Νίκος Καραθάνος: Από την «Γκόλφω» στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου

«Πριν από δύο-τρία χρόνια, με την κρίση, διάβαζα πλήθος άρθρων στις εφημερίδες για το πώς ζούσαμε, πόσο λάθος σκεφτόμασταν…

«Πριν από δύο-τρία χρόνια, με την κρίση, διάβαζα πλήθος άρθρων στις εφημερίδες για το πώς ζούσαμε, πόσο λάθος σκεφτόμασταν… Πού πήγαν όλα αυτά; Η ζωή τρέχει πιο γρήγορα από εμάς, ο καιρός αλλάζει πριν το καταλάβουμε. Και εμείς τι κάνουμε;». Ο Νίκος Καραθάνος, σκεπτικός και προβληματισμένος, συνεχίζει να κάνει θέατρο, όχι για να ξεχαστεί αλλά για να θυμάται, κρατώντας ωστόσο τις ίδιες απορίες. Σκηνοθέτης και ηθοποιός, ο 47χρονος δημιουργός συνεχίζει μια πορεία άλλοτε με βήματα και άλλοτε με άλματα. Ισως γιατί εξακολουθεί να μην παίρνει τίποτα ως δεδομένο. «Μπήκα στη σκηνή και φοβήθηκα… Τι θέλω να κάνω, πώς να το κάνω; Θα ήθελα να μην πουλάω τον παλιό χαλασμένο μου εαυτό αλλά το τρυφερό μου βάθος» μου λέει καθώς του θυμίζω τον θρίαμβο της «Γκόλφως» και εκείνος με μεταφέρει στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου.
Κύριε Καραθάνο, πιστεύετε ότι ξεχάσαμε ήδη την κρίση;
«Είναι φοβερό να ξεχνάς τι σε βρήκε και μάλιστα τόσο γρήγορα. Αντί να αλλάξουμε ζωή, γυρνάμε σε μια παλιά που είναι πεθαμένη. Εχουν πρόβλημα οι άνθρωποι στο να ζουν, δεν θέλουν. Το βλέπεις και στο θέατρο αυτό. Για πολλά χρόνια η θεατρική μας παιδεία στηριζόταν στην ανάμνηση, όχι στο παρόν».
Πολλές παραστάσεις σήμερα κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση…
«Ναι, και επενδύουν στην ανάμνηση. Προσωπικά έχω διαφωνία όχι με την ανάμνηση αλλά με τον τρόπο που γίνονται και τα θεάματα αλλά και οι σχετικές εκπομπές στην τηλεόραση. Μοιάζουν με μνημόσυνα. Σαν να μνημονεύεις τη ζωή, όπως πολλές φορές μνημονεύουμε το θέατρο χωρίς να παίζουμε…».
Μήπως αυτό είναι αποτέλεσμα ενός κορεσμού;
«Βαρεθήκαμε τα πάντα. Δεν μας εκφράζει τίποτα… Ανοίγεις την τηλεόραση και ακούς τους πολιτικούς να μιλούν μια γλώσσα εκτός κοινωνίας. Δεν είμαι καθόλου δύσπιστος σε ανθρώπους, είμαι δύσπιστος σε πολιτικούς. Αισθάνομαι ότι όλοι είμαστε κουτάβια. Δεν ξέρουμε τι μας γίνεται και τι μας ξημερώνει. Δεν ξέρουμε πώς να πιάσουμε τον κόσμο και πού να τον πάμε».
Και τι πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει;
«Πρέπει να διασώσουμε κάποια πράγματα, όπως τους θεσμούς. Το Εθνικό Θέατρο αλλά και το θέατρο γενικά είναι κιβωτός. Η χώρα έχει ανάγκη μια νέα δημιουργία, έχει ανάγκη νέους ανθρώπους. Πρέπει να τους υποστηρίξει και να βρει κι άλλους. Πρέπει να τους βοηθήσουμε για να μας βοηθήσουν».
Πώς κρίνετε την πορεία του Εθνικού; Περάσατε από τον Χουβαρδά στον Χατζάκη.
«Προσωπικά μου δόθηκε και μου δίνεται ό,τι χρειάζομαι για την παράσταση. Απλώς δεν μπορώ να μην εκφράσω τη διαφωνία μου, ότι δεν πρέπει μια παράσταση να κατεβαίνει αλλά ότι πρέπει να στηρίζεται, όποια γνώμη κι όποια διαφορά κι αν έχουμε. Οι σχέσεις των θεσμών εδώ είναι πατρικές και μητρικές, δεν είναι αντίθετες. Αλλά, όπως συμβαίνει και στην ίδια τη χώρα, δεν θέλουμε να πάμε μπροστά».
Το λέτε αυτό με αφορμή την κουβέντα που γίνεται για το αν θα κατέβει ή όχι, πριν από την ώρα της, η παράσταση του Εθνικού «Ετσι είναι αν έτσι νομίζετε» που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Καραντζάς;
«Ναι. Τα προηγούμενα χρόνια το θέατρο πήγε εξαιρετικά μπροστά. Μια αλληλουχία προσώπων, ο Χουβαρδάς, ο Λούκος, αλλά και η Στέγη, η Λυρική που γεννιέται, έδωσαν και δίνουν πάσες ο ένας στον άλλον για να γίνει ένα καλύτερο ποδόσφαιρο. Και αυτό ήταν ένα πολύ ωραίο πράγμα. Τώρα είμαστε στη μέση. Και αυτό πρέπει να το αντιληφθούν οι πάντες. Υπάρχουν διαφωνίες, αρέσουμε ή δεν αρέσουμε ο ένας στον άλλον, αλίμονο, αλλά πρέπει να προστατεύουμε ο ένας τον άλλον. Μην ξεχνάμε ότι ήρθε στην Ελλάδα ένας Μπομπ Γουίλσον. Πρέπει να έχουμε συνεχή πρόοδο. Ναι, να πάρει κι άλλη στέγη το Εθνικό και πρώτα απ’ όλα να πάρει το θέατρο κάτω από το Ρεξ, του Μαροσούλη, ανήκει στο Εθνικό. Πρέπει να στεγάσει κι άλλους».
Και οι συγκρούσεις;
«Οι συγκρούσεις είναι ψεύτικες. Είμαστε τόσο λίγοι, τόσο φτωχοί… Δεν μπορείς να διακόψεις τη ζωή».
Πώς ξεκίνησε η ιδέα για το «Δεκαήμερο»;
«Ηταν μια πρόταση του Σωτήρη Χατζάκη και την άρπαξα. Είχα το βιβλίο στο κομοδίνο μου και το διάβαζα χωρίς να έχω σκεφθεί να το ανεβάσω. Ξαναείδα την ταινία του Παζολίνι, την είχα ανάγκη, σαν μια μετάφραση του Βοκάκιου».
Ο Βοκάκιος ήρθε φυσιολογικά μετά την «Γκόλφω»;
«Ομολογώ ότι ρωτώντας τον εαυτό μου τι να κάνω μετά την «Γκόλφω» δεν είχα απάντηση. Δεν ήθελα να ανεβάσω απλώς ένα έργο. Γιατί η «Γκόλφω» ήταν ένας σταθμός. Και ακόμη δεν ξέρω τη συνέχειά της (σ.σ.: συζητείται τόσο να επαναληφθεί όσο και να ταξιδέψει στο εξωτερικό). Εχει μια ζωή μόνη της η «Γκόλφω». Aπό την πλευρά μου ήθελα να ψηλαφίσω τον εαυτό μου και να βρω τι με ευχαριστεί περισσότερο. Το «Δεκαήμερο» δεν είναι ένα έργο. Πρέπει να το φτιάξεις. Και αυτό με ενδιέφερε πολύ».
Πώς το προσεγγίσατε;
«Διαβάζοντας τον Βοκάκιο είχα μια αίσθηση ότι αναφέρεται σε ένα πρωί του ανθρώπου, σε ένα πρωινό του. Είναι ακριβώς πριν από την Αναγέννηση. Δάντης, Πετράρχης, Βοκάκιος. Τρία αστέρια στον ουρανό προτού φωτιστεί ο άνθρωπος. Είναι μια αρχή. Είναι κάτι που το βρίσκεις στην εικόνα του Ευαγγελισμού, γι’αυτό και τον λένε ο ήσυχος Ιωάννης. Σαν κάτι να ξημερώνει».
Τρελαίνομαι όταν ανακαλύπτω και πάλι πράγματα και ανθρώπους

Τι θα δούμε στην παράσταση;

«Μια διασκευή πάνω σε 12 ιστορίες του Βοκάκιου. Τρελαίνομαι όταν ανακαλύπτω και πάλι πράγματα και ανθρώπους».
Δεν σας προβλημάτισε το μετά την «Γκόλφω» τι;
«Αν το σκεφθώ έτσι, δεν θα πάω πουθενά. Εγώ σκέφτομαι την «Γκόλφω» ως έναρξη, όχι ως κλείσιμο. Μόνο έτσι μπορείς να πας παραπέρα».
Διατηρείτε μια αθωότητα στη ματιά σας, κάτι που ίσχυε, εκτός από την «Γκόλφω», και στον «Σιρανό» σας.
«Με ενδιαφέρει σαν να είναι η πρώτη φορά. Στον Βοκάκιο μπορείς να δεις ό,τι θέλεις: πορνό ταινίες, βίπερ αναγνώσματα, αλλά δεν έχουν καμία σχέση. Το «Δεκαήμερο» δημιουργήθηκε μέσα στην πανούκλα και στην αρρώστια, όταν κάποιος είπε στους άλλους να πάνε όλοι μαζί στην εξοχή και να λένε ιστορίες. Ο Βοκάκιος σε κάνει να ανακαλύψεις ξανά πράγματα, πρόσωπα, σώματα. Δυσκολίες υπάρχουν στο πώς να τα δείξουμε. Ψάχνουμε τις λέξεις, τις σιωπές…».
Το γυμνό;
«Ναι, γυμνό υπάρχει, ατομικό, ομαδικό. Οχι ως πρόκληση. Απλά υπάρχει το σώμα μας. Δεν γίνεται συντηρητικά ο Βοκάκιος. Αυτό που θέλει να μας πει είναι η αλήθεια – αυτό που δεν ομολογούμε. Οι ιστορίες του είναι απλά περιστατικά. Στον Βοκάκιο ο κόσμος του πνεύματος φεύγει, ο κόσμος της φύσης έρχεται – όχι της σάρκας. Με επηρέασε πολύ ο Παζολίνι στη ματιά του, στην αθωότητά του. Σε αυτή την παράσταση είμαστε όλοι μαζί και είμαστε 14».
Σαν μια Αναγέννηση;
«Γιατί να μην περιμένουμε μια Αναγέννηση; Φυσικά και την περιμένω. Φυσικά και την περιμένουμε».

πότε & πού:
Εθνικό Θέατρο – Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Κτίριο Τσίλερ (Αγίου Κωνσταντίνου, τηλ. 210 5288.170-171). Πρεμιέρα: Παρασκευή 28 Μαρτίου, στις 21.00. Παραστάσεις ως τις 13 Απριλίου και για μία εβδομάδα μετά το Πάσχα

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

«Το Δεκαήμερο» του Βοκάκιου.
Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης.
Διασκευή – σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος.
Σκηνικά – κοστούμια: Ελλη Παπαγεωργακοπούλου.
Μουσική: Αγγελος Τριανταφύλλου.
Κίνηση: Αμάλια Μπένετ.
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος.
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρίσα Τριανταφυλλίδου.
Παίζουν: Αλίκη Αλεξανδράκη, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Κότσιφας, Χρήστος Λούλης, Γιώργος Μπινιάρης, Αγγελος Παπαδημητρίου, Εύη Σαουλίδου, Μιχάλης Σαράντης, Αγγελος Τριανταφύλλου, Λυδία Φωτοπούλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη.
Μουσικός επί σκηνής: Δημήτρης Τίγκας

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk