Εφη Αβδελά: Ανήλικα αγόρια και κορίτσια «παραβάτες»

Από έναν παλαιοβιβλιοπώλη προμηθεύτηκε για πρώτη φορά η κυρία Εφη Αβδελά ατομικούς φακέλους του Δικαστηρίου Ανηλίκων της συμπρωτεύουσας.

Εφη Αβδελά
«Νέοι εν κινδύνω»: Επιτήρηση,
αναμόρφωση και δικαιοσύνη
ανηλίκων μετά τον πόλεμο
Εκδόσεις Πόλις, 2013,
σελ. 521, τιμή 20 ευρώ

Από έναν παλαιοβιβλιοπώλη προμηθεύτηκε για πρώτη φορά η κυρία Εφη Αβδελά ατομικούς φακέλους του Δικαστηρίου Ανηλίκων της συμπρωτεύουσας. «Οταν είδα μερικούς στον κατάλογό του, έσπευσα να τους αγοράσω. Ασχολιόμουν ήδη με τους νέους και την περίοδο, είχα ήδη δημοσιεύσει άρθρα για το θέμα αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα είχα ποτέ πρόσβαση σε τέτοιο υλικό» είπε στο «Βήμα» η καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Εν τω μεταξύ ένα μεγάλο μέρος του αρχείου της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πετάχτηκε στα σκουπίδια – στη διάρκεια μιας μετακόμισης – αλλά ο ίδιος παλαιοβιβλιοπώλης πρόλαβε να το διασώσει. Ετσι το 2006, όταν υπήρχε ακόμη η οικονομική δυνατότητα, διατέθηκε ένα μικρό κονδύλι από το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ιδρύματος προκειμένου να εξασφαλιστεί αυτό το πολύτιμο, αν και όχι πλήρες, αρχείο.


Η καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης κυρία Εφη Αβδελά

Το 2008 η ίδια πληροφορήθηκε ότι στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους στην Αθήνα είχε κατατεθεί το αντίστοιχο αρχείο της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων του Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών για την περίοδο 1943-2003. Το 2010 έλαβε τη σχετική άδεια και επέλεξε ένα τυχαίο δείγμα από διάφορα ντοσιέ της περιόδου 1951-1973. Το βιβλίο της «»Νέοι εν κινδύνω»: Επιτήρηση, αναμόρφωση και δικαιοσύνη ανηλίκων μετά τον πόλεμο», το οποίο στηρίζεται συνολικά σε 485 τέτοιες περιπτώσεις αγοριών και κοριτσιών και διερευνά τις μορφές που πήρε η πειθάρχησή τους, είναι η πρώτη ιστορική μελέτη επί του θέματος στην Ελλάδα, η οποία μάλιστα το εντάσσει σε ένα ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο από τον 19ο αιώνα και μετά. «Μηχανισμό δικαιοσύνης ανηλίκων» ονομάζει η κυρία Αβδελά «τους θεσμούς, τους φορείς και τα πρόσωπα που ανέλαβαν να διαχειριστούν ανήλικα αγόρια και κορίτσια «παραβάτες» ή «σε κίνδυνο»». Από όλες τις συνιστώσες του μηχανισμού εστιάζει στις σχέσεις των επιμελητών με τα επιτηρούμενα υποκείμενα, ασχολείται δηλαδή με μικρές ιστορίες προκειμένου να μιλήσει «για τις ιδέες και τους ανθρώπους μιας εποχής όπως αναδεικνύονται μέσα από την καθημερινή λειτουργία ενός κρατικού θεσμού». Επιχειρεί η ίδια, αξιοποιώντας επιπλέον δημοσιεύματα της εποχής αλλά και προφορικές μαρτυρίες, έναν συνδυασμό κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας με σκοπό την εξήγηση και την κατανόηση ενός σύνθετου φαινομένου σε μια περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων.

Πότε ακριβώς, κυρία Αβδελά, άρχισε η ανησυχία για τους νέους να λαμβάνει χαρακτήρα κοινωνικού γεγονότος;
«Το ζήτημα υπάρχει στις δυτικές χώρες από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο κατά τη μεταπολεμική περίοδο αναπτύσσεται σε διεθνές επίπεδο μια μεγάλη δημόσια ανησυχία για το πού πάνε οι νέοι. Θεωρήθηκε ότι ο πόλεμος είχε διαδραματίσει έναν καταλυτικά αρνητικό ρόλο, ότι έχει διαλύσει οικογένειες και έχει καταστρέψει αξίες. Ο ηθικός πανικός για τη νεολαία προκύπτει γιατί στη διαδικασία της ανασυγκρότησης στους νέους στηρίχθηκαν οι προσδοκίες για το μέλλον. Στον διπολικό κόσμο που αναδύθηκε μεταπολεμικά η θέση των νέων ήταν ζητούμενο, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Απειλητικές θεωρήθηκαν επίσης ορισμένες νέες πρακτικές που προσέλκυαν όλο και περισσότερους νέους, όπως η ροκ μουσική, οι ομαδικές διασκεδάσεις, το σινεμά ή τα νεανικά περιοδικά. Οι νέες μορφές ψυχαγωγίας – αυτό που λέμε «νεανική κουλτούρα» και διαμορφώνεται ως σημαντικό για την αγορά προϊόν από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 – ήταν κεντρικές στην ανησυχία, θεωρήθηκαν «οχήματα» μέσα από τα οποία οι νέοι κινδύνευαν να χάσουν τον προσανατολισμό τους – όποιον κι αν θεωρούσε κανείς τότε σωστό. Κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί και εμπειρογνώμονες προσπάθησαν να συγκροτήσουν μηχανισμούς πρόληψης και αναμόρφωσης ώστε οι νέοι να μην ξεπερνούν τα «όρια». Εδώ οι ανησυχίες αυτές συναντούν τον μηχανισμό δικαιοσύνης ανηλίκων, που μεταπολεμικά υπάρχει παντού και συνδυάζει την καταστολή με την πρόνοια. Κεντρική κατεύθυνση τόσο στην πρόληψη όσο και την αναμόρφωση των «παραβατικών» νέων θεωρείται η αυτοπειθαρχία, πώς θα μάθουν να συγκρατούν τις ορμές τους και τις επιθυμίες τους ώστε να γίνουν χρήσιμοι στην κοινωνία, στο πλαίσιο των κάθε φορά κοινά αποδεκτών αξιών. Ομως όλοι συμφωνούν ότι η πρόληψη είναι δύσκολη και ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές από χώρα σε χώρα».
Εσείς εξετάζετε την ελληνική εκδοχή ενός διεθνούς φαινομένου. Τι συνέβη στα καθ’ ημάς;
«Η Ελλάδα συμμετέχει σε όλα αυτά και η δημόσια ανησυχία είναι επίσης πολύ έντονη. Εδώ ο ηθικός πανικός εκφράζεται κυρίως στον Τύπο, ο οποίος μεταφέρει τι γίνεται σε άλλες χώρες και διογκώνοντας διάφορα συμβάντα – για παράδειγμα, «ταραχές» μετά την προβολή κινηματογραφικών ταινιών ή ροκ συναυλιών – προβληματίζεται για το τι ενδέχεται να συμβεί στη χώρα μας.
Η μεγάλη αυτή συζήτηση καταλήγει το 1958 στην υιοθέτηση του νόμου 4000 κατά του τεντιμποϊσμού. Δεν πρέπει βεβαίως να ξεχνάμε ότι η συζήτηση αυτή εγγράφεται στα καθ’ ημάς σε μια εποχή μεγάλου πολιτικού διπολισμού.
Ωστόσο στο ζήτημα των νέων και η Αριστερά και η Δεξιά ανησυχούν εξίσου για τον αποπροσανατολισμό που μπορεί να επιφέρουν οι νέες μορφές ψυχαγωγίας και για την ενδεχόμενη φθορά ή πτώση των αξιών, όπως κι αν τις αντιλαμβάνεται η καθεμιά.
Ταυτόχρονα αυτή είναι μια εποχή μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων: στις παρυφές των μεγάλων πόλεων η φτώχεια είναι συχνά ακραία και τα παιδιά μεγαλώνουν σε δύσκολες συνθήκες. Δεν θέλει πολύ να εμπλακούν με το Δικαστήριο Ανηλίκων είτε γιατί «παραστράτησαν» είτε επειδή οι γονείς τους ή κάποιος γείτονας θεωρούν ότι κινδυνεύουν να «παραστρατήσουν» και ζητούν από τον δικαστή να παρέμβει. Πάντως τα παραπτώματα όσων παραβαίνουν τον νόμο είναι συνήθως πολύ ελαφρύτερα από ό,τι αφήνει να εννοηθεί ο όρος «εγκληματικότητα ανηλίκων» που χρησιμοποιείται συνήθως».
Γιατί έξω επικράτησε ο όρος «παραβατικότητα» και εδώ η «παιδική και νεανική εγκληματικότητα»;
«Γιατί στην Ελλάδα στη διαχείριση των νεανικών «παραστρατημάτων» κυριαρχεί η νομική σκέψη και πρακτική. Θα αργήσουν εδώ να αναπτυχθούν θεωρήσεις που αντλούν από τις κοινωνικές επιστήμες. Στις περισσότερες δυτικές χώρες οι θεωρήσεις αυτές – εμφανείς ήδη στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα – συνέβαλαν να δοθεί έμφαση τον προνοιακό χαρακτήρα του μηχανισμού δικαιοσύνης ανηλίκων και να αλλάξει η ορολογία για τα νεανικά «παραστρατήματα». Είχε ήδη αναγνωριστεί ότι υπάρχει μια ειδική ηλικιακή κατηγορία ανθρώπων, οι ανήλικοι, οι έφηβοι, οι οποίοι έχουν ορισμένα βιοψυχικά χαρακτηριστικά που ευνοούν ορισμένες συμπεριφορές και χρειάζονται, εξαιτίας αυτού, καθοδήγηση, προστασία και συγχρόνως έλεγχο, χαλινάρι.
Δεν ήταν επομένως εγκληματίες. Οι συμπεριφορές τους ήταν συνήθως στα όρια της παράβασης του νόμου. Ας σημειωθεί πάντως ότι στην Ελλάδα με τον μηχανισμό δικαιοσύνης ανηλίκων εμπλέκονταν επίσης όσοι οι ενήλικοι θεωρούσαν ότι βρίσκονταν σε «ηθικό κίνδυνο», ότι κινδύνευαν δηλαδή να «εγκληματήσουν». Υποστηρίζω στο βιβλίο ότι στην Ελλάδα της εποχής η συμπεριφορά των ανηλίκων βρισκόταν συνεχώς υπό επιτήρηση, ότι τα πρότυπα της πρέπουσας συμπεριφοράς ήταν εξαιρετικά ασφυκτικά και είχαν σαφή έμφυλο χαρακτήρα και ότι η απουσία κοινωνικών επιστημών έδινε το προβάδισμα στην ποινική αντιμετώπιση των παρεκτροπών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνω στο βιβλίο στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων, που από το 1954 αντικατέστησε τις Εταιρείες Προστασίας Ανηλίκων και είχε την ευθύνη για τις περιπτώσεις τόσο της καταστολής όσο και της πρόληψης. Οι επιμελητές είχαν συστηματική επαφή με τα παιδιά και τις οικογένειές τους και προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα όπως μπορούσαν, υπερβαίνοντας συχνά τον ρόλο τους».
Τούτων δοθέντων, υποστηρίζετε ότι η εμμονή στον όρο «εγκληματικότητα» αντανακλά και την αυταρχικότητα του κράτους της εποχής. Ηταν και πολιτικό το ζήτημα επομένως…
«Πολιτικό ήταν εξ ορισμού διότι επρόκειτο για ζήτημα διαχείρισης ανθρώπων. Θέτω ένα ερώτημα στο βιβλίο: Σε ποιον βαθμό, σε μια περίοδο ούτως ή άλλως «καχεκτικής δημοκρατίας», ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονταν στα «παραστρατημένα παιδιά» οι επιμελητές και οι δικαστές, ή οι γονείς τους, είχε κάποια σχέση με τον τρόπο που κυβερνιόταν το κράτος.
Ταυτόχρονα δείχνω ότι η σχέση με το κράτος ήταν αμφίδρομη, γιατί και οι ανήλικοι και οι οικογένειές τους χρησιμοποιούσαν συχνά τη δικαιοσύνη ανηλίκων για λογαριασμό τους. Υποστηρίζω μια προσέγγιση σύμφωνα με την οποία το κράτος και οι πολίτες αλληλοδιαπλέκονται με πάρα πολλούς τρόπους. Το ποια υπόσταση παίρνει το κράτος για τους πολίτες έχει να κάνει με την εντύπωση που προκαλούν όσοι το «προσωποποιούν».
Σε μια περίοδο μεγάλης φτώχειας, βλέπουμε ότι αρκετοί γονείς χρησιμοποίησαν έναν κατασταλτικό μηχανισμό, όπως είναι το Δικαστήριο Ανηλίκων, για να λύσουν προβλήματα επιβίωσης, για να τους βρουν ρούχα ή να τα πάνε στο νοσοκομείο, να τα βάλουν στο αναμορφωτήριο με απώτερο σκοπό να μάθουν μια τέχνη, να τους βρουν δουλειά. Λέω ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το κράτος με τρόπους που πολλές φορές δεν μπορούμε να φανταστούμε. Εχουμε μια εικόνα ότι το κράτος και οι πολίτες είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι ενώ δεν είναι έτσι, ο ένας κόσμος διαμορφώνει τον άλλον».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk