Μπόνους στον μισθό προσφέρουν οι τράπεζες

Μπόνους στα εισοδήματά τους μέσω των λογαριασμών μισθοδοσίας ή σύνταξης μπορούν να κερδίσουν οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και συνταξιούχοι, επιλέγοντας το σωστό καταθετικό προϊόν.

Μπόνους στα εισοδήματά τους μέσω των λογαριασμών μισθοδοσίας ή σύνταξης μπορούν να κερδίσουν οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και συνταξιούχοι, επιλέγοντας το σωστό καταθετικό προϊόν. Τα προγράμματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την είσπραξη των μηνιαίων αποδοχών είναι ιδιαίτερα προνομιακά, καθώς οι τράπεζες παρά τη γενικότερη πτωτική τάση στα επιτόκια έχουν διατηρήσει τις αποδόσεις τους σε υψηλά επίπεδα. Με βάση τα τρέχοντα δελτία επιτοκίων, η ετήσια ανταμοιβή για τους καταθέτες μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και το 5% επί του μέσου υπολοίπου του λογαριασμού τους, η οποία ισοδυναμεί με μία υψηλή για τα δεδομένα της εποχής αύξηση στις αποδοχές ενός μισθωτού ή ενός συνταξιούχου.

Παρά τη μείωση του ανταγωνισμού λόγω της συγκέντρωσης του εγχώριου τραπεζικού κλάδου σε τέσσερις συστημικούς ομίλους και μερικές ακόμη μεσαίες και μικρές τράπεζες, υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές επιλογές, δίνοντας τη δυνατότητα στους αποταμιευτές να επιλέξουν εκείνο το προϊόν που ταιριάζει περισσότερο στις ανάγκες τους και μεγιστοποιεί την απόδοση των καταθέσεών τους. Συνήθως τα υψηλότερα επιτόκια προσφέρονται για μισθωτούς του δημόσιου τομέα και συνταξιούχους. Ο λόγος είναι ότι η καταβολή του μισθού ή της σύνταξης κάθε μήνα θεωρείται εξασφαλισμένη, σε αντίθεση με τη μισθοδοσία μιας ιδιωτικής επιχείρησης, η οποία στην εποχή της κρίσης που διανύουμε είναι πιθανό να καθυστερήσει.
Απαραίτητη η έρευνα αγοράς


Μία σημαντική διαφορά μεταξύ όσων εισπράττουν εισόδημα από το κράτος ή τα ασφαλιστικά ταμεία και όσων απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα είναι ότι οι πρώτοι μπορούν να επιλέξουν όποια τράπεζα επιθυμούν, ενώ οι δεύτεροι θα πρέπει αναγκαστικά να ανοίξουν λογαριασμό στο πιστωτικό ίδρυμα με το οποίο συνεργάζεται ο εργοδότης τους.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, πριν από την τελική επιλογή είναι πολύ σημαντικό ο καταθέτης να κάνει μία μικρή έρευνα αγοράς για να καταλήξει στο προϊόν που του ταιριάζει περισσότερο. Οπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, το επιτόκιο της κατάθεσης ενδεχομένως να είναι δευτερεύον, δεδομένων και των λοιπών προνομίων που μπορεί να προσφέρουν οι λογαριασμοί μισθοδοσίας. Για παράδειγμα, μπορεί να προσφέρονται οι ακόλουθες διευκολύνσεις: υπηρεσία υπερανάληψης, δανειακά προϊόντα και πιστωτικές κάρτες με καλύτερους όρους, άλλες υπηρεσίες, όπως τραπεζικές θυρίδες με έκπτωση στα έξοδα που επιβάλλονται, καθώς και πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω εναλλακτικών δικτύων, ακόμη και χωρίς κανένα κόστος.
Προϊόντα για κάθε ανάγκη


Αν λοιπόν κάποιος δεν σκοπεύει να διατηρεί στον λογαριασμό του ένα συγκεκριμένο υπόλοιπο κάθε μήνα, π.χ. διότι δαπανά το σύνολο των εισοδημάτων του, ή αν θέλει να χρησιμοποιήσει μία από τις άλλες υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρονται, τότε το επιτόκιο του προϊόντος ενδεχομένως να μην παίζει κανέναν ρόλο. Αντιθέτως, εάν το μόνο κίνητρο αποτελούν οι τόκοι της κατάθεσης, τότε η επιλογή του αποδοτικότερου προγράμματος είναι μονόδρομος. Οπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη, κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Αν κάποιος, για παράδειγμα, ενδιαφέρεται μόνο για το επιτόκιο με το οποίο θα δανείζεται μέσω της υπηρεσίας υπερανάληψης, θα επιλέξει την τράπεζα που προσφέρει το χαμηλότερο κόστος, ανεξάρτητα από την απόδοση που αφορά την αποταμίευσή του.

Το «τρικ» με το επιτόκιο
Το βασικότερο χαρακτηριστικό των λογαριασμών μισθοδοσίας είναι ότι προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια για χαμηλότερα μέσα υπόλοιπα. Για τον λόγο αυτόν οι καταθέτες θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ως προς το προϊόν που θα επιλέξουν, καθώς ένα… παραπάνω ευρώ μπορεί να αποβεί μοιραίο για την τελική απόδοση που θα πετύχουν.
Το «μυστικό» κρύβεται στο είδος του επιτοκίου. Σε αυτή την κατηγορία καταθέσεων ισχύουν συνήθως υψηλότερες αποδόσεις για μικρότερα ποσά και όσο το μέσο υπόλοιπο αυξάνεται τόσο μειώνεται το επιτόκιο, το οποίο μπορεί να είναι είτε κλιμακωτό είτε κλιμακούμενο. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι σημαντική και επηρεάζει καθοριστικά τους εισπραχθέντες τόκους.
Συγκεκριμένα, όταν το επιτόκιο είναι κλιμακωτό, εφαρμόζεται ξεχωριστά σε κάθε κλίμακα ποσού, σε αντίθεση με το κλιμακούμενο, που εφαρμόζεται σε ολόκληρο το ποσό. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που κάποιος διατηρεί καταθέσεις υψηλότερες από την πρώτη κλίμακα, που συνήθως έχει και το υψηλότερο επιτόκιο, δεν συμφέρει να επιλέγει προγράμματα με κλιμακούμενο επιτόκιο.
Από την άλλη, αν είναι βέβαιος ότι το μέσο υπόλοιπο δεν θα ξεπεράσει το ανώτερο ποσό της πρώτης κλίμακας, τότε μπορεί να αναζητήσει την καλύτερη δυνατή απόδοση μεταξύ όλων των προϊόντων, ανεξάρτητα από το είδος του επιτοκίου.

Ανοιχτό δάνειο με εγγύηση τις μηνιαίες αποδοχές
Διέξοδος με χαμηλά επιτόκια για την ικανοποίηση έκτακτων αναγκών

Το κλείσιμο της κάνουλας των δανείων μέσω της καταναλωτικής πίστης τα τελευταία χρόνια έχει στρέψει πολλά νοικοκυριά στη λύση της χρηματοδότησης μέσω των υπηρεσιών υπερανάληψης που προσφέρουν οι λογαριασμοί μισθοδοσίας. Οι τράπεζες είναι διατεθειμένες να «εκτεθούν» σε όσους εισπράττουν κάθε μήνα τον μισθό ή τη σύνταξή τους μέσω ενός καταθετικού τους προϊόντος.
Στο πλαίσιο αυτό είναι σε θέση να προσφέρουν υπό τη μορφή ανοιχτής πίστωσης ένα μικροδάνειο, το ύψος του οποίου συνήθως δεν ξεπερνά τις αποδοχές ενός ή δύο μηνών, με ελκυστικό επιτόκιο, όταν παρέχεται η εγγύηση καταβολής του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη.
Συνήθως το ύψος της υπερανάληψης δεν υπερβαίνει τα 1.500 ευρώ, ωστόσο κατόπιν αξιολόγησης του καταθέτη μπορεί να ανέλθει σε υψηλότερα επίπεδα. Ο λογαριασμός λειτουργεί ως ανακυκλούμενη πίστωση.
Στην περίπτωση δηλαδή που ο πελάτης εκταμιεύσει τον μισθό του και ένα επιπλέον ποσό, τότε το υπόλοιπο του λογαριασμού γίνεται αρνητικό και ξαναγίνεται θετικό ή μηδενίζεται ύστερα από ανάλογη κατάθεση του πελάτη ή μετά την «είσοδο» του μισθού. Στην περίπτωση που το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι μηδενικό, ο κάτοχός του μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκταμιεύσει ως το όριο που του έχει ορίσει η τράπεζα. Βεβαίως για το διάστημα που ο λογαριασμός είναι χρεωστικός, δηλαδή το υπόλοιπο είναι αρνητικό, ο πελάτης καλείται να πληρώσει και τους αντίστοιχους τόκους.
Πρόκειται για ένα προϊόν που έχει δώσει το τελευταίο διάστημα διέξοδο σε αρκετούς μισθωτούς και συνταξιούχους που θέλουν να καλύψουν μια έκτακτη ανάγκη χωρίς να προχωρήσουν σε ανάληψη μετρητών μέσω της πιστωτικής τους κάρτας, η οποία κοστίζει πανάκριβα. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι οι υπεραναλήψεις αποτελούν τη μόνη κατηγορία χρηματοδότησης που εμφανίζει σήμερα άνοδο. Είναι ενδεικτικό ότι η ετήσια αύξηση των υπολοίπων της κατηγορίας τον περασμένο Νοέμβριο διαμορφωνόταν σε θετικός έδαφος, αποτελώντας τη μόνη κατηγορία πίστης στα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα με ενίσχυση σε σχέση με το 2012. Εξάλλου, τους περισσότερους μήνες τα τελευταία χρόνια τα ποσά των εκταμιεύσεων μέσω των τρεχούμενων λογαριασμών διαμορφώνονταν σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα τοκοχρεολυτικά καταναλωτικά δάνεια.
«Αν και ο δανεισμός μέσω της υπηρεσίας υπερανάληψης βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, γύρω από τα 1,4 δισ. ευρώ, παρατηρείται μία ξεκάθαρη στροφή προς αυτή τη μορφή δανεισμού» τονίζει τραπεζικό στέλεχος με ειδίκευση στις εργασίες λιανικής. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα προγράμματα αυτά ενέχουν μικρότερο ρίσκο για τις τράπεζες, λόγω της τακτικής ροής ρευστότητας που συνεπάγεται η σύνδεση του τραπεζικού λογαριασμού με τις μηνιαίες αποδοχές του πελάτη τους, είτε πρόκειται για εργαζόμενο είτε για συνταξιούχο. Το γεγονός αυτό σύμφωνα με τον ίδιο αποτυπώνεται στα χαμηλότερα επιτόκια με τα οποία χρεώνεται ο δανειολήπτης, τα οποία κινούνται στην πλειονότητα των περιπτώσεων σε μονοψήφια επίπεδα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk