Δωμάτιο με θέα

Η δυστυχία καταφθάνει μέσα από στριφτά μονοπάτια. Την κουβαλάει ένα πλήθος – άνδρες και γυναίκες που ξεκίνησαν από τα περίχωρα και τώρα διασχίζουν λιβάδια, περνούν πίσω από φράχτες,

Η δυστυχία καταφθάνει μέσα από στριφτά μονοπάτια. Την κουβαλάει ένα πλήθος – άνδρες και γυναίκες που ξεκίνησαν από τα περίχωρα και τώρα διασχίζουν λιβάδια, περνούν πίσω από φράχτες, χάνονται στιγμιαία πίσω από καμπύλες λόφων, δεν χάνουν όμως ποτέ το κουράγιο τους, παρά την κούραση που έχει αρχίσει οπωσδήποτε να τους καταβάλει. Κουβαλούν μια φριχτή είδηση: ένα κορίτσι βρέθηκε νεκρό στο ποτάμι. Η εικόνα της στοιχειώνει το μυαλό τους, εντείνει τις προσευχές, στυλώνει τον βηματισμό τους. «Είναι θλιμμένοι αλλά έρχονται… Νιώθουν οίκτο αλλά πρέπει να προχωρήσουν…» λέει ο Γέρος που τους παρακολουθεί, μαζί με τις εγγονές του, να πλησιάζουν. Εδώ και πάνω από δύο ώρες η δυστυχία μεγαλώνει: «Κι εκείνοι που τη φέρνουν δεν μπορούν πια να τη σταματήσουν…». Πρέπει να τη μεταδώσουν στον τελικό αποδέκτη της: την οικογένεια της νεκρής κοπέλας.
Ο Γέρος ξέρει ότι είναι καλύτερο να το κάνει ο ίδιος, να μεταφέρει αυτός πρώτος την οδυνηρή είδηση, να προλάβει το άγαρμπο πλήθος με τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά που χοροπηδούν πέρα-δώθε, ανεπηρέαστα από τη σκιά της απώλειας. Δεν είναι όμως τόσο απλό. Οι συγγενείς της νεκρής διακρίνονται πίσω από τα τρία παράθυρα του ισογείου. Ο Γέρος τούς παρατηρεί συγκινημένος, άναυδος, κρυμμένος στο σκοτάδι. Δεν τον έχουν αντιληφθεί… Ο πατέρας φροντίζει τη φωτιά. Η μητέρα, με τον έναν αγκώνα στο τραπέζι, κοιτάζει στο κενό. Δύο μικρά κορίτσια κεντάνε χαμογελώντας. Ενα παιδί μισοκοιμάται στην πολυθρόνα. Αυτή η εικόνα οικογενειακής θαλπωρής αποδεικνύεται τώρα περισσότερο δυσβάσταχτη από ποτέ. «Το ήξερα πως δεν έπρεπε να κοιτάζουμε» λέει ο Γέρος στην εγγονή του. «Είμαι σχεδόν 83 ετών και είναι η πρώτη φορά που η θέα της ζωής με έχει συνταράξει» ομολογεί. Σκέφτεται την κοπέλα που πνίγηκε, που τη συνάντησε το πρωί στην εκκλησία, που κάτι προσπάθησε να του πει αλλά σηκώθηκε απότομα και έφυγε. Είχε μάλλον τον θάνατο στο μυαλό της, αλλά κανένας δεν το κατάλαβε. «Ποιος ξέρει… τι ξέρουμε… Δεν βλέπουμε μέσα στην ψυχή όπως βλέπουμε μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο…». Η τραγωδία μάς έχει ήδη χτυπήσει αλλά δεν το ξέρουμε. Συνεχίζουμε αμέριμνοι, απορροφημένοι, αδαείς. Να σκαλίζουμε τη φωτιά, να κοιτάζουμε το κενό, να ετοιμάζουμε το βραδινό τραπέζι. «Πιστεύουν ότι δεν θα συμβεί τίποτε επειδή έχουν κλείσει την πόρτα και δεν ξέρουν ότι πάντα κάτι συμβαίνει μέσα στις ψυχές και ότι ο κόσμος δεν τελειώνει στις πόρτες των σπιτιών…» παρατηρεί ο Γέρος.
Η ευτυχία είναι θέμα χρόνου ή, καλύτερα, ετεροχρονισμού: την ίδια στιγμή που κάποιοι τη βιώνουν, κάποιοι άλλοι τους παρακολουθούν κουνώντας το κεφάλι με οίκτο. Και αυτοί οι ομόκεντροι κύκλοι δεν τελειώνουν ποτέ – μας περιλαμβάνουν όλους, ως τον τελευταίο Θεατή. «Εκείνο που είναι πιο σπαρακτικό στο «Εσωτερικό», εκείνο που συνταράσσει και απελπίζει τους μάρτυρες έξω από το σπίτι, δεν είναι το δραματικό τέλος εν εξελίξει αλλά πολύ περισσότερο η τρομακτική θέα της ευτυχίας» σημειώνει η Μαρτίν ντε Ρουζμόν, επιμελήτρια των θεατρικών απάντων του Μέτερλινκ.
Η ευτυχία στο μεταίχμιο της καταστροφής της: Πώς μοιάζει άραγε εξωτερικά; Πώς την αντιλαμβάνονται τα ξένα μάτια; Στη σκηνική εκδοχή της Σοφίας Μαραθάκη η εκστατική χαρά των απλών πραγμάτων παρουσιάζεται μεγεθυμένη – σε αργή και χαριτωμένα «τραβηγμένη» κίνηση (επιμέλεια Βρισηίδας Σολωμού). Ολα καταλαμβάνουν πολύ περισσότερο όγκο και διάρκεια από το κανονικό: το ξετύλιγμα μιας κόκκινης μπάλας μαλλιού για πλέξιμο, το
ανασήκωμα ενός ποτηριού με νερό από το τραπέζι, το στρώσιμο μιας κουβέρτας στην κούνια του μωρού, το άνοιγμα ενός παραθυρόφυλλου κ.ο.κ. Ανέπαφοι, γαλήνιοι, αφύσικα χαμογελαστοί, σαν κινούμενα ζαχαρωτά – ειδικά οι γυναίκες με τα καταπληκτικά, αφράτα πλεκτά φορέματα που τους σχεδίασε η Ιωάννα Τσάμη -, αιωρούνται μέσα σε μια φούσκα περισσής ευδαιμονίας, λες και περπατάνε στο φεγγάρι – και όλα αυτά χωρίς να ανταλλάσσουν ούτε καν μια λέξη μεταξύ τους.
Αν όμως το κομμάτι του «εσωτερικού» αποδίδεται με ζωντάνια και ευπρόσδεκτη ειρωνεία, το κομμάτι του «εξωτερικού», εκεί όπου στέκονται οι παρατηρητές και σχολιάζουν ως συμπάσχοντες θεατές, αποδεικνύεται εντελώς παραμελημένο σκηνοθετικά, σε βαθμό απογοητευτικό. Αδούλευτες ερμηνείες και προπαντός ακατέργαστες φωνές που δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν καμία ατμόσφαιρα, καμία αίσθηση εσωτερικής έντασης ή υπόγειων διαδρομών, αλλά μένουν προσκολλημένες σε μια γραφικότητα που υπονομεύει όλη τη γοητεία αυτού του αριστουργηματικής σύλληψης και μοναδικής ποιητικότητας κειμένου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk