• Αναζήτηση
  • Παναγιώτης Τέτσης: Η καθημερινή εμπειρία της ζωγραφικής και της ζωής

    Μπορεί η τέχνη να αλλάξει τη ματιά μας στη ζωή; Ποιος θα ήταν ο πλέον αρμόδιος να απαντήσει από έναν σπουδαίο ζωγράφο ο οποίος ζει με την τέχνη και βλέπει την καθημερινότητα μέσα από αυτήν.

    Μπορεί η τέχνη να αλλάξει τη ματιά μας στη ζωή; Ποιος θα ήταν ο πλέον αρμόδιος να απαντήσει από έναν σπουδαίο ζωγράφο ο οποίος ζει με την τέχνη και βλέπει την καθημερινότητα μέσα από αυτήν. Γιατί το γαλανό βλέμμα του ακαδημαϊκού, πολύπειρου δασκάλου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, χαϊδεύει, αναλύει και ανασυνθέτει τα πάντα γύρω του: την Ιστορία, τις ιδέες, την πολιτική, το τοπίο, τα μουσεία, την αισθητική στην καθημερινή ζωή, τη μαγειρική. «Για τέχνη δεν θα μιλήσουμε καθόλου;» λέει γελώντας. Μα εγώ νόμιζα ότι γι’ αυτήν μιλούσαμε τόση ώρα, τόσο ζωντανά, παραστατικά και ονειρικά μαζί, όπως ακριβώς είναι και η συμβίωση του αειθαλούς Παναγιώτη Τέτση μαζί της. Και αυτή ήταν η κεντρική ιδέα που είχα στον νου μου: η καθημερινή συμβίωση του ίδιου του καλλιτέχνη και μέσω αυτού του θεατή με την τέχνη. Δεν χρειάστηκε να καταβάλω καμιά προσπάθεια να πάει η συζήτησή μας προς τα εκεί. Αρκεί να δώσεις ένα γεωγραφικό στίγμα, εγώ ανέφερα τον τόπο καταγωγής μου, τα Δωδεκάνησα – για να εκκινήσει η φιλική συζήτηση και να αρχίσει η ματιά του Παναγιώτη Τέτση να περιδιαβάζει το τοπίο των νησιών, περιπλάνηση που αενάως κάνει με τη ζωγραφική του στο σκηνικό της ζωής μας και να σταθεί για λίγο στη Σύμη «που έχει σπίτια χρωματισμένα, με αετώματα» και να πλανάται ονειροπόλα πάνω από το Αιγαίο.
    Η φόρμα της ανάγκης


    «Νομίζω ότι αυτά τα νησιά, όπως και η πατρίδα μου, η Υδρα, και οι Σπέτσες, επειδή είχαν κάποια ανεξαρτησία την εποχή εκείνη και μια ευημερία, έφτιαξαν μεγάλα σπίτια. Καλά, οι δικοί μου έχτισαν ανάκτορα, μην τα βλέπετε τώρα που έχουν ξεπουπουλιαστεί. Αλλά, βλέπετε, αν εξαιρέσουμε την Ανδρο, οι κατοικίες στα άλλα νησιά του Αιγαίου είναι μικρές και σε αυτές πρόσθεταν τις ανάγκες της οικογενείας. Γι’ αυτό βγήκε αυτή η περίεργη αρχιτεκτονική που τη θαυμάζουμε, από τις αναγκαίες προσθήκες της καθημερινής ζωής. Εχτιζαν δυο δωμάτια, μετά γεννιόταν ένα παιδί και μετά κι άλλο, έχτιζαν ένα ακόμη δωμάτιο. Είναι βασική η ανάγκη, η οποία όμως δίνει και μορφές. Ενώ όταν ξεκινάς όχι από την ανάγκη σου αλλά από το πώς θα το κάνεις να φαίνεται ωραίο, στο τέλος βγαίνει ένα ψυχρό πράγμα. Ορα τους αρχιτέκτονες, λίγοι είναι που ξέρουν να σχεδιάσουν ένα σπίτι για να μπορεί να ζήσει κανείς».
    Ισως δεν είναι καθόλου τυχαίο που η κουβέντα με τον Παναγιώτη Τέτση ξεκινά από το σκηνικό και τα κελύφη της ζωής των ανθρώπων, τα σπίτια που περνούν τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Ο ίδιος μιλά συχνά για τα σπίτια του, το ευρύχωρο μητρικό στην Υδρα, στο σπιτάκι της Σίφνου όπου πηγαίνει τα καλοκαίρια σχεδόν πενήντα χρόνια, και αυτό στην Ξενοκράτους. Μέσα τους συγκατοικεί με την τέχνη και είναι γι’ αυτόν μια καθημερινή απόλαυση. Αυτό αφορά και τους άλλους ανθρώπους γύρω του;

    «Πρώτα-πρώτα, η τέχνη ως καθημερινή απόλαυση είναι αυτό που λέγαμε προηγουμένως. Ζεις σε ένα μέρος και λες «αχ τι ωραία που είναι, αχ τι ωραία είναι αυτή η πλατειούλα, αυτός ο δρόμος». Δεν είναι ένα μέρος της τέχνης αυτό; Η επίσημη τέχνη είναι δυσπρόσιτη, δεν είναι για όλους, ενώ τα σπίτια, οι πόλεις, το σοκάκι, ή μεγάλη λεωφόρος είναι για τους πολλούς. Εκτός και αν η τέχνη επιτελεί τον προορισμό της, όπως στην παλιά Ελλάδα που η γλυπτική ήταν δημόσια. Ολα τα γλυπτά πρέπει να είναι στην ύπαιθρο και όχι κλεισμένα στο μουσείο. Δημιουργήθηκαν για να πέφτει πάνω τους το φως και είναι άλλο πράγμα όταν συμβαίνει αυτό. Το Μουσείο της Ακροπόλεως – άσχετα αν σας αρέσει ή δεν σας αρέσει – έχει μερικές καλές ιδέες. Κάπως έχουν προσεγγίσει τη λειτουργία των έργων με αυτό το υαλόφραχτο στον τελευταίο όροφο, που είναι η φρίζα του Παρθενώνα, τα αυθεντικά γλυπτά, αυτά που είχαν απομείνει πάνω στο μνημείο και τα κατέβασαν, ή άλλα που είναι εκμαγεία, ή άλλα που περιμένουν. Τότε έπεφτε το φως του ήλιου, το οποίο αλλάζει, με τις εποχές, με τις ώρες της ημέρας. Δεν ήταν για να κλείνονται στα μουσεία αυτά τα γλυπτά».
    Ο δεσμός του Παναγιώτη Τέτση με τη ζωγραφική είναι μια μακροχρόνια καθημερινή συμβίωση. Κάθε μέρα κατεβαίνει στο εργαστήριό του και προσκαλεί την έμπνευση. Τονίζει με έμφαση τις λέξεις: «Η έμπνευση έρχεται!».
    «Δεν σημαίνει ότι κάθε μέρα υπάρχει η φώτιση εκ Θεού. Αυτά που λένε έμπνευση κ.λπ., μην τα πιστεύετε. Σας το λέω ειλικρινά. Αυτό το «δεν είχα έμπνευση» το λένε οι τεμπέληδες. Οχι ότι απορρίπτω τη σπίθα, να έχεις μια ιδέα, μια αφορμή, ένα τσίγκλισμα. Αλλά αυτό έρχεται η ώρα του που φουσκώνει σαν το ζυμάρι. Καλλιεργείται δηλαδή. Και τότε δεν λέγεται πια έμπνευση. Οταν φύγετε εσείς, θα καθίσω στο εργαστήριό μου απέναντι στα έργα. Χθες έβλεπα ότι έπρεπε να κάνω τούτο, σήμερα που θα τα χαζέψω ξανά θα δω ότι έπρεπε να κάνω και αυτό. Θα δοκιμάσω, θα απορρίψω την ίδια στιγμή ή την άλλη ημέρα ή μπορεί ύστερα από έναν μήνα ή ύστερα από χρόνια. Μερικές φορές ένα έργο δεν τελειώνει σε καθορισμένο χρόνο. Μερικές φορές υπάρχουν και έργα τα οποία – σπάνιο δηλαδή – έχουν εκτεθεί, έχουν παρουσιαστεί στο κοινό και μετά όταν γυρίζουν πίσω, αρχίζω και τα ξαναδουλεύω».
    Μη βολικά έργα


    Οντως στο εργαστήριο του Παναγιώτη Τέτση υπάρχουν τριγύρω καινούργια έργα, πίνακες που δουλεύονται, αλλά και ένας που επέστρεψε στον πάγκο εργασίας ξανά, έπειτα από πενήντα χρόνια. Ομως για τον ζωγράφο η θέση τους δεν είναι εκεί. «Ο προορισμός μιας ζωγραφικής είναι να κρεμαστεί σε έναν τοίχο» τονίζει.

    «Μη νομίζετε, δεν φεύγουν τα έργα τόσο εύκολα, και δεν λέω για τις σημερινές περιστάσεις που για όλους είναι δύσκολες. Εξάλλου εξαρτάται και από το αν τα έργα είναι βολικά ή μη βολικά. Και τα δικά μου έργα δεν είναι βολικά, λόγω μεγέθους, λόγω θέματος… Οταν λέω βολικά, δεν εννοώ να αποκτήσει κάποιος ένα έργο και να το βάλει σε κάποια αποθήκη ή σε κάποια αίθουσα που το έχει ως μικρό ή και μεγάλο μουσείο. Βολικό εννοώ να το κρεμάσει, έτσι όπως ήταν αρχικά η λειτουργία των έργων. Μετά προέκυψαν τα μουσεία, τα οποία είναι, βεβαίως, ένας μεγάλος κήπος, που μπορείς να δεις τόσα ωραία πράγματα, τόσα ωραία έργα που αλλιώς δεν θα τα έβλεπες, αλλά ο αρχικός προορισμός ήταν είτε σε εκκλησίες είτε σε ορισμένα σπίτια. Ας πούμε, η ζωγραφική του 17ου, του 18ου αιώνα, αυτοί οι πολύ καλοί ζωγράφοι, ο Βατό, ο Μπουσέ, ο Φραγκονάρ, δεν ήταν να τους βάζουν σε καμιά αίθουσα, αλλά σε σπίτια. Και ξέρετε, του Μπουσέ τα έργα είναι λίγο πορνό και μερικά ήταν για τις «γκαρσονιέρες» τους, όπως βάζουν τώρα τη Μέριλιν Μονρόε, έτσι ήταν αυτά. Αυτός είναι ο προορισμός ενός έργου, να πάρει τη θέση του στην καθημερινότητα, αλλά δεν μπορούσε να τα αποκτήσει ο οποιοσδήποτε, αυτοί που τα αποκτούσαν ήταν άνθρωποι που είχαν χρήματα».
    Και η ευχαρίστηση της εξερεύνησης των μηνυμάτων των έργων τέχνης είναι το συναρπαστικό κομμάτι της εικαστικής εμπειρίας.

    «Κατά τη γνώμη μου μια ξενάγηση σε έναν χώρο τέχνης, σε ένα μουσείο, είναι λανθασμένη αν προηγηθεί η εισήγηση από τη θέαση. Η θέαση πρώτα και μετά πες του ό,τι θέλεις. Διότι του κόβεις τη χαρά του να αντιληφθεί αυτό που θα δει. Ενα έργο για τον έναν λέει αυτό, για τον άλλον λέει εκείνο, για τον τρίτο κάτι άλλο, ένα έργο παραστατικό ακόμη το ερμηνεύει αλλιώς. Εγώ έχω κάνει μια σειρά από φεγγάρια. Επειδή τα έβλεπα από το ταρατσάκι μου στη Σίφνο και ήταν προχωρημένος ο Αύγουστος, ανέτειλαν λίγο αργά, την ώρα που αρχίζει να σκοτεινιάζει. Οπως έβγαιναν από τον ορίζοντα, μέσα από τη θάλασσα, στην αρχή, έβλεπα μια φλόγα κόκκινη, έτσι σαν να είχε πιάσει πυρκαγιά κάπου. Και μετά αυτό γινόταν ένα κόκκινο φωτεινό και μετά πορτοκαλί και μετά  σκούρο πορτοκαλί. Τριγύρω δε, δεν ξέρω, λόγω του ότι υπάρχουν αιωρούμενα σωματίδια, όπως λέει και ο φίλος κ. Ζερεφός, ή λόγω των υδρατμών, γύρω από το φεγγάρι απλωνόταν το κόκκινο. Ξέρετε πώς έβλεπαν τις ζωγραφιές μου, ότι είναι η ανατολή του ήλιου ή η δύση του. Και όχι φεγγάρι. Ε, λοιπόν; Ο καθένας το βλέπει όπως θέλει».

    Η συμφωνία του γκρίζου


    Ο Παναγιώτης Τέτσης διανύει την ένατη δεκαετία της ζωής του και εργάζεται με τον ενθουσιασμό και την περιέργεια νεοφώτιστου καλλιτέχνη για να δημιουργήσει μια συμφωνία του γκρίζου, όπως αποκαλεί τα έργα που προγραμματίζει να εκθέσει τον Ιανουάριο του 2015 στο Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. Θεοχαράκη. Ζωγραφίζει σε μεγάλα τελάρα, με μεγάλα πινέλα, με το καθιερωμένο εικαστικό ιδίωμά του, έναν επιβλητικό βράχο στη μικρή πατρίδα του, την Υδρα.

    «Τον βράχο τον λένε Ζάστανι και καθώς πέφτει σχεδόν κάθετα στη θάλασσα, υπάρχει ο θρύλος ότι όταν οι γέροι, ιδίως οι αρσενικοί, είχαν παραγεράσει, τα παιδιά τούς βάζανε σε ένα κοφίνι, τους πήγαιναν εκεί απάνω στον βράχο και τους πετούσαν με το κοφίνι κάτω στη θάλασσα. Ενας Καιάδας για ηλικιωμένους λοιπόν; Ολα αυτά πιστεύω ότι είναι ψέματα και ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Εγώ τον ζωγράφισα γιατί μου δίνει αυτή την αίσθηση του ζοφερού. Δεν δίνει και σε εσάς την αίσθηση ότι μπορεί να σας ρίξουν από εκεί πάνω, να κατρακυλήσετε;».
    Εχει όμως και κάποιες νότες αισιοδοξίας, να αυτά τα δενδράκια, είπα χαμηλόφωνα. «Ναι, ναι…» απάντησε ο ζωγράφος.

    Στην κουζίνα του ζωγράφου
    Στο τέλος της συνομιλίας ο Παναγιώτης Τέτσης έγραψε στο μπλοκάκι μου: «Σήμερα που είναι μια λαμπρή ημέρα γεμάτη φως και ήλιο, μιλήσαμε για τέχνη (ας πούμε για τέχνη) αλλά περισσότερο για την τέχνη της κουζίνας, είτε μαγειρικής είτε χαρακτικής· και οι δύο υπακούουν σε μια τεχνική και εξίσου στην έμπνευση. Δεν ξέρω ποια από τις δύο έχει το προβάδισμα».
    Το μαύρο γοήτευε πάντα τον ζωγράφο και παλιά, έκανε μια σειρά μεγάλων σχεδίων για τη Σίφνο με πινέλο και σινικό μελάνι. Το εκτυφλωτικό φως του νησιού τα έκανε όλα μαύρα. Ομως η γοητεία του μαύρου αποθεώθηκε στα χαρακτικά του, τις χαλκογραφίες και τις λιθογραφίες. Μια σχεδόν πλήρης σειρά χαρακτικών του Παναγιώτη Τέτση περιοδεύει ανά την Ελλάδα. Η έκθεση του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, πήγε στο Αγρίνιο και από τις 3 Απριλίου θα «αράξει» στον Πειραιά.

    «Αυτό που έχει τη γοητεία στα χαρακτικά είναι το μαύρο»
    λέει ο δημιουργός και θυμάται ότι έκανε χαρακτική με πρωτόγονα μέσα, στην κουζίνα, με ένα «ματάκι» που θέρμαινε του χαλκούς και τύπωνε με δική του πρέσα σε χαρτί που δεν ήταν ειδικό για τη χαρακτική, πολύ άσπρο και ψυχρό, αλλά απέδιδε τόσο πιστά το σχέδιο, με τις γνώσεις που του μετέδωσε ο Ασαντούρ Μπαχαριάν που είχε δουλέψει σε λιθογραφεία. Ετσι θυμήθηκε και τη λιθόγραφη αφίσα που ζωγράφισε όταν υπηρετούσε τη θητεία του στο ναυτικό το 1948, 23 ετών, για τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, όταν η προβολή της χώρας βασίστηκε στην ευαισθησία και τα χέρια των καλλιτεχνών. Εκαναν και άλλοι ζωγράφοι αφίσες, όπως ο μπαρμπα-Σπύρος (Βασιλείου), ο Γεώργιος Μόσχος και ο Γεώργιος Κοσμαδόπουλος, αλλά η ωραιότερη από όλες ήταν του Γιάννη Μόραλη, ένα στενό στην Υδρα, «θαυμάσια» όπως λέει ο Παναγιώτης Τέτσης.
    Η Υδρα έρχεται και ξανάρχεται στον νου του ζωγράφου όπως και η εποχή που οι ρεκλάμες ήταν έργα τέχνης. Τότε στο πατρικό της μητέρας του στο νησί λειτουργούσε και παντοπωλείο και έχει αποτυπωθεί στη μνήμη του μια διαφήμιση του κονιάκ Μπαρμπαρέσου, μιας ποτοποιίας του Πειραιά, ίσως του ζωγράφου Παύλου Μαθιόπουλου, μια πολύ ωραία φτιαγμένη, κομψή κυρία της εποχής, φαινόταν απογοητευμένη από τον έρωτα και είχε αγκαλιά ένα βαρέλι και ένα ποτήρι με μπράντι στο χέρι. Στον νου του όμως έρχονται και οι γεύσεις της Υδρας. Φημολογείται ότι είναι εξαιρετικός μάγειρας, αλλά ο ίδιος το λέει αλλιώς:

    «Οχι, δεν ξέρω από μαγειρική. Οταν λες περί μαγειρικής σημαίνει ότι έχεις τη σφραγίδα του μάγειρα και εγώ δεν την έχω. Απλώς είμαι θρασύς, τολμηρός, περισσότερο από ό,τι είμαι στη ζωγραφική».
    Το πιο απλό φαγητό είναι τα φημισμένα σιφναίικα ρεβίθια του ζωγράφου. Ο ίδιος λέει ότι τα αυθεντικά είναι πολύ απλά, όπως τα έργα τέχνης. Οσο για τη συνταγή…

    «Τη λέξη συνταγή καταργείστε την. Κι εγώ ακολουθώ την υπόδειξη των Σιφνιών, χωρίς να κάνω παρεμβάσεις άλλες. Γιατί ακούς κάτι κοκόνες που γράφουν για ρεβίθια σιφναίικα και αρχίζουν και βάζουν δενδρολίβανο, βάλτε και τούτο, βάλτε και κείνο. Οχι, τίποτα. Οι Σιφνιοί εκτός από κρεμμύδι τίποτε άλλο. Και αλάτι και λίγο πιπέρι. Τίποτε άλλο. Και λάδι φυσικά. Αλλά πρέπει να είναι σε σκεύος πήλινο, το οποίο να μην έχει γυάλωμα ούτε μέσα ούτε έξω. Και δεν πρέπει να είναι και καινούργιο. Οταν αγοράσεις ένα καινούργιο πρέπει να το μεταχειριστείς δυο-τρεις φορές χωρίς να φας το περιεχόμενο και να το πετάξεις για να φύγει η μυρωδιά της χωματίλας. Επειδή είναι χωρίς γυάλωμα. Και πρέπει ένα τσουκάλι ρεβιθιών να φαίνεται απ’ έξω βρώμικο. Οχι να φαίνεται, να είναι. Δηλαδή μαύρο. Και προσοχή μην πλένετε το τσουκάλι με κανένα απορρυπαντικό που είναι αρωματισμένο γιατί θα πάρει τη μυρουδιά ».
    Υπάρχει όμως και η εκδοχή των υδραίικων ρεβιθιών, καταγεγραμμένη μαζί και με άλλες γεύσεις των παιδικών χρόνων από το τσουκάλι της μητέρας, όπως το πιο αντιπροσωπευτικό φαγητό της Υδρας, το κατσικάκι καπαμάς:
    «Τα ρεβίθια τα υδραίικα είναι διαφορετικά. Δηλαδή είναι ξεφλουδισμένα, όχι να αγοράσετε ξεφλουδισμένα αλλά να το ξεφλουδίσετε εσείς τρίβοντάς τα με τα χέρια σας στο νερό. Αυτά βράζονται σε μια χύτρα, σε ένα τσουκάλι, παλιά, όταν υπήρχαν οι φουφούδες ήταν πήλινο. Τώρα είναι τα ηλεκτρικά. Και δεν βάζουν κρεμμύδι καθόλου οι Υδραίοι. Τα ρεβίθια, το λάδι και στο τέλος θα βάλετε λεμόνι. Αλλά λίγο προτού τα βγάλεις από τη φωτιά, ρίχνεις και λίγο μακαρονάκι κοφτό. Αυτή είναι μια άλλη εκδοχή του ρεβιθιού, πιο ελαφριά».
    Οντως η μαγειρική είναι τέχνη ή έχει άμεση σχέση με τους καλλιτέχνες και με την αισθητική και την απόλαυση της ζωής. Κάτι επιπλέον που μας «ζωγραφίζει» πολύ αισθαντικά ο καλός μας δάσκαλος.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk