Το τραγούδι των παχύδερμων

Ο ένας μετά τον άλλον υποκύπτουν. Στην αρχή ακούγεται απίστευτο, αδιανόητο. Τι μπορεί να ωθεί έναν λογικό, πολιτισμένο άνθρωπο να τα παρατάει όλα για να σμίξει με τους ρινόκερους;

Ο ένας μετά τον άλλον υποκύπτουν. Στην αρχή ακούγεται απίστευτο, αδιανόητο. Τι μπορεί να ωθεί έναν λογικό, πολιτισμένο άνθρωπο να τα παρατάει όλα για να σμίξει με τους ρινόκερους; Τι είδους ανεξήγητη γοητεία μπορεί να ασκεί ένα βραδύνουν παχύδερμο σε ένα ευφυές ον με λεία επιδερμίδα; Κι όμως· όλα δείχνουν πως κάτι υπάρχει. Η ρινοκερίτιδα που αλώνει τη μικρή επαρχιακή πόλη του έργου αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς. Ομαδική υστερία φαντασιοπληξίας; Ή τελευταία τάση της μόδας, που απαιτεί απόλυτη αλλαγή εμφάνισης και τρόπου ζωής;
Ο κ. Βοδάρ γίνεται ρινόκερος και γλιτώνει από το καταπιεστικό αφεντικό του. Μα και το αφεντικό του ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, επιθυμώντας ίσως μια πρόωρη σύνταξη και απαλλαγή από τις εργασιακές ευθύνες. Ο εγωκεντρικός Ζαν αποφασίζει να ξεφορτωθεί τους ασφυκτικούς κανόνες μιας ξοφλημένης ηθικής τάξης και να συναντήσει ξανά το σφρίγος των ενστίκτων, αναπνέοντας ελεύθερος στη ζούγκλα. Ο κυνικός Ντιντάρ προσπαθεί να διατηρήσει ανοιχτό πνεύμα απέναντι στην εισβολή των θορυβωδών τετραπόδων: «ποιος ξέρει πού βρίσκεται το καλό και το κακό» υποστηρίζει και ως ακραία απόδειξη προοδευτισμού δηλώνει πως ονειρεύεται κι αυτός να φάει ξαπλωμένος στο γρασίδι. Οσο για τη γλυκιά Νταίζη, αυτή ζηλεύει αφάνταστα την ξεγνοιασιά των χαλκοπράσινων ζώων – το άγαρμπο τραγούδι τους ηχεί τόσο σαγηνευτικό στα αφτιά της.
Είναι τελικά τόσο τρομερό να θες να γίνεις ρινόκερος, όταν έχεις κουραστεί να είσαι άνθρωπος; Μονάχα ο Μπερανζέ, ο κεντρικός ήρωας του έργου, φέρει αντίθετη άποψη, αλλά κι αυτός δεν μοιάζει τόσο σίγουρος. Από τη μία εκφράζει τη φρίκη του και διακηρύσσει επίμονα τις αρετές του δυτικού πολιτισμού – «έχουμε μια φιλοσοφία που αυτά τα ζώα στερούνται, ένα σύστημα αξιών αναντικατάστατο» -, ταυτόχρονα όμως πνίγει κάθε βράδυ τα άγχη του στο αλκοόλ προκειμένου να αντέξει τη ζωή μέσα σε αυτό το σύστημα.
Είναι γνωστή η αφετηρία του Ιονέσκο όσον αφορά το έργο αυτό που γράφτηκε το 1959, είκοσι περίπου χρόνια μετά τη φυγή του από τη Ρουμανία της Σιδηράς Φρουράς. Το έχει ο ίδιος εξηγήσει σε γραπτά και συνεντεύξεις του. «Ο «Ρινόκερος» είναι, αναμφισβήτητα, έργο αντιναζιστικό. Κυρίως όμως είναι ένα έργο που αντιτίθεται σε κάθε μαζική υστερία, σε κάθε επιδημία, που κρύβεται πίσω από την καλύπτρα της λογικής και των ιδεών, αλλά που δεν παύει να συνιστά κοινωνική αρρώστια – αρρώστια της οποίας οι ιδεολογίες, στην πραγματικότητα, λειτουργούν ως «άλλοθι»».
Ολοι οι ήρωες επινοούν δικαιολογίες για τη μεταστροφή τους, για το γεγονός ότι αποφασίζουν να απαρνηθούν την ανθρώπινη υπόστασή τους και να αφεθούν στη σκοτεινή γοητεία ενός κτηνώδους κομφορμισμού. Πώς μπορούμε να προστατευθούμε από αυτή την ασθένεια; Ο μόνος που αντιδρά είναι ο Μπερανζέ. Κι όμως: η μεγαλοφυΐα του Ιονέσκο έγκειται στο γεγονός ότι προσδίδει στον ήρωά του αυτόν καθαρά αντι-ηρωικές ιδιότητες. Αρνείται σθεναρά να τον παρουσιάσει ως σωτήρα της ανθρωπότητας, έναν εξιδανικευμένο, απόλυτα συνειδητοποιημένο και εύγλωττο υπέρμαχο των αξιών της αλληλεγγύης, της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας της σκέψης. «Α, όχι, εγώ ποτέ μου δεν θα μπορέσω να τους συνηθίσω» λέει απλά. Αδύναμος, φοβισμένος, ούτε καν ιδιαίτερα μορφωμένος, ο Μπερανζέ βασανίζεται από αμφιβολίες ως την τελευταία στιγμή: μήπως έχουν δίκιο οι «άλλοι» τελικά; Αλλά είναι μια «διαίσθηση» αυτή που τον κρατάει στα πόδια του, που του υπαγορεύει να μην ενδώσει, να μη συμβιβαστεί, να μην υποκύψει. «Ο Μπερανζέ δεν καλοξέρει τη στιγμή που αντιστέκεται στη «ρινοκερίτιδα» γιατί το κάνει. Και αυτό μας δείχνει ότι η αντίστασή του είναι αυθεντική και βαθιά» σημειώνει ο Ιονέσκο.
Ο Μανώλης Μαυροματάκης ακολούθησε πρόθυμα τον συγγραφέα σε αυτή την «αντι-ηρωική» κατεύθυνση: όταν τον συναντάμε στην τρίτη πράξη με τις παρδαλές πιτζάμες και το μπανταρισμένο κούτελο και, εν συνεχεία, με το μποξεράκι να παρακαλάει την αγαπημένη του να κάνουν πολλά παιδιά για να τα αντιτάξουν στο πλήθος των παχύδερμων, δεν μπορούμε να μην αντιληφθούμε την αφοπλιστική καθημερινότητα αυτού του τρεμάμενου αντι-κομφορμιστή, που καθόλου δεν του φαίνεται αλλά το λέει η ψυχή του. Ο μονόλογος του τέλους («Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος…») αποδίδεται από τον ηθοποιό στον σωστό τόνο: καθόλου μελό – όπως συνηθίζεται – και με μια σβησμένη ουδετερότητα που αποποιείται κάθε εύκολο μεγαλείο. Μένουμε μετέωροι: κανένας αυτονόητος θρίαμβος στο προσκήνιο της ύπαρξής μας.
Αν η ερμηνεία του Μαυροματάκη αφήνει να διαφανεί μια σημαντική ποιότητα του ήρωα (απουσιάζει το πάθος που τον τροφοδοτεί υπόγεια, έτσι ώστε να μη φαίνεται εντελώς αφελής), δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να πούμε ότι η παράσταση στο σύνολό της ενεργοποιεί οποιονδήποτε διάλογο με το κείμενο του Ιονέσκο – για την ακρίβεια, τον αποθαρρύνει και τον εμποδίζει. Η πρώτη πράξη στο καφέ της κεντρικής πλατείας και η μετέπειτα σκηνή στο δικηγορικό γραφείο συνθέτουν μια θολούρα κίνησης και λόγου, σκαμπό που μεταφέρονται ανούσια πέρα-δώθε, ηθοποιοί που μιλούν «φορώντας» κάδρα και γενικώς μια αίσθηση τρομερής επιπολαιότητας και γλυκερής χαριτωμενιάς (γαλλικά τραγουδάκια, καπνοί, «ανακοινώσεις» ότι «εσείς οι θεατές δεν κινδυνεύετε από ρινοκερίτιδα» κ.ο.κ.).
Οι υπόλοιπες σκηνές αντιμετωπίζονται ως αποξηραμένα, στατικά ντουέτα «πρώτου» επιπέδου: διάλογοι σε διεκπεραίωση, με πενιχρά αποτελέσματα. Οι κόσμοι που συγκρούονται άφαντοι. Η έννοια της μετάλλαξης – σωματικής, ψυχικής, πνευματικής – που κατοικεί στην καρδιά του «Ρινόκερου» δεν διερευνάται ποτέ. Η κινησιολογική φαντασία ανύπαρκτη. Ο Γιώργος Χρυσοστόμου – που ενσαρκώνει τον μόνο ήρωα που «αλλάζει» μπροστά στα μάτια μας – καταφεύγει σε ξεσπάσματα και εντυπωσιασμούς, χωρίς βάθος, χωρίς επεξεργασία. Το «θέατρο εκ των έσω» για το οποίο μιλούσε ο Ιονέσκο αποδεικνύεται εδώ οικτρά ηττημένο. Τα πάντα διαγράφονται σχηματικά, άνυδρα, μονοδιάστατα – και εμείς εγκλωβισμένοι στη δυσάρεστη θέση να ακούμε ένα υπέροχο κείμενο και να παρακολουθούμε ένα πρωτόλειο θέαμα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk