O θρίαμβος της ελπίδας απέναντι στον κυνισμό

«Ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ότι όσο τα χρόνια περνούν η δουλειά του ηθοποιού γίνεται όλο και πιο εύκολη». Ενα πικρό χαμόγελο εμφανίζεται στο πρόσωπο της λαίδης Τζούντι Ντεντς.

«Ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ότι όσο τα χρόνια περνούν η δουλειά του ηθοποιού γίνεται όλο και πιο εύκολη». Ενα πικρό χαμόγελο εμφανίζεται στο πρόσωπο της λαίδης Τζούντι Ντεντς. «Μέγα λάθος. Γιατί ο κόσμος ξεχνά ότι οι προσδοκίες που έχουν οι άλλοι από εσένα είναι πάντα μεγάλες και ότι όσο μεγαλώνεις μαζί σου μεγαλώνει και ο φόβος να μην ξεχνάς τα λόγια σου. Η μνήμη είναι κάτι τρομακτικό και, πιστέψτε με, ο χειρότερος εχθρός του ηθοποιού».
Οταν ακούς μια ηθοποιό με την εμπειρία, το κύρος αλλά και τις ικανότητες της Τζούντι Ντεντς να προβαίνει σε τέτοιου τύπου ειλικρινείς δηλώσεις, ο θαυμασμός σου απέναντί της είναι φυσικό να αυξάνεται. Πόσω μάλλον όταν έχεις υπόψη σου τη δουλειά της στη δραματική κομεντί «Philomena», αφορμή για αυτή τη συνάντηση πέρυσι στο Φεστιβάλ Βενετίας, όπου η ταινία συμμετείχε εντός διαγωνισμού και εν τέλει απέσπασε το βραβείο σεναρίου.
Στην ταινία του Στίβεν Φρίαρς η Ντεντς συμπρωταγωνιστεί με τον Στιβ Κούγκαν, τον άνθρωπο που ανακάλυψε την ιστορία και έγραψε το σενάριο. Η ηθοποιός υποδύεται τη Φιλομένα Λι, μια ηλικιωμένη ιρλανδέζα νοσοκόμα, βαθιά θρησκευόμενη αλλά με έντονη αίσθηση του χιούμορ, η οποία κάποια στιγμή αποφασίζει να μάθει τι απέγινε το παιδί που οι καλόγριες της πήραν μέσα από τα χέρια της όταν ήταν μικρή. Για να τα καταφέρει θα συνεργαστεί με έναν δημοσιογράφο, τον Μάρτιν Σίξσμιθ, ο οποίος από την πλευρά του χρειάζεται ένα νέο ξεκίνημα…
Αληθινό σενάριο


Η ιστορία της Φιλομένα Λι είναι αληθινή και η μεταφορά της στον κινηματογράφο γεννήθηκε ως ιδέα όταν πριν από τέσσερα χρόνια ο Στιβ Κούγκαν διάβασε στον «Guardian» μια συνέντευξη του Μάρτιν Σίξσμιθ για την περίπτωσή της, την οποία είχε μεταφέρει στο βιβλίο του «Το χαμένο παιδί της Φιλομένα Λι». Η συγκίνηση που ένιωσε ήταν τρομερή, ο Κούγκαν είπε ότι έκλαψε όταν τελείωσε το άρθρο – και αυτό δύσκολα το φαντάζεσαι για έναν ηθοποιό γνωστό για το κοφτερό, κυνικό χιούμορ του. Η ιδέα να γράψει ένα σενάριο που θα έλεγε την ιστορία της του γεννήθηκε αμέσως.
Ηταν όμως μια φωτογραφία του Μάρτιν Σίξσμιθ καθισμένου στο ίδιο τραπέζι με τη Φιλομένα που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στον Κούγκαν. «Είδα πόσο παράξενο ζευγάρι ήταν» είπε ο Κούγκαν στο «Βήμα». «Και σκέφτηκα ότι αυτή ήταν η ιστορία που ήθελα να πω, για αυτούς τους δύο τόσο αντίθετους ανθρώπους. Δεν είναι και τόσο υγιές να είσαι κυνικός και μπορώ να πω ότι γνωρίζω καλά πόσο κυνικός μπορώ να γίνω. Αυτό που ήθελα να περάσω με αυτή την ταινία ήταν ο θρίαμβος της ελπίδας απέναντι στον κυνισμό. Η Φιλομένα είναι το βαρόμετρο».
Χιούμορ και δράμα


Παρά τη δραματική χροιά της ιστορίας, λοιπόν, το χιούμορ επρόκειτο να γίνει βασικό στοιχείο της «Philomena». Ο Στιβ Κούγκαν δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα αλλά στην Αγγλία είναι πασίγνωστος ως κωμικός. «Γνωρίζω τον χώρο της κωμωδίας και ήταν σημαντικό για μένα να προσθέσω χιούμορ σε ένα δραματικό θέμα, έπρεπε να «ζαχαρώσω το χάπι»». Την ίδια ώρα όμως η «Philomena» ήταν επίσης ένα βήμα που ο Κούγκαν ήθελε να κάνει στον χώρο του δράματος, στον οποίο ανέκαθεν ήθελε να δουλέψει αλλά κανείς δεν του πρόσφερε ανάλογους ρόλους. «Επρεπε λοιπόν να δημιουργήσω έναν τέτοιο ρόλο μόνος μου. Και το γεγονός ότι διεθνώς δεν είμαι και τόσο γνωστός όσο στην Αγγλία τελικά με βοήθησε να κάνω κάτι καινούργιο για μένα».
Φυσικά το σενάριο πέρασε από πολλές αλλαγές προτού καταλήξει σε αυτό που βλέπουμε στην οθόνη. Ο Στίβεν Φρίαρς δεν γνώριζε το βιβλίο του Μάρτιν Σίξσμιθ και όταν πρωτοδιάβασε το υλικό του Κούγκαν είχε κάποιες αντιρρήσεις στην αφήγηση. «Αυτό που όμως βρήκα ενδιαφέρον ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στον κυνικό δημοσιογράφο και σε μια γυναίκα που πιστεύει» είπε ο σκηνοθέτης. «Και το γεγονός ότι έφτιαξα μια ταινία για έναν καλό δημοσιογράφο είναι για μένα σοκαριστικό. Οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί είναι το μεγάλο πλήγμα της Βρετανίας».
Η πρώτη συνάντηση


Η Τζούντι Ντεντς θυμάται με ζωηρά χρώματα την πρώτη συνάντησή της με τη Φιλομένα Λι. «Είχαμε βγει όλοι μαζί για φαγητό, ο Στίβεν Φρίαρς, ο Στιβ Κούγκαν, εκείνη και εγώ, και αυτό που αμέσως παρατήρησα ήταν πόσα αστεία έκανε» είπε. Προς στιγμήν το βλέμμα της Ντεντς χάθηκε. «Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου στη θέση της» είπε. «Πώς είναι δυνατόν μια μάνα να ζει με την ιδέα ότι της πήραν το παιδί μέσα από την αγκαλιά της όταν ήταν ακόμη βρέφος; Εγώ θα το άντεχα; Θα άντεχα να κοιτάζω τη φωτογραφία της κόρης μου επί 50 χρόνια χωρίς να μπορώ να τη δω στ’ αλήθεια; Αλλά και ποιος άνθρωπος στη θέση της θα μπορούσε να συγχωρήσει αυτούς που της έκαναν αυτό το κακό; Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο όμως αυτή η ιστορία άξιζε να ειπωθεί». Ωστόσο η Ντεντς είπε ότι δεν αποτελεί μέρος της δουλειάς της να σκέφτεται το πώς η ίδια θα αντιδρούσε αν της είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. «Εγώ ξέρω πολύ καλά ότι, αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο σε μένα, ποτέ μα ποτέ, μα ποτέ, ούτε στα πιο τρελά όνειρά μου, δεν θα μπορούσα να συγχωρήσω αυτόν που μου το προκάλεσε. Τίποτε σε μένα δεν θα μπορούσε να με κάνει να πω κάτι τέτοιο. Δεν έχω αυτή τη δύναμη. Η Φιλομένα όμως την έχει».
Μια ευχάριστη σύμπτωση όμως ήταν ότι στη διάρκεια των γυρισμάτων της «Philomena» στην Ιρλανδία η Ντεντς, Ιρλανδέζα η ίδια από την πλευρά της μητέρας της, συνάντησε πολλά, άγνωστα ως εκείνη τη στιγμή, ξαδέλφια της. «Ηταν μία από τις πιο συγκλονιστικές αλλά και τις πιο συγκινητικές εμπειρίες της ζωής μου» είπε.
Η ιδέα του Οσκαρ


Από την περίοδο του Φεστιβάλ Βενετίας πέρυσι τον Σεπτέμβριο, όταν η «Philomena» έκανε την παρθενική προβολή της μπροστά σε κοινό, η πιθανότητα να φτάσει ως τα Οσκαρ είχε ήδη αρχίσει να συζητείται. Η Ντεντς ωστόσο ακούστηκε συγκρατημένη. «Ω, μα θα υπάρξουν πάρα πολλές ταινίες ως τότε» είπε ταπεινά. «Ας μην προτρέχουμε». Εν τέλει η ταινία απέσπασε τέσσερις υποψηφιότητες: καλύτερης ταινίας, διασκευασμένου σεναρίου, μουσικής (Αλεξάντρ Ντεσπλά) και βεβαίως Α’ γυναικείου ρόλου.

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι πολλά από τη βραδιά που είχα κερδίσει
το Οσκαρ» είπε η ηθοποιός όταν τη ρώτησα για τη βράβευσή της με το Οσκαρ Β’ ρόλου για τον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ» (1998). «Θυμάμαι ότι ο σύζυγός μου με τσίμπησε στον μηρό όταν ανακοινώθηκε το όνομά μου. Θυμάμαι ότι ο Ρόμπιν Γουίλιαμς με φλέρταρε. Και θυμάμαι έναν ψηλό, πάρα πολύ ψηλό αμερικανό ηθοποιό στο ασανσέρ που μας μετέφερε για τη φωτογράφιση. Μα πώς τον έλεγαν; Ηταν τόσο ψηλός και εγώ ήμουν τόσο κοντή…». Για λίγα λεπτά αναζητούμε να βρούμε ποιος ήταν. Κάποιος είπε το όνομα Ντάνιελ Ντέι-Λούις. «Οχι, καλέ, τον ξέρω τον Ντάνιελ καλά» απάντησε η Ντεντς. Τελικά ήταν ο Τζέιμς Κόμπερν, ο οποίος την ίδια χρονιά είχε κερδίσει το Οσκαρ Β’ ανδρικού ρόλου για την «Οδύνη». Η Ντεντς με ευχαρίστησε που της φρεσκάρισα τη μνήμη. «Τι λέγαμε προηγουμένως για το μνημονικό;» είπε. «Τρομακτικό πράγμα!».
Κοιτάζοντας πάντως όλον αυτόν τον όγκο δουλειάς που την ακολουθεί, το μόνο βραβείο που η Ντεντς δίνει στον εαυτό της είναι το ότι μπορούσε πάντα να έχει δουλειά. Και να αγαπά αυτό που ξέρει να κάνει τόσο μα τόσο καλά. «Και αυτό που πλέον δεν είναι και τόσο εύκολο ακόμη και σωματικά». Η Ντεντς στη συνέντευξη είχε εμφανιστεί με μπαστούνι και δύο βαστάζους. Επρόκειτο να κάνει μια επέμβαση στο πόδι της την επόμενη εβδομάδα. «Το σώμα σε προδίδει όταν τα χρόνια περνούν» είπε. «Η υποκριτική δεν είναι και τόσο οργανική όσο ήταν παλαιότερα. Παλαιότερα ο σύζυγός μου μού έλεγε ότι δεν χρειάζεται να καθήσω και να μάθω τα λόγια μου γιατί τα μαθαίνω οργανικά. Σήμερα δεν ισχύει αυτό, δεν μπορώ να το κάνω».

Ο Μποντ, οι νέοι και το θέατρο
Η Τζούντι Ντεντς πιστεύει ότι η δουλειά που εξακολουθεί να κάνει στον κινηματογράφο είναι ένα «πολύ καλό δόλωμα για το νεανικό κοινό» που πολύ πιθανόν μετά να την αναζητήσει και στο θέατρο. «Είναι πολύ όμορφο πράγμα να ανανεώνεις το κοινό σου, να σου ζητούν οι πιτσιρικάδες αυτόγραφο» είπε. «Είναι πολύ cool. Παλιότερα όταν μου ζητούσαν αυτόγραφο μου έλεγαν ότι είναι για τη γιαγιά τους. Σήμερα μου λένε ότι είναι για τον δεκάχρονο γιο τους. Υπέροχο συναίσθημα. Το ίδιο θα σας πει η Μάγκι (Σμιθ) που ήταν στη σειρά ταινιών «Χάρι Πότερ»».
Ωστόσο η Ντεντς δεν επιδιώκει ποτέ να βλέπει τις παλιές ταινίες της. Μόνον αν τύχει. «Εβλεπα κάτι πριν από λίγο καιρό στην τηλεόραση και είχα κολλήσει γιατί μου άρεσε» είπε. «Ωσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήταν το «Τσάι με τον Μουσολίνι» στο οποίο έπαιζα κι εγώ! Δεν το είχα δει από τότε που το γύρισα. Μου αρέσει να επιστρέφω πού και πού τυχαία στις ταινίες μου και να τις παρακολουθώ ως απλή θεατής. Να παρακολουθώ την ιστορία».
Οσο για τον Τζέιμς Μποντ του οποίου το αφεντικό, την Μ, έχει παίξει σε επτά ταινίες (έτσι άλλωστε την ανακάλυψε το νεανικό κοινό), όχι, αυτή την εποχή δεν της λείπει. «Γιατί ο Μποντ δεν κάνει κάτι αυτή την εποχή» είπε. «Θα μου λείψει όταν θα έρθει η εποχή της επόμενης ταινίας και εγώ δεν θα είμαι εκεί μαζί του. Η ΜΙ6 θα με έχει βάλει στο ράφι ως τότε…».
«Δεν σκηνοθετείς μια ηθοποιό όπως η Τζούντι Ντεντς» είπε ο Στίβεν Φρίαρς, ο οποίος όλως παραδόξως είχε συνεργαστεί μόνον μία φορά στο παρελθόν μαζί της, στη δεκαετία του 1970 στην τηλεόραση. «Δηλαδή τι να πεις στην Τζούντι Ντεντς; Είναι πάρα πολύ καλή, δεν έχεις λοιπόν παρά να κάνεις τη δουλειά σου. Οπως άλλωστε έχει πει και η Ελεν Μίρεν, τέσσερα πράγματα μπορεί ένας σκηνοθέτης να πει σε έναν ηθοποιό. Πιο δυνατά, πιο σιγά, πιο γρήγορα, πιο αργά. Νομίζω ότι είναι οι τέλειες οδηγίες».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk