Ελληνικό σινεμά ο παράδεισος

Η είδηση ότι ο Kόλιν Fάρελ και η Ρέιτσελ Βάις θα πρωταγωνιστήσουν στη νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου «The Lobster» (Ο αστακός) σίγουρα δεν σε αφήνει αδιάφορο. Μετά το βραβείο «Ενα κάποιο βλέμμα» για τον «Κυνόδοντα» στις Κάννες το 2009, την υποψηφιότητά του για Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και το βραβείο σεναρίου για τις «Αλπεις» το 2011 στη Βενετία που απονεμήθηκε στον ίδιο και στον σταθερό συνεργάτη του Ευθύμη Φιλίππου, ήρθαν και τα τρανταχτά ονόματα των ξένων ηθοποιών να προσθέσουν ακόμη περισσότερα θαυμαστικά. Εν τω μεταξύ, το «Μικρό ψάρι» του Γιάννη Οικονομίδη, που συμμετείχε προ ημερών στο Διαγωνιστικό Τμήμα της 64ης Μπερλινάλε, άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, ενώ στο πλαίσιο του ίδιου φεστιβάλ, στην κατηγορία Forum, η ταινία «Στο σπίτι» του Αθανάσιου Καρανικόλα απέσπασε το βραβείο της ανεξάρτητης Οικουμενικής Επιτροπής.
Εντός των τειχών, η «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη έκοψε περί τις 130.000 εισιτήρια ήδη από τη δεύτερη εβδομάδα προβολής και οι ουρές έξω από τα σινεμά έκαναν αίσθηση σε καιρούς κρίσης. Το 2013 προβλήθηκαν στην Ελλάδα περισσότερες από 30 ελληνικές ταινίες μεγάλου μήκους, αριθμός εντυπωσιακός σε μια περίοδο πενιχρής χρηματοδότησης, και άλλες τόσες βρίσκονται στα σκαριά για τη χρονιά που διανύουμε. Τι συμβαίνει ξαφνικά με τον ελληνικό κινηματογράφο; Ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της χώρας που τον παράγει; Διανύει τελικά την καλύτερή του περίοδο ή τα προβλήματα παραμένουν πίσω από τα φλας και τα διεθνή δημοσιεύματα;
Οι απανωτές επιτυχίες έχουν ανοίξει την όρεξη νέων και λιγότερο νέων δημιουργών, οι οποίοι μοιάζουν τώρα να πέφτουν στη δουλειά με αισθητά λιγότερη γκρίνια και απαισιοδοξία. Και εδώ, όμως, καραδοκούν παγίδες, καθώς τείνει να διαμορφωθεί σινεμά δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά έχουμε τις ταινίες που στοχεύουν στα διεθνή φεστιβάλ και ακολουθώντας τα σκοτεινά μονοπάτια των λανθιμικών δημιουργιών ονειρεύονται και αυτές με τη σειρά τους διακρίσεις και κόκκινα χαλιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά, που παρά τη διπλή βράβευση στη Βενετία δεν είχε την αναμενόμενη εισπρακτική επιτυχία στη χώρα μας. Και από την άλλη οι ταινίες που εξακολουθούν να γυρίζονται με μηδαμινούς προϋπολογισμούς, στηριζόμενες στην πολλές φορές δωρεάν διάθεση ηθοποιών, τεχνικών και λοιπών συνεργατών. Σε μια εποχή που οι ξένοι μάς κοιτούν και μας επεξεργάζονται μέσα από το σινεμά μας, οι έλληνες δημιουργοί φτιάχνουν ταινίες για να αρέσουν στο κοινό ή στις κριτικές επιτροπές των φεστιβάλ;
Σινεμά στο ασανσέρ

Για την Ελισάβετ Χρονοπούλου, που αυτή την εποχή ξεκινάει τα γυρίσματα της νέας της ταινίας «Μικρή Αρκτος» – πρόκειται για ερωτικό θρίλερ -, το οικονομικό θρίλερ της χρηματοδότησης είναι πιο τρομακτικό: «Για να πούμε ότι στην Ελλάδα παίρνουμε το σινεμά στα σοβαρά, θα πρέπει να έρθει μια εποχή που ο σκηνοθέτης δεν θα χτυπάει πόρτες σαν φουκαριάρης για να βρει χρήματα, δεν θα πληρώνεται ύστερα από μία εξαετία, δεν θα δανείζεται από την οικογένειά του, δεν θα τα βάζει όλα από την τσέπη του».
Το κόστος της δικής της ταινίας είναι 60.000 ευρώ – τα μισά προέρχονται από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και τα υπόλοιπα από χορηγίες: «Θεωρείται ταινία χαμηλού κόστους. Ολα θα πάνε σε αμοιβές συντελεστών και σε έξοδα εργαστηρίων». Μεταξύ σοβαρού και αστείου, αποκαλύπτει τα μυστικά των low budget ταινιών: «Το σενάριο πρέπει να είναι γραμμένο έτσι ώστε οι σκηνές να μπορούν να γυριστούν ακόμη και μέσα στο ασανσέρ. Ενα με δύο πρόσωπα, όχι σκηνές με πολύ κόσμο και βοηθητικούς ρόλους, λίγοι χώροι, όχι εκτός έδρας. Ολα στο εδώ και τώρα, όχι ταινίες εποχής, κάπου στο κέντρο της πόλης – τα κοστούμια και οι μετακινήσεις κοστίζουν ακριβά».
Πιστεύει ότι οι διεθνείς επιτυχίες ελληνικών ταινιών δημιούργησαν πολλούς κακούς μιμητές στη χώρα μας: «Ο «Κυνόδοντας» και η «Στρέλλα» είναι δύο εξαιρετικές ταινίες, φτιαγμένες από δημιουργούς που ήξεραν ακριβώς τι ήθελαν να πουν. Το να γυρίζεις, όμως, ταινίες-καρμπόν επειδή ονειρεύεσαι να πας στα Οσκαρ είναι επιεικώς ανόητο. Και η ταινία σου θα είναι σκέτη μπλόφα και δεν θα πας στα Οσκαρ».
Παραγωγός σημαίνει φως

Ο Κωνσταντίνος Κοντοβράκης ασχολείται εδώ και πέντε χρόνια με την παραγωγή ταινιών, μέσα από την εταιρεία του Heretic, που έχει ιδρύσει με τον Γιώργο Καρναβά. Οι ταινίες «Wasted Youth» των Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και Γιαν Φόγκελ, «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» του Εκτορα Λυγίζου, το «Να κάθεσαι και να κοιτάς» του Γιώργου Σερβετά, που ταξίδεψε στην εφετινή Μπερλινάλε, και το «Για πάντα» της Μαργαρίτας Μαντά, που ολοκληρώνεται τώρα, γυρίστηκαν με παραγωγό τον ίδιο.
Θεωρεί ότι η οικονομική κρίση έστρεψε τα βλέμματα των ξένων προς τα εδώ: «Υστερα από δεκαετίες ολόκληρες κατά τις οποίες η Ελλάδα γινόταν αντιληπτή μόνο για τη λαμπρή αρχαιότητά της και τις παραλίες της, ο υπόλοιπος κόσμος άρχισε να μαθαίνει πράγματα για τη σύγχρονη ζωή στη χώρα αυτή, όπου, όχι, δεν φοράμε χλαμύδες ούτε σπάμε πιάτα ολημερίς. Το ενδιαφέρον αυτό έχει άλλοτε ειλικρινείς προθέσεις και άλλοτε διαθέσεις, ας πούμε, πορνογραφικές.

Το ζήτημα, όμως, είναι ότι χωρίς καλές ταινίες, τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί. Ο πρώτος και βασικότερος συντελεστής στην επιτυχία του ελληνικού σινεμά τα τελευταία χρόνια είναι το επίπεδο των ταινιών μας. Υπό αυτή την έννοια, ναι, ο ελληνικός κινηματογράφος διανύει μια περίοδο ποιοτικής άνθησης».

Λεφτά άραγε υπάρχουν; «Οι περισσότερες ταινίες σήμερα γίνονται με ιδιωτικά κεφάλαια των κινηματογραφιστών, παραγωγών και σκηνοθετών, και με την ανιδιοτελή συνεισφορά των συνεργατών τους, τεχνικών, ηθοποιών, φίλων, γονιών και παιδιών. Πάντως, για να μην γκρινιάζω, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ορισμένες εταιρείες διανομής και οι συνδρομητικοί τηλεοπτικοί σταθμοί επιμένουν να μας στηρίζουν, με όποιον τρόπο μπορούν, μέσα στις αντίξοες συνθήκες που όλοι γνωρίζουμε, γεγονός εξαιρετικά ενθαρρυντικό. Ας ελπίσουμε, βέβαια, ότι το ίδιο θα συμβεί και με τη Δημόσια Τηλεόραση, η απουσία της οποίας από το κινηματογραφικό τοπίο ήταν και είναι καταλυτική».
Το φαινόμενο «Μικρά Αγγλία»
Η σκηνοθέτις Κωνσταντίνα Βούλγαρη ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα της Παντελή Βούλγαρη και μάλιστα η συμβολή της στο κάστινγκ της πρόσφατης ταινίας του, «Μικρά Αγγλία», ήταν πολύ σημαντική: «Θέλαμε οι κεντρικοί ήρωες της σειράς και ιδιαίτερα οι δύο πρωταγωνίστριες να είναι πρόσωπα φρέσκα και άγνωστα στο κοινό. Είναι ένα στοίχημα που κερδίσαμε. Είναι ωραίο να γεμίζουν οι αίθουσες σε ταινίες όπου πρωταγωνιστούν ηθοποιοί και όχι φωτομοντέλα ή σταρ όπως ο Σάκης Ρουβάς».
Η πρόσφατη ταινία της λεγόταν «Συγχαρητήρια στους αισιόδοξους», η ίδια, πάντως, είναι αρκετά προβληματισμένη: «Υπάρχει μια τεράστια αντίφαση: από τη μία έχουμε τη λαμπρή εικόνα των ταινιών στα ξένα φεστιβάλ και από την άλλη στην Ελλάδα δίνονται πολύ λιγότερα χρήματα, με αποτέλεσμα οι περισσότερες ταινίες να γυρίζονται είτε χωρίς είτε με πενιχρές αμοιβές. Φοβάμαι ότι στο τέλος το σινεμά θα καταντήσει ταξική υπόθεση. Θα κάνουν ταινίες μόνο αυτοί που έχουν χρήματα και τα ‘χουν όλα λυμένα. Εκείνοι, όμως, δεν εκφράζουν τις ανησυχίες του μέσου θεατή».
Η λύση του crowdfunding

Πιστός σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος ταινιών, ο 29χρονος Θάνος Κερμίτσης κατάφερε να γυρίσει το επικής φαντασίας φιλμ «Τα χρονικά του Δρακοφοίνικα: Αδάμαστος» χάρη στην ιντερνετική πλατφόρμα indiegogo. Η μέθοδος του crowdfunding – κοντολογίς μιλάς σε ένα βίντεο για το πρότζεκτ που ετοιμάζεις και ελπίζεις να εμπνεύσεις όσο περισσότερο κόσμο ώστε να καταθέσει σε λογαριασμό όσα χρήματα επιθυμεί – τον οδήγησε στη συγκέντρωση 10.000 ευρώ, με τα οποία καλύφθηκαν τα έξοδα για τα κοστούμια και τα props: «Συνεργείο και ηθοποιοί δεν πληρώθηκαν. Ολα έγιναν ρομαντικά». Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Πάρνηθα, στο Τατόι και «όπου αλλού υπάρχουν δάση που δεν έχουν καεί. Θέλαμε να γυρίσουμε μια σκηνή και στον Πύργο Βασιλίσσης, στο Πάρκο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης Αντώνης Τρίτσης, αλλά οι υπεύθυνοι μας ζήτησαν 2.000 ευρώ ενοίκιο την ημέρα και έτσι εγκαταλείψαμε τη σκέψη». Εχει καταλάβει ήδη ότι «στην Ελλάδα κανείς δεν έγινε πλούσιος από το σινεμά».

Οπως και να έχει όμως: «Δεν μπορούμε να τα κάνουμε για πάντα όλα τζάμπα».

Ο Ευθύμης Φιλίππου μιλάει για το «Lobster» και για τις παιδικές αρρώστιες του ελληνικού σινεμά

«Εντός Ελλάδας υπάρχει το “να μαζευτούμε να κάνουμε μια ταινιούλα. Δεν θα πληρωθεί κανένας, αλλά δεν πειράζει γιατί θα κάνουμε κάτι πολύ αβανγκάρντ”. Εκτός Ελλάδας δεν υπάρχει μόνο αυτό. Εντός Ελλάδας το καλό είναι ότι μερικές φορές το παραπάνω όντως συμβαίνει. Το κακό είναι ότι πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβουμε ότι όλοι όσοι δουλεύουν στον κινηματογράφο πρέπει να αμείβονται, ότι ο μπούμαν είναι κανονικό επάγγελμα και όχι μια ασχολία ψηλών ανθρώπων και ότι επειδή οι άνθρωποι βλέπουν ταινίες στον ελεύθερο χρόνο τους, δεν σημαίνει ότι και αυτοί που κάνουν τις ταινίες πρέπει να τις κάνουν στον ελεύθερο χρόνο τους».

«Αν σε μια ελληνική ταινία υπάρχει μια σκηνή στην οποία κάποιος πίνει καφέ σε ένα φλιτζάνι, θα υπάρξουν σίγουρα κάποιοι κριτικοί ή θεατές που θα πουν ότι το φλιτζάνι είναι η Ελλάδα, το στόμα του άνδρα η Ευρώπη, το κουλουράκι δίπλα ο καπιταλισμός και τα κορδόνια των παπουτσιών του συμβολίζουν το σχοινί του απαγχονισμού. Αυτό από τη μία είναι καλό, καθώς είναι απολύτως θεμιτό κάποιος να κάνει τη δική του ερμηνεία πάνω σε ό,τι βλέπει, από την άλλη – στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο – είναι επικίνδυνο γιατί υποτιμούνται ή υπερτιμούνται αντίστοιχα πολλές δουλειές. Δεν παρατηρώ κανένα ιδιαίτερο προβάδισμα του κινηματογράφου έναντι των υπόλοιπων μορφών τέχνης στην Ελλάδα. Γράφονται πολύ ωραία τραγούδια, ποιήματα, διηγήματα, φτιάχνονται πολύ ωραία γλυπτά και ζωγραφίζονται πολύ ωραία πορτρέτα».

«Δεν νομίζω ότι ο “Κυνόδοντας” και οι “Αλπεις” δημιούργησαν κάποιο συγκεκριμένο κινηματογραφικό ρεύμα. Ο κίνδυνος να δημιουργούνται τυποποιημένες ταινίες ακολουθώντας τα χνάρια κάποιων που έχουν διακριθεί δεν έχει να κάνει με την επιλογή μιας πιο σκοτεινής κατεύθυνσης, αλλά με τη σωστή ανάπτυξή της. Η ιδέα, η κατεύθυνση, το θέμα, όλα αυτά είναι υπερεκτιμημένα. Είναι πολύ δύσκολο να μπορέσεις να μείνεις πιστός σε αυτή την περιβόητη αρχική κατεύθυνσή σου, να την κάνεις κατανοητή και να μην παρασυρθείς από ευκολίες, όπως ουρλιαχτά, κλάματα, αίματα χωρίς λόγο, ωραία πλάνα χωρίς λόγο, προφορικό λόγο χωρίς λόγο. Αρα το σημείο που χρειάζεται προσοχή δεν είναι το θέμα ενός διαλόγου, αλλά ο ίδιος ο διάλογος. Ετσι κι αλλιώς τα θέματα πέντε-έξι είναι. Μπορεί μια συζήτηση για ένα πόμολο να είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από μια συζήτηση για τον θάνατο ή για τις ανθρώπινες σχέσεις».

«Δεν θέλω να προτείνω τίποτε μέσα από τα σενάρια, μόνο να περιγράψω θέλω. Ο μόνος λόγος για τον οποίο ασχοληθήκαμε με την αγάπη στο “Lobster” είναι γιατί θέλαμε να προσπαθήσουμε να δώσουμε μια εικόνα για το τι σημαίνει η παρουσία ή η απουσία της χωρίς καμιά εκπαιδευτική διάθεση».

«Εχοντας μεγαλώσει όλοι με την εικόνα του βαριεστημένου σκηνοθέτη με το μακρύ κασκόλ, το μακρύ μούσι και τη μαρινιέρα, μας φαίνεται περίεργο ή ύποπτο ή αστείο το να δίνει κάποιος λεφτά, είτε ιδιώτης είτε κρατικός φορέας, σε κάποιον άλλο για να κάνει μια ταινία. Καμία παιδεία, καμία σχολή, το φάντασμα του χόμπι, η μάνα του βοηθού παραγωγής που ποτέ δεν θα καταλάβει τι δουλειά κάνει ο γιος της και η ψευδαίσθηση ότι όσοι δουλεύουν στο σινεμά είναι ή αχτένιστοι πλούσιοι ή ανώριμοι ή βλαμμένοι που δεν σπούδασαν και δεν πήραν ένα κανονικό πτυχίο, οπότε καλά να πάθουν».

* Ο Ευθύμης Φιλίππου υπογράφει μαζί με τον Γιώργο Λάνθιμο το σενάριο των ταινιών «Κυνόδοντας», «Αλπεις» (βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ Βενετίας το 2011) και «The Lobster».

**Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk