Η αβάσταχτη ελαφρότητα του κλίματος

«Αυτές οι πανάκριβες μαλ… περί παγκόσμιας υπερθέρμανσης πρέπει να σταματήσουν. Ο πλανήτης μας παγώνει, οι χαμηλές θερμοκρασίες σημειώνουν επίπεδα ρεκόρ». Οταν στις αρχές Ιανουαρίου το θερμόμετρο στις Ανατολικές ΗΠΑ έπεφτε κατά τόπους στους -38°C ο μεγιστάνας και πρώην επίδοξος υποψήφιος για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών στις προεδρικές εκλογές του 2012, Ντόναλντ Τραμπ, αποφάσιζε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους: από κοινού με το τηλεοπτικό δίκτυο Fox διατύπωσαν τη θεωρία ότι το κύμα ψύχους ήταν η τελειωτική απόδειξη ότι η Γη βαδίζει προς την παγκόσμια κατάψυξη. Εναν μήνα αργότερα και κάμποσες χιλιάδες χιλιόμετρα ανατολικότερα, ενώ η Βρετανία βίωνε τις χειρότερες πλημμύρες από το 1766, ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Μάργκαρετ Θάτσερ, Νάιτζελ Λόσον, νυν λόρδος Λόσον, καταφερόταν δημοσίως κατά της Ντέιμ Τζούλια Σλίνγκο, επικεφαλής του επιστημονικού προσωπικού της Βρετανικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, επειδή είχε υποστηρίξει ότι υπάρχουν ενδείξεις συμβολής της κλιματικής αλλαγής στο φαινόμενο. Το καταλυτικό επιχείρημά του; «Είχαμε και άλλοτε κακοκαιρία». Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κιότο, επίσημης διεθνούς παραδοχής του κλιματικού προβλήματος, υπερσυντηρητικοί αρνητές, ασιάτες ηγέτες, δυτικοί φορείς, επιχειρηματικοί κολοσσοί συνθέτουν το παλίμψηστο ενός ζητήματος που μοιάζει να καρκινοβατεί χωρίς ορατή λύση.
Η δυσχερής επιστήμη
Το γιατί η κλιματική υπερθέρμανση τελεί ακόμη υπό αμφισβήτηση, παρά τη σωρεία αποδείξεων που πολυάριθμοι επιστήμονες έχουν συλλέξει εδώ και δεκαετίες, δεν συναρτάται μόνο με την εκάστοτε πολιτική μυωπία, αλλά και με αντικειμενικούς παράγοντες. Η Γη αποτελεί ένα τεράστιο σύστημα δεδομένων, των οποίων η καταμέτρηση και ο συσχετισμός απαιτούν εκτεταμένους πόρους σε χρόνο, ανθρώπινο δυναμικό, κονδύλια. Kαι παρότι αυτά έχουν εκχωρηθεί, νέες μεταβλητές συνεχίζουν να αναφύονται. Ο Αουρουπ Γκανγκούλι, καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής στο Πανεπιστήμιο Νορθίστερν, επεσήμανε πρόσφατα στον δικτυακό τόπο του ιδρύματος ότι ένα επίμονο πρόβλημα είναι ο υπολογισμός της επίδρασης των νεφώσεων στην κλιματική αλλαγή.
Μια πιο απτή απόδειξη του περίπλοκου μηχανισμού της τελευταίας έδωσε η μελέτη ομάδας επιστημόνων με επικεφαλής τον Μπέντζαμιν Σάντερ του αμερικανικού Εθνικού Εργαστηρίου Λόρενς Λίβερμορ, η οποία δημοσιεύθηκε προ ημερών στην επιθεώρηση «Nature». Σύμφωνα με αυτή, η μείωση της αυξητικής τάσης της θερμοκρασίας την τελευταία 15ετία οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έντονη ηφαιστειακή δράση από το 2000 και εντεύθεν: οι εκρήξεις σε τουλάχιστον 17 ηφαίστεια απελευθέρωσαν στην ατμόσφαιρα σημαντικές ποσότητες διοξειδίου του θείου δημιουργώντας σταγονίδια (γνωστά ως «ηφαιστειακά αεροζόλ») που παρεμποδίζουν την ηλιακή ακτινοβολία. Σε συνδυασμό με φυσικούς παράγοντες, όπως ένας ασυνήθιστα ήρεμος ηλιακός κύκλος και η απορρόφηση επιπλέον ποσότητας θερμότητας από τους ωκεανούς, είχαν ως αποτέλεσμα μια ανάπαυλα στην επιταχυνόμενη άνοδο της θερμοκρασίας την οποία προέβλεπαν τα περισσότερα κλιματικά μοντέλα.
Το σύνδρομο της Κίνας

Δεν μπορεί, ωστόσο, να υπολογίζει κανείς σε ευνοϊκούς αστάθμητους παράγοντες προκειμένου να αυτοϊαθεί ο πλανήτης από τις ανθρώπινης προέλευσης ζημιές. Οσο, για παράδειγμα, η κινεζική ανάπτυξη τροφοδοτείται με την καύση βουνών από άνθρακα, τόσο η κατάσταση θα δυσχεραίνει. Στις 26 Φεβρουαρίου τα όργανα μέτρησης ρύπανσης της αμερικανικής πρεσβείας στο Πεκίνο κατέγραφαν συσσώρευση μικροσωματιδίων (PM 2.5) της τάξης των 537 μικρογραμμαρίων ανά κυβικό μέτρο, όταν οι οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας προειδοποιούν για κίνδυνο βλαβών στην υγεία σε περίπτωση ημερήσιας έκθεσης σε οτιδήποτε πάνω από 25. Ο ανταποκριτής του περιοδικού «Time» σημείωνε ότι τα επίπεδα ρύπανσης στην κινεζική πρωτεύουσα κυμαίνονται σε τόσο απελπιστικά ύψη, ώστε η ηλιακή ακτινοβολία περιορίζεται σε συνθήκες που θυμίζουν «πυρηνικό χειμώνα». Και όταν ο πρόεδρος της χώρας, Σι Τζινπίνγκ, επέλεξε να κάνει έναν εκτός προγράμματος περίπατο σε μια ιστορική συνοικία της πόλης, το έκανε αγνοώντας τη ρητή προειδοποίηση της ίδιας του της κυβέρνησης για χρήση ιατρικής μάσκας. Ενας μασκοφόρος πρόεδρος, βλέπετε, θα έδινε λαβή για ποικίλα σχόλια – στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό, το θέμα της ρύπανσης αγνοείται στα κρατικά κινεζικά μέσα ενημέρωσης.
Η αλήθεια είναι ότι η Κίνα σιωπηρά νομοθετεί. Η νομοθεσία, ωστόσο, βραδυπορεί χαρακτηριστικά. Νέοι κανονισμοί που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και την εξοικονόμηση ενέργειας ορίζουν ότι τα νεοαναγειρόμενα εργοστάσια οφείλουν να χρησιμοποιούν 30% λιγότερο άνθρακα από εκείνα της προηγούμενης γενιάς. Παρόμοιοι περιορισμοί στις εκπομπές ρύπων επιβάλλουν τον σταδιακό εκσυγχρονισμό της αγοράς των αυτοκινήτων. Το σύνολο των κυβερνητικών πρωτοβουλιών αγγίζει κατά το BBC τα 220 δισ. ευρώ, ενώ ο πρωθυπουργός Λι Κεκιάνγκ εξήγγειλε στο κοινοβούλιο στις 5 Μαρτίου την πολιτική βούληση για ηθελημένη χαλάρωση της ανάπτυξης στο 7,5% με παράλληλη συντονισμένη καταπολέμηση των ρυπογόνων σωματιδίων. Το πότε, όμως, θα κάνουν τη διαφορά για τη δραματικά βεβαρημένη ατμόσφαιρα των κινεζικών μεγαλουπόλεων παραμένει άδηλο – αντίστοιχες προσπάθειες στη Δύση, όπως στο πνιγμένο από το «smog» Λονδίνο των 50s, απέδωσαν σε βάθος δεκαετίας.
Εξοικονόμηση ενέργειας ίσον κέρδος

Ενώ στην Κίνα η εξοικονόμηση ενέργειας αποδεικνύεται μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας, στον υπόλοιπο κόσμο έχει ήδη αναδειχθεί ως το αποτελεσματικότερο μέτρο κατά της κλιματικής αλλαγής. Αν δώσει κανείς πίστη στην τελευταία έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας (ΔΕΕ), 300 δισ. δολάρια σε 11 χώρες δαπανήθηκαν για τον σκοπό αυτόν το 2011, ενώ η αγορά των «έξυπνων» συσκευών που αποσυνδέονται από την πρίζα όταν δεν λειτουργούν διπλασιάζεται σε μέγεθος κάθε χρόνο, κατά τον «Economist». Η μείωση των ενεργειακών δαπανών στις χώρες της ΕΕ κατά 8% μεταξύ 2006 και 2012, την οποία πρόσφατα ανακοίνωσε η Eurostat, αποτελεί περισσότερο παράπλευρη απώλεια της κρίσης (η Ελλάδα εντός της διετίας 2010-2012 έπεσε κάτω από τα επίπεδα χρήσης του 2000) παρά συνέπεια προγραμματισμένης δράσης, στη δεδομένη στιγμή, όμως, συμβάλλει στη γενικότερη αποκλιμάκωση. Η ΔΕΕ υπολογίζει ότι η «αποφευχθείσα ενέργεια», η διαφορά μεταξύ του ποσού που δαπανάται ετησίως και εκείνου που θα είχε χρησιμοποιηθεί αν δεν υπήρχε καμία εξοικονόμηση ενέργειας με έτος αναφοράς το 1974, φτάνει πλέον τα 2/3 της ετήσιας παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας – κάτι που αντιστοιχεί στη συνολική παραγωγή πετρελαίου, άνθρακα και φυσικού αερίου.
Είναι ενδιαφέρον, ωστόσο, ότι η ενεργειακή αποδοτικότητα φαίνεται να ωθεί τον επιχειρηματικό κόσμο στη συμπερίληψη της παγκόσμιας υπερθέρμανσης στις εξισώσεις των πιθανών κερδών του. Στην ετήσια αναφορά του για το 2013 προς τη διεθνή οργάνωση CDP, η οποία δημοσιοποιεί τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου των μεγάλων επιχειρήσεων, ο γερμανικός φαρμακευτικός γίγαντας Bayer μαζί με την υπόμνηση της μείωσης των ρύπων του κατά 40% από τη δεκαετία του ’90 ανέλυε και τις μελλοντικές κατευθύνσεις επενδυτικών ευκαιριών. Ανάμεσά τους, οι κουνουπιέρες Life-Net που προορίζονται για τα 40 ως 60 εκατομμύρια ανθρώπων που υπολογίζεται ότι η κλιματική αλλαγή θα θέσει σε κίνδυνο προσβολής από ελονοσία μόνο στην Αφρική και το εντομοκτόνο Confidor σε συνδυασμό με ποικιλίες γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών που προσφέρονται για την αντιμετώπιση των δυσμενών επιπτώσεων στη γεωργία.
Η προαναφερθείσα περίπτωση αποτελεί μικρό δείγμα των δυνητικών ευκαιριών: το «Time» κατέγραφε στις 3 Φεβρουαρίου τις αγορές δικαιωμάτων υδροδότησης στη λεκάνη του ποταμού Κολοράντο στις ΗΠΑ από δραστήρια hedge funds, την εξαγορά από άλλα αγροτικών εκτάσεων 259.000 τ.χλμ. στην Αφρική («μέγεθος μεγαλύτερο από το σύνολο του Ηνωμένου Βασιλείου»), τις αντίστοιχες κινήσεις δύο από τις ιστορικότερες επενδυτικές τράπεζες της Νέας Υόρκης στην (τι ειρωνεία) Ουκρανία. Πρόσφατα, η Coca-Cola και η Nike αναπροσάρμοσαν τη στρατηγική τους συνυπολογίζοντας το αυξανόμενο κόστος της ενέργειας και των δυσμενέστερων καιρικών συνθηκών. Οι αποφάσεις τους υπήρξαν χαρακτηριστικά αποκλίνουσες: η πρώτη ενέκρινε σχήματα εξοικονόμησης ενέργειας, η δεύτερη προώθησε τη χρήση συνθετικών υλικών των οποίων η παραγωγή δεν εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες.
Κλιματική ανισότητα

Τα παραπάνω υποδεικνύουν και μια πτυχή της παγκόσμιας υπερθέρμανσης που ενίοτε περνά απαρατήρητη: υπογραμμίζει και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες. Σε έκθεσή της του 2013 η Παγκόσμια Τράπεζα αποδεχόταν ότι η διάδοση του αντίκτυπου της κλιματικής αλλαγής «θα είναι εγγενώς άνιση και σε βάρος των φτωχότερων χωρών του κόσμου, εκείνων με τις λιγότερες οικονομικές, θεσμικές, επιστημονικές και τεχνικές δυνατότητες προσαρμογής». Ενώ η Δύση αντιμετωπίζει, σύμφωνα με τα μοντέλα της Διεθνούς Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή, μεγαλύτερη αύξηση της θερμοκρασίας, διαθέτει τουλάχιστον χρήμα και τεχνογνωσία για την αντιμετώπισή της – κάτι που δεν συμβαίνει με τις πολυπληθείς πόλεις της Νοτιοανατολικής Ασίας, τις τροπικές ζώνες της Αφρικής και τη Μέση Ανατολή, οι οποίες κινδυνεύουν από άνοδο της στάθμης των θαλασσών (κατά 26 ως 82 εκατοστά) και φαινόμενα ερημοποίησης αντίστοιχα. Σαν ένας φαύλος κύκλος, το κλιματικό πρόβλημα επιστρέφει διαρκώς στο αρχικό σημείο του – την πολιτική του διαχείριση.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk