Τα παιδιά του Καβαλιέρε

Λέγεται ότι η Eλβετία είναι μια χώρα με εμμονή στα δημοψηφίσματα, όπου τον τελευταίο λόγο για κάθε σημαντικό (και ασήμαντο) ζήτημα τον έχουν οι πολίτες. Ή, τουλάχιστον, αυτή είναι η αμεσοδημοκρατική όψη ενός σταθερού πολιτικού συστήματος με μακρά παράδοση ιδιότυπης διακυβέρνησης, της οποίας η σημερινή μορφή αποτελεί ένα είδος συλλογικής προεδρίας με επτά μέλη. Με άλλα λόγια, το αιωνίως ουδέτερο κεντροευρωπαϊκό κράτος με τα περίφημα ρολόγια, τις φημισμένες τράπεζες και τις διάσημες πίστες του σκι είναι μια περίπτωση πέραν του μέσου όρου. Ετσι, όταν στις 9 Φεβρουαρίου οι εκλογείς της αποφάσισαν στο πρώτο από τα τουλάχιστον εννέα δημοψηφίσματα του 2014 να θέσουν περιορισμούς στη μετανάστευση (και σε κρίση τη διμερή σχέση τους με την Ευρωπαϊκή Ενωση), η έκπληξη δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Ούτε και οι πανηγυρισμοί του 73χρονου Κρίστοφ Μπλόχερ, αφανούς ηγέτη του Ελβετικού Λαϊκού Κόμματος και κύριου χρηματοδότη της εκστρατείας του «Οχι» με 2,45 εκατ. ευρώ, ξένισαν πολλούς. Αφενός τα χρήματα δεν του λείπουν, μια και η οικογενειακής ιδιοκτησίας χημική βιομηχανία EMS-Chemie είχε τζίρο 1,4 δισ. ευρώ για το 2012, αφετέρου έχει απασχολήσει πολλάκις στο παρελθόν την κοινή γνώμη για τις ξενοφοβικές και αντιευρωπαϊκές θέσεις του. Ο Μπλόχερ, όμως, δεν είναι ο μοναδικός κερδισμένος στην κατηγορία του. Αν οι κάλπες του τελευταίου εξαμήνου στην Ευρώπη έβγαλαν κάποιους νικητές πέραν των ακροδεξιών κομμάτων, αυτοί ήταν ακριβώς τρίτης ηλικίας κροίσοι με πιστοποιητικά αντισυστημικών φρονημάτων.
Κάποιοι στον Νότο, στο Κέντρο και στην Αριστερά, πιστεύουν ότι η ανανέωση της πολιτικής ζωής μπορεί να προέλθει από τα περήφανα νιάτα – τον 39χρονο Ματέο Ρέντσι ή τον 40χρονο Αλέξη Τσίπρα. Στην Κεντρική Ευρώπη και στη Δεξιά στοιχηματίζουν ότι η ανανέωση θα προκύψει από τα τιμημένα γηρατειά. Η επιτυχία του 73χρονου Μπλόχερ ακολούθησε την άνετη είσοδο στην αυστριακή Βουλή του 81χρονου Καναδοαυστριακού Φρανκ Στρόναχ με το διόλου ευκαταφρόνητο για πολιτικό οργανισμό 18 μηνών 5,8% τον περασμένο Σεπτέμβριο και τη δεύτερη θέση του 60χρονου Αντρέι Μπάμπις, με 18,7% στις τσεχικές εκλογές της 26ης Οκτωβρίου 2013. Και μπορεί ο Μπλόχερ να γεμίζει το κατ’ αυτόν κενό της ελβετικής πολιτικής ζωής με την πληθωρική προσωπικότητά του εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, οι άλλοι όμως εμφανίστηκαν στο προσκήνιο σαν κομήτες. Με υπέρλαμπρο πυρήνα δισεκατομμυρίων δολαρίων σε επιχειρηματικά συμφέροντα και ουρά αεριώδους ιδεολογίας: κατά της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κατά του ευρώ, κατά των κατεστημένων πολιτικών. Μαθητές του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στον επικοινωνιακό τακτικισμό, εκμεταλλευόμενοι όπως και εκείνος την έκπτωση της πολιτικής στα μάτια της κοινής γνώμης για να κερδίσουν ζωτικό χώρο, οι γηραιοί ανανεωτές αυτοπροβάλλονται ως οι ικανότεροι να καθαρίσουν την όποια κόπρο του Αυγείου.
Ο Κρίστοφ Μπλόχερ, γιος προτεστάντη πάστορα με 11 παιδιά και περιουσία 1,5 δισ. ευρώ, είναι ένας συνεπής απομονωτιστής: τάχθηκε κατά της εισόδου της Ελβετίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο το 1992 και στον ΟΗΕ το 2002. Υπενθυμίζει υπαινικτικά την επιχειρηματική εμπειρία του στις πολυσέλιδες πραγματείες τις οποίες ανεβάζει τακτικά στον δικτυακό του τόπο, www.blocher.ch, όταν δεν τις ταχυδρομεί μαζικά στις τρεις επίσημες γλώσσες του κράτους σε χιλιάδες πολίτες. Εκθειάζει τη Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Σαρλ ντε Γκωλ, πολιτικές προσωπικότητες ταιριαστές με τη δηλωμένη απέχθειά του προς την Ευρωπαϊ-κή Ενωση. Στις κατηγορίες περί ρατσισμού και αντισημιτισμού απαντά επιτιθέμενος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οταν ερωτάται από το «Spiegel» αν αισθάνεται άνετα με το γεγονός ότι οι υποστηρικτές του είναι κατά κύριο λόγο δεξιά εξτρεμιστικά στοιχεία, απαντά ότι δεν συναγελάζεται μαζί τους, αλλά δεν μπορεί να αποτρέψει την επιδοκιμασία τους.
Η αλήθεια είναι ότι ο Μπλόχερ, παλιά καραβάνα στην ελβετική πολιτική, αναμείχθηκε με το Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (SVP) σε τοπικό επίπεδο στη δεκαετία του ’70 και όταν πέτυχε να το ελέγξει σε μεγάλο βαθμό, 20 χρόνια αργότερα, το κατέστησε μάλλον αγνώριστο. Οι κορόνες κατά της «μαζικής μετανάστευσης» ήταν πολύ πιο έντονες, η απαραίτητη θεοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων δεδομένη, οι παραδοσιακές αξίες στην ημερήσια διάταξη. Ολα με τη συνοδεία σύγχρονων τεχνικών επικοινωνίας: σε μια προεκλογική εκστρατεία, σύμφωνα με τους «New York Times», επιστράτευσε την ιδιωτική του συλλογή με κλασικούς ελβετούς ζωγράφους του 19ου αιώνα, προκειμένου να υπογραμμίσει τα «υγιεινά ελβετικά ήθη» – γυναίκες σε οικοκυρικές εργασίες και αγρότες που αρμέγουν αγελάδες. Τα υψηλά χρηματικά εισοδήματα και οι αγροτικές περιοχές τον τίμησαν δεόντως για μια δεκαετία: από το 1999 ως το 2007, το SVP ανέβαζε διαρκώς τα ποσοστά του, κερδίζοντας τελικά το 29%. Επωφελούμενος από αυτά ο Μπλόχερ κέρδισε μια θέση στο επταμελές συμβούλιο που αποτελεί την κυβέρνηση της Ελβετίας το 2003 ως υπουργός Δικαιοσύνης και Αστυνομίας, την οποία όμως έχασε το 2007, όταν το Κοινοβούλιο απέσυρε την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, διαδικασία που έχει συμβεί μόλις τέσσερις φορές τα τελευταία 200 χρόνια. Ο ίδιος παρέμεινε αντιπρόεδρος του κόμματός του, το οποίο κέρδισε για τρίτη συνεχή φορά την πρώτη θέση στις εκλογές του 2011, αν και με μειωμένο, κατά περίπου 2,5%, ποσοστό.
Ο αυστριακός ευρωσκεπτικιστής

Χομπίστας της πολιτικής σαν τον Μπλόχερ και εξίσου αυτοδημιούργητος είναι και ο Φρανκ Στρόναχ – γεννημένος ως Φραντς Στρόχζακ στην Αυστρία, το 1932. Το απλοποιημένο του όνομα το χρωστά στη θετή πατρίδα του, τον Καναδά, ο οποίος τον υποδέχθηκε ως μετανάστη το 1954. Δύο χρόνια αργότερα, το 1956, ίδρυσε τη Magna International, εταιρεία ανταλλακτικών αυτοκινήτων που εξελίχθηκε σε οικονομικό κολοσσό με κύκλο εργασιών της τάξης των 30,3 δισ. δολαρίων το 2012. Ανήσυχος νους πολύ προτού αποφασίσει να εμπλακεί στα κοινά της γενέθλιας χώρας του, ήταν ανεπιτυχώς υποψήφιος για το καναδικό Κοινοβούλιο το 1988. Ισως αυτή η αποτυχία να του ενέπνευσε και την πρόταση ριζικής μετατροπής του πολιτικού συστήματος του Καναδά το 1993: η κυβέρνηση της χώρας όφειλε να ανατεθεί σε ένορκα σώματα πολιτών επιλεγμένων από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα οποία θα νομοθετούσαν με μυστική ψηφοφορία. Παρόμοιες επιλογές δικαιολογούν προφανώς τον χαρακτηρισμό που του απέδιδε το 2007 ο βιογράφος του, Γουέιν Λίλεϊ: «Είναι μεγαλοφυΐα και γελωτοποιός ταυτόχρονα. Θα μπορούσε να είναι ο πιο αγαπημένος επιχειρηματίας του Καναδά, η απληστία του όμως τον εμποδίζει».
Ηταν η απληστία της δημόσιας αναγνώρισης που τον ώθησε το 2011 να αφήσει τον Καναδά για την Αυστρία, όπου την επόμενη χρονιά ίδρυσε την «Ομάδα Στρόναχ», προκειμένου να διεκδικήσει τη λαϊκή ψήφο στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2012; Το βέβαιο είναι ότι πρόβαλε τον εαυτό του ως πρακτικό επιχειρηματία, ικανό να μεταφέρει την αποτελεσματικότητα της προσέγγισής του από την αγορά στη διακυβέρνηση. Οταν καταστάλαξε, εννοείται, εφόσον αρχικά είχε ευαγγελιστεί τη σύμπηξη μιας συμμαχίας πολιτών, τη χρηματοδότηση ενός φοιτητικού κόμματος και την επιθυμία του για μια «διανοητική επανάσταση». Υποτίθεται ότι η πλατφόρμα του αγκάλιαζε τον κλασικό φιλελευθερισμό – πασπαλισμένο, όμως, με το διόλου φιλελεύθερο στοιχείο του ευρωσκεπτικισμού: στην κορύφωση της κρίσης της ευρωζώνης, τον Νοέμβριο του 2011, ο Στρόναχ δήλωνε πως θεωρούσε το ευρώ «τερατούργημα». Κατά συνέπεια, το κόμμα διακήρυξε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2012 ότι τάσσεται υπέρ της εξόδου από το ευρώ και της επαναφοράς του σελινιού, αν και αργότερα οπισθοχώρησε στη μεσοβέζικη λύση της διατήρησής του με παράλληλη εισαγωγή εθνικών νομισμάτων…
Ο Τσέχος Μπλούμπεργκ

Η σύγκριση με τον Στρόναχ θα κολάκευε ίσως τον τσέχο υπουργό Οικονομικών Αντρέι Μπάμπις. Οχι γιατί σκαρφίζεται και αυτός πολιτικά συστήματα, αλλά επειδή πολιτεύεται δηλώνοντας ανοιχτά ότι θέλει «να κυβερνά τη χώρα σαν επιχείρηση». Κατέχοντας περισσότερες από 200 εταιρείες που γεννήθηκαν σταδιακά από την τεράστια επέκταση της Agrofert (ομίλου λιπασμάτων, χημικών και επεξεργασίας τροφίμων τον οποίο ίδρυσε το 1993, στα ασταθή οικονομικά χρόνια μετά τη «Βελούδινη επανάσταση»), με περιουσία 2 δισ. δολαρίων, κατά το ευαγγέλιο σε τέτοια ζητήματα «Forbes», ο Μπάμπις δεν χρειάστηκε πολύ περισσότερο από ένα μήνυμα υπέρ των επενδύσεων και κατά του πολιτικού κατεστημένου για να στρέψει τη βαθιά απογοητευμένη από τα παραδοσιακά κόμματα τσεχική κοινή γνώμη υπέρ του «Κινήματος Δυσαρεστημένων Πολιτών» (ΑΝΟ). Κάποια ντόνατς, που μοίραζε στους ψηφοφόρους ο ίδιος κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στην είσοδο σταθμών του μετρό, ήταν αρκετά. Ισως έβαλε το χέρι της και η εξαγορά δύο σημαντικών καθημερινών εφημερίδων στις αρχές του 2013, αλλά σε όσους έσπευσαν να τον εξομοιώσουν με τον Σίλβιο και να τον χαρακτηρίσουν «Μπαμπισκόνι» απαντούσε: «Δεν είμαι Μπερλουσκόνι, είμαι Μπλούμπεργκ».
Ο Μπλούμπεργκ της Τσεχίας διατείνεται ότι «η μαφία, οι λομπίστες και οι απατεώνες διοικούσαν αυτή τη χώρα» και στο φως του σεξουαλικού σκανδάλου που κατέστρεψε την υπόληψη του συντηρητικού πρώην πρωθυπουργού Πετρ Νέτσας δεν θα είχε να του αντιτάξει κανείς ικανά αντεπιχειρήματα. Εκτός ίσως από εκείνα του Εθνικού Ινστιτούτου Μνήμης, το οποίο δημοσίευσε ισχυρισμούς ότι επί κομμουνισμού διετέλεσε καταδότης της μυστικής υπηρεσίας StB. Ακολούθησαν κατηγορηματικές διαψεύσεις, δικαστικές διαμάχες, όπως και η διόλου αντισυστημική παραδοχή ενός αντισυστημικού πολιτικού ότι υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, επειδή «για να τα βγάλει πέρα κανείς όφειλε να συνεργαστεί». Εξού και συνεργάζεται – αυτός, ένας δηλωμένος εχθρός του κατεστημένου – στην κεντροαριστερή κυβέρνηση του Σοσιαλιστή Μπουχουσλάβ Σουμπότκα. Αλλά «η πολιτική φέρνει παράξενους συντρόφους στο κρεβάτι», κατά το αμερικανικό ρητό.
Εθνικολαϊκισμός με προοπτική

Πέρα από τη σωτηριολογία που εκπέμπει η προβολή της προσωπικότητας του ηγέτη, πού μπορεί να αναζητήσει κανείς ένα κοινό ιδεολογικό στίγμα για αυτά τα κόμματα και τους αρχηγούς τους; «Σε έναν μεγάλο βαθμό, αυτές οι συσσωματώσεις εντάσσονται στον εθνικολαϊκισμό» λέει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και συνεχίζει: «Το βασικό στοιχείο αυτών των αντισυστημικών κομμάτων, στοιχείων και κινητοποιήσεων είναι το πρόβλημα της ταυτότητας. Είτε εθνικής ταυτότητας, είτε θρησκευτικής ταυτότητας, είτε ορισμένης θέασης της λεγόμενης ευρωπαϊκής ή και δυτικής ταυτότητας, έχει κεντρική θέση στην προβληματική και στην πολιτική στρατηγική τους. Αντίστοιχα στοιχεία μπορείτε να βρείτε και στην Αριστερά. Υπάρχει το θεωρούμενο ως αταξινόμητο φαινόμενο του Μπέπε Γκρίλο, υβριδική αριστεροδεξιά κατασκευή με ξενοφοβικά και αντισημιτικά στοιχεία. Σε ευρύτερο φόντο υπάρχει το Κόμμα της Αριστεράς του Ζαν-Λυκ Μελανσόν, το οποίο είναι, πιστεύω, ευρωσκεπτικιστικό, και από τη στιγμή που αρθρώνει έναν στερεοτυπικό λόγο κατά του χρηματοπιστωτικού συστήματος με διατυπώσεις που αντλούν από ένα ακροδεξιό οπλοστάσιο, μπορούμε ως έναν βαθμό τουλάχιστον να μιλάμε και στην περίπτωση μιας τέτοιου τύπου Αριστεράς για εθνικολαϊκισμό».
Οπωσδήποτε, οι πλούσιοι γηραιοί εθνολαϊκιστές της Κεντρικής Ευρώπης δεν θα αποτελέσουν απαραίτητα σχολή. Ο μοναδικός πετυχημένος κληρονόμος του Μπερλουσκόνι είναι μέχρι σήμερα ο ίδιος. Ηδη ο Φρανκ Στρόναχ, κουρασμένος από τις μετεκλογικές εσωκομματικές διαμάχες, άφησε να εννοηθεί, σύμφωνα με το Reuters, ότι μεταβαίνει την επόμενη εβδομάδα από τον Καναδά στην Αυστρία για να παραιτηθεί από την έδρα του. Οι ερασιτέχνες της πολιτικής ζωής συχνά δεν προλαβαίνουν να γίνουν επαγγελματίες.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk