάππου της. Ας είναι. Υπάρχουν πολλές προσωπικότητες, πολλές ιστορίες που δίνουν υπόσταση στο παλαιό δόγμα «Ελλάς – Γαλλία συμμαχία», το οποίο μοιάζει να ενεργοποιείται αυτομάτως όταν έχουμε να κάνουμε με κάποιον εκπρόσωπο της Φραγκοφωνίας.
Είναι λογικό. Η χώρα της Αντέλ ήταν ανέκαθεν η «Αγαπημένη αδερφή μας Γαλλία…». Το ποίημα του Ρίτσου (το απήγγειλε το 1945, στο Πεδίον του Αρεως, στον πρώτο ελεύθερο εορτασμό της 14ης Ιουλίου, της εθνικής εορτής της Γαλλίας, με τη συμμετοχή της Ελληνογαλλικής Ενωσης Νέων) δεν επιλέχτηκε εξάλλου τυχαία ως τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Γαλλικό Ινστιτούτο και το Βιβλιοπωλείο της Εστίας με αφορμή την ελληνική προεδρία στο Συμβούλιο της Ευρώπης, παράλληλα με το πλούσιο πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων στο κτίριο επί της οδού Σίνα (www.ifa.gr). Σε αυτό λοιπόν το βιβλίο, 150 προσωπικότητες, όλοι τους Ελληνες, γράφουν ένα κείμενο για τη σχέση τους με τη Γαλλία στην οποία βρέθηκαν κάποια στιγμή στη ζωή τους. Ως επισκέπτες, ως φοιτητές, ως επαγγελματίες, ως προσκεκλημένοι του γαλλικού κράτους, ως αυτοεξόριστοι.
Αυτή η τελευταία κατηγορία συνέθεσε από καιρού εις καιρόν μια πολύ ενεργή μειονότητα επί γαλλικού εδάφους, όπου το ελληνικό πνεύμα έλαμψε συνεπικουρούμενο από την πρωτόφαντη ενέργεια της Πόλης του Φωτός. «Το Παρίσι κάνει κάθε εμιγκρέ να νιώθει πως δεν διαφέρει σε τίποτε από τον γηγενή Γάλλο» γράφει ο Βασίλης Βασιλικός τη δική του ερμηνεία για την άσβεστη αγάπη της ελληνικής διανόησης με την πόλη που τη φιλοξένησε. Και εκείνη, όμως, φρόντιζε πάντα να ανταποδίδει, για να διατηρείται η φλόγα αναμμένη. Οπως όταν, το 2006, ο Νικολά Σαρκοζί μιλούσε από το βήμα του ελληνικού κοινοβουλίου για την ανανέωση του παλαιού δόγματος: «Ελλάς – Γαλλία (νέα) συμμαχία». Ο Ολάντ παρουσιάζεται πιο απόμακρος από τον προκάτοχό του, δεν ήταν στο κάτω κάτω ο δικός του παππούς Σεφαραδίτης Εβραίος της Θεσσαλονίκης.
Μασσαλία για πάντα

Να πώς οι «δεσμοί αίματος» μεταξύ των δύο χωρών κατέστησαν τη σχέση εκ των πραγμάτων αναπότρεπτη. Γιατί, αν θέλει κάποιος να βρει την αρχαιολογική ρίζα του δεσμού αυτού, θα φτάσει πίσω στο 600 π.Χ., όταν Ελληνες ναυτικοί από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας ίδρυαν τη Μασσαλία. Ενα «παιδί» με τέτοιες ρίζες από τη Μασσαλία, ο χορογράφος Μορίς Μπεζάρ, είχε πει όταν παρουσίαζε το έργο του «Θάλασσα», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη: «Είμαστε παιδιά της Μεσογείου. Είμαστε ένα. Είμαστε το αποτέλεσμα της αργής ανάμειξης λαών, πολιτισμών και θρησκειών». Η αγάπη του για την Ελλάδα, για το φως της και το απέραντο γαλάζιο της είχε βρει δίοδο έκφρασης κυρίως μέσα από τις μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι, του αγαπημένου φίλου και συνεργάτη του.
Η «παλιά πατρίδα» Μασσαλία μαζί με τις ακτές της Μεσογείου ήταν τον 19ο αιώνα ο προορισμός των οικονομικών μεταναστών από τη Σμύρνη. Ο πατέρας και η ελληνίδα μητέρα του Αντονέν Αρτό, του εμπνευστή του Θεάτρου της Σκληρότητας (Theatre of Cruelty), είχαν αναζητήσει εκεί μια καλύτερη τύχη για τον φιλάσθενο γιο τους. Αλλά, βέβαια, η Γαλλία ήταν ανέκαθεν το ασφαλές καταφύγιο από τις ισχυρές δονήσεις του πολιτικού σκηνικού της Ελλάδας. Ο έλληνας πατέρας της κινηματογραφίστριας Ανιές Βαρντά είχε καταφύγει στο Παρίσι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε συνειδητοποιεί κανείς ότι είναι πολλοί οι γάλλοι πολίτες με ελληνικό αίμα στις φλέβες τους, ακόμη και αν δεν το μαρτυρά καθόλου το όνομά τους.
Μεταπολεμικά soirées

Αν θέλει, όμως, κάποιος να αναζητήσει την εδραίωση του δεσμού στον 20ό αιώνα, θα πρέπει να ανατρέξει στο 1945, στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στις αρχές του Εμφυλίου. Οταν δηλαδή το θρυλικό μεταγωγικό «Ματαρόα» έκανε το μεγάλο ταξίδι του μεταφέροντας τον ανθό της ελληνικής διανόησης στο Παρίσι με υποτροφίες του Γαλλικού Ινστιτούτου από τη γαλλική κυβέρνηση. Ανάμεσά τους ο Ιάννης Ξενάκης με νωπά τα τραύματα στο πρόσωπό του από τη συμμετοχή του στα Δεκεμβριανά, ο καταζητούμενος από το ελληνικό κράτος Κώστας Αξελός, ή η Ελένη Γλύκατζη – μετέπειτα Αρβελέρ – θα γίνονταν οι κορυφαίοι ρηξικέλευθοι δημιουργοί, στοχαστές, ακαδημαϊκοί – η Αρβελέρ, μάλιστα, η πρώτη γυναίκα πρύτανης στη Σορβόννη – και θα ξεπλήρωναν την καλή τύχη που τους προικοδότησε η Γαλλία επανδρώνοντας το βαρύ πυροβολικό του πολιτισμού της χώρας.
Προτού ακόμη σαλπάρει το «Ματαρόα» χάρη στην πρωτοβουλία του τότε διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Οκτάβιου Μερλιέ και του γενικού γραμματέα Ροζέ Μιλιέξ (αμφότεροι ήταν παντρεμένοι με Ελληνίδες), μια μικρή φουρνιά Ελλήνων περπατούσε στο Παρίσι στους ίδιους δρόμους με τα μεγάλα πνεύματα της εποχής. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, μετέπειτα κύριος εκπρόσωπος της γενιάς του ’30, φοιτούσε από το 1923 έως το 1927 εσωτερικός σε λύκειο στο Παρίσι και διδασκόταν την κλασική γαλλική ποίηση. Οσο δηλαδή ο Αντρέ Μπρετόν έγραφε το μανιφέστο του υπερρεαλισμού που θα άλλαζε τη ζωή του μεγάλου έλληνα υπερρεαλιστή ποιητή και ζωγράφου και λίγο προτού ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο μεγάλος εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα, αρχίσει την ψυχανάλυση με τον Ρενέ Λαφόργκ.
Εναν χρόνο προτού πει το «όχι» ο Μεταξάς στον Μουσολίνι, ο νεαρότατος Νίκος Παπατάκης άφηνε πίσω του την Ελλάδα και ταξίδευε στο Παρίσι όπου έμελλε να κατακτήσει πρώτα απ’ όλα το άντρο του υπαρξισμού, Σεν Ζερμέν ντε Πρε. Την ίδια περίπου περίοδο ο Αλμπέρ Καμύ ταξίδευε για πρώτη φορά στα νησιά του Αιγαίου αναζητώντας το… αρχαίο πνεύμα αθάνατο όπως τόσοι και τόσοι περιηγητές στην Ελλάδα. Μια επίσκεψη που τροφοδότησε κείμενά του, όπως τον «Μύθο του Σισύφου», το οποίο θα έγραφε τρία χρόνια αργότερα. To 1943, στο στέκι του Ζαν-Πολ Σαρτρ και της Σιμόν ντε Μποβουάρ, το Καφέ ντε Φλορ, ο Παπατάκης γνώριζε έναν φτωχοδιάβολο, εκείνον που θα γινόταν ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Ζαν Ζενέ. H περιπετειώδης φιλία τους θα κρατούσε πολλά χρόνια και ήταν ο Παπατάκης εκείνος που θα βοηθούσε τον αποσυνάγωγο Ζενέ να γυρίσει τη μικρού μήκους ταινία του «Un Chant d’Amour» (1950) στον επάνω όροφο του φημισμένου «Κόκκινου τριαντάφυλλου», δηλαδή του θρυλικού κλαμπ του Παπατάκη «La Rose Rouge», όπου τραγουδούσε, μεταξύ άλλων, η μούσα του υπαρξισμού Ζυλιέτ Γκρεκό. Στο μεταξύ, η ταινία του Ζενέ θα σκανδάλιζε με το ομοφυλοφιλικό θέμα της παρά την ποίηση των εικόνων της και θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρις ότου μπορέσει να προβληθεί κανονικά. Παρόμοια τύχη είχε και η ταινία του Παπατάκη «Η άβυσσος» σε σενάριο του Ζενέ – «η πρώτη τραγωδία του σινεμά», σύμφωνα με τον Σαρτρ – και αυτό εξαιτίας του προκλητικού, λεσβιακών αποχρώσεων αυτή τη φορά, περιεχομένου της.
Ηταν 1963, είχαν περάσει οκτώ χρόνια από την επίσκεψη του Αλμπέρ Καμύ στην Αθήνα, αυτή τη φορά προσκεκλημένου του επιφανούς ψυχιάτρου Αγγελου Κατακουζηνού, για να μιλήσει για το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ηταν δηλαδή η χρονιά που η Εντίθ Πιαφ άφηνε τον μάταιο ετούτο κόσμο και μαζί τον
αγαπημένο σύζυγό της Τεό Σαραπό. Ο μεγάλος της έρωτας, ο κατά 20 χρόνια νεότερός της και πανέμορφος Θεοφάνης Λαμπούκας, έκανε καριέρα ως τραγουδιστής στη Γαλλία με το όνομα που είχε επιλέξει εκείνη για αυτόν, μια παραφθορά του παγκοσμίως γνωστού, από ό,τι φαίνεται, «Σ’ αγαπώ». Το συναίσθημα, λοιπόν, ανάβλυζε πηγαίο όταν η Πιαφ ερμήνευσε με τον δικό της ανεπανάληπτο τρόπο τη γαλλική βερσιόν της «Ομορφης πόλης» του Μίκη Θεοδωράκη, με τίτλο «Les Amants de Teruel», στην ομώνυμη ταινία του 1962 του Ρεϊμόντ Ρουλό.


Αντιδικτατορικό μέτωπο Παρισίων

Υστερα ήρθε και η χούντα και το «νέο Ματαρόα» ήταν ως επί το πλείστον οι πτήσεις της Air France. Το Παρίσι έγινε η κατά περιόδους εστία και ορμητήριο πολλών αριστερών καλλιτεχνών και ανεπίσημη έδρα του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου. Πρόεδρος ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης και ένα από τα μέλη η Μελίνα Μερκούρη. Πλήθος, λοιπόν, οι Ελληνες στο Παρίσι και τα συναπαντήματά τους ή η ακούσια συνύπαρξή τους διαχεόταν σε κάθε σημείο της πόλης. Στο διαμέρισμα του Θεοδωράκη μπαινόβγαιναν η Μαρία Φαραντούρη, ο Πέτρος Πανδής και άλλοι τραγουδιστές, ενώ «κολλητός» του ήταν ο Φρανσουά Μιτεράν. Στο Προεδρικό Μέγαρο ο φιλέλληνας Μιτεράν έβλεπε το 1986 τη «Γλυκιά πατρίδα» του Μιχάλη Κακογιάννη, καθώς ο σκηνοθέτης είχε φέρει γερό άρωμα Ελλάδας στη Γαλλία και είχε συμβάλει στη σύσφιγξη των ελληνογαλλικών σχέσεων ήδη από το 1955, από τότε που είχε γίνει η αφορμή να γνωριστεί η Μελίνα με τον Ζυλ Ντασσέν στις Κάννες, εκεί όπου προβαλλόταν στο διαγωνιστικό τμήμα η «Στέλλα» του.

Στο Παρίσι έμελλε να συνεργαστεί και με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ για το ανέβασμα της παράστασης «Τρωάδες». Στην cour de Rohan ο Σταύρος Ξαρχάκος έμενε στην ίδια γειτονιά με τον Λουί Μαλ, τον Νουρέγεφ, τον Μπερτολούτσι και τον Ντέιβιντ Χόκνεϊ και συνέθετε τη μονόπρακτη όπερα δωματίου «Επισκέπτης».

Ενόσω η Ελλάδα βρισκόταν στον γύψο και λίγο προτού ξεσπάσει ο Μάης του ’68, η Ελένη Καραΐνδρου είχε βρεθεί στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές και έπαιζε πιάνο στα ίδια μέρη με τον βιρτουόζο της κιθάρας Πάκο Ιμπάνιεθ. Η Νάνα Μούσχουρη, ήδη σταρ στη Γαλλία, είχε αποθεωθεί τον προηγούμενο χρόνο στη θρυλική μουσική σκηνή Olympia και ήταν εκείνη που θα της γνώριζε τον συνθέτη και στιχουργό επιτυχιών του Σαρλ Αζναβούρ, Μισέλ Ζουρντάν. Μαζί θα έγραφαν, εκείνη τη μουσική, εκείνος τους στίχους, για το σουξέ, «Je Finirai Par L’oublier» της Μούσχουρη. Την ίδια χρονιά που ταξίδευε η Καραΐνδρου στη Γαλλία, ο Κώστας Γαβράς, πολιτογραφημένος Γάλλος από το 1951, έκανε τα γυρίσματα του «Ζ» και ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθετε τη μουσική για την ταινία.
Οταν εν τέλει έπεσε η χούντα το 1974, ο Ζισκάρ ντ’Εστέν έθεσε στη διάθεση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το προεδρικό αεροπλάνο για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Το αυτό έπραξαν πολλοί διανοούμενοι αυτοεξόριστοι οι οποίοι επέστρεψαν στην Ελλάδα. Ο Γιώργος Λούκος έμεινε. Μία από τις πρώτες του εμπειρίες στο Παρίσι σίγουρα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του. Ηταν μόλις 18 χρόνων όταν βρέθηκε στην οντισιόν του διάσημου χορογράφου Ρολάν Πετί στο μιούζικ χολ Casino de Paris για την επιθεώρηση «Zizi je t’ aime». Ο Σερζ Γκενσμπούρ είναι παρών – έχει γράψει τα τραγούδια – το ίδιο και ο Υβ Σεν Λοράν – έχει σχεδιάσει τα κοστούμια. Ο Γιώργος Λούκος, μετέπειτα διευθυντής Χορού στην Οπερα της Λυών, πήρε μια πρώτη γεύση από τη ζωή και τις συναναστροφές που τον περίμεναν. Προσελήφθη ως ο σοφέρ της πρωταγωνίστριας Ζιζί Ζανμαρί και έτσι ξεκίνησε την κούρσα για τη διεκδίκηση της δικής του επιτυχίας.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk