Αβγά στην άμμο

Οσο κι αν την πίεζαν, η Φανερωμένη αρνούνταν να διαλέξει ανάμεσα στην αρετή και στην κακία. Θεωρούσε αδύνατη μια τέτοια επιλογή.

Οσο κι αν την πίεζαν, η Φανερωμένη αρνούνταν να διαλέξει ανάμεσα στην αρετή και στην κακία. Θεωρούσε αδύνατη μια τέτοια επιλογή. Ξάπλωνε στο πάτωμα, φώναζε, σήκωνε την πολυκατοικία στο πόδι με τα ποιήματά της. Μοιρολογούσαν οι μάστορες και κλαίγαν οι μαθητάδες. Της έδιναν γάλα με μπιμπερό, της γλυκομιλούσαν, την κανάκευαν. Πότε τα κατάφερναν και πότε όχι – να την ηρεμήσουν.
Τον περισσότερο καιρό, όσο το καραβάνι βρισκόταν εν κινήσει, την κουβαλούσαν στην πλάτη τους. Κάθε ξημέρωμα η Φανερωμένη έπαιζε με το σφυράκι του δεκαπεντασύλλαβου – τόσο πολύ ώστε την επομένη την ανακάλυπταν γεμάτη αίματα. Οι περίεργοι έτρεχαν να χώσουν τη μύτη τους στο δωμάτιο της, εκεί όπου κειτόταν ξαπλωμένη με τα δάχτυλά της μπανταρισμένα και φούσκωνε τις κουβέρτες ως το ταβάνι με την ανάσα της.
Δεν σου χαρίζεται η Φανερωμένη. Είτε την καλοπιάνεις είτε την κλειδώνεις στο υπόγειο και τη χτυπάς τρία μερόνυχτα με βέργα από λυγιά, αυτή κρατάει επτασφράγιστα τα μυστικά της. Είναι η Lady Lazarus της Σίλβια Πλαθ: «Το πλήθος… / στριμώχνεται να τους δει να με ξετυλίγουν χειροπόδαρα – το μεγάλο στριπτίζ… Υπάρχει χρέωση / για να δείτε τις πληγές μου, υπάρχει χρέωση / για να ακούσετε την καρδιά μου…».
Γυναίκες που αναγκάζονται, διανύοντας αιώνες καταπίεσης και περιορισμών, να αρρωστήσουν, να ματώσουν, να γίνουν κομμάτια και να συναρμολογήσουν από την αρχή τον εαυτό τους, όπως μπορούν, ώστε να υπάρξουν σε μια κοινωνία ανδρών. «Αχ, μητέρα! (εφώναζα)… Εγώ θα υπάγω να χωθώ εις μίαν κουφάλαν βουνού και εκεί μέσα να ζήσω» γράφει η Ελισάβετ Μαρτινέγκου στην «Αυτοβιογραφία» της, «το πρώτο αξιόλογο δείγμα γυναικείας γραφής στη νεοελληνική γραμματεία», όπως έχει χαρακτηρισθεί από τους μελετητές. Η Μαρτινέγκου γεννήθηκε το 1801 στη Ζάκυνθο. Θύμα της πατρικής τυραννίας, πέθανε 31 ετών έχοντας πλήρη συναίσθηση της αδυναμίας της να συμμετάσχει στην πνευματική ζωή της εποχής της. «Τι, λοιπόν, έλεγα με τον εαυτόν μου, έχω να αποθάνω και ν’ αποθάνω χωρίς να κάμω καλόν;.. Και σεις, μαύρα μου συγγράμματα, που σας αγαπούσα και ήθελα το καλόν σας, ό,τι λογής μια αγαπητή μητέρα το θέλει εις τα τέκνα της, έχετε κλεισμένα εδώ μέσα που σας έχω, να χορτάσητε την κοιλίαν των σαράκων».
Η όμορφη γυναίκα του πρωτομάστορα πρέπει να ντυθεί, να στολιστεί και ενάντια στη θέλησή της να θυσιαστεί προκειμένου να στεριώσει το γεφύρι της Αρτας. Η αφηγήτρια της «Φανερωμένης» κάνει κι αυτή ετοιμασίες για να συναντήσει το πεπρωμένο της: «Με λούσαν και με χτένισαν και / μ’ άφησαν όλη μέρα στον ήλιο. / Ετσι λουσμένη και καθαρή μου είπαν / πως ήρθε η ώρα να συναντήσω τον πατέρα μου. / Οταν έφτασα εκεί που έπρεπε, γονάτισα στα τέσσερα». Μέσα σε κλίμα τρόμου – βρισκόμαστε στην περίοδο της δικτατορίας – η γυναίκα διανοούμενη προσπαθεί να επιβιώσει χωρίς να αλλοιώσει το στίγμα της. «Μπήκα ξανά στις γραμμές των γυναικών και ίσιωσα την πλάτη μου. Σε κάθε στάση έκρυβα τα αυγά μου στην άμμο». Ο θεατρικός λόγος γίνεται κι αυτός σχεδόν κωδικοποιημένος, μυστικιστικός· εικόνες τρομακτικές, γριές με παραμορφωτική αρθρίτιδα που ρουφάνε τη θάλασσα, άνδρες που εισβάλλουν σε σπίτια, γυναίκες που σωριάζονται στο πεζοδρόμιο, χρωματιστοί παπάδες και μέσα σ’ όλα – μέσα στα ματωμένα σεντόνια, τις δηλώσεις μετανοίας και τα αόμματα παιδάκια – η μάνα που πασχίζει να προστατέψει και να περιθάλψει.
Τα δύο αυτά κείμενα, αν και διαφορετικού ύφους – το πρώτο μια συγκινητική μαρτυρία του 1821, το δεύτερο ένα μαύρο σουρεαλιστικό θεατροποίημα του 1988 -, συνυπάρχουν αρμονικά και αβίαστα στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Κατερίνα Ευαγγελάκου στο Θέατρο Τέχνης, στη Φρυνίχου.
Σε όλο το πρώτο μέρος η ηρωίδα παραμένει «κρυμμένη» πίσω από έναν χαρτονένιο τοίχο γεμάτο τετράγωνες ή μακρόστενες σχισμές. Δεν τη βλέπουμε ποτέ ολόκληρη παρά μόνο «κομματιαστή»: τα χέρια της να σμίγουν σε χειρονομία προσευχής ή τα μάτια της να κρυφοκοιτούν εγκλωβισμένα. Η φωνή της Μαρίας Ζορμπά φέρνει στον νου μια κοπέλα νέα, ρομαντική και αφελή, που ανακαλύπτει σταδιακά και επώδυνα το αδιέξοδο του βίου της. Ο,τι κι αν κάνει, ο τοίχος ακλόνητος. Σωτηρία καμία. Η σκηνογραφική σύλληψη αναδεικνύει γλαφυρά την αίσθηση μιας γυναίκας που δεν έδειξε ποτέ τα αληθινά της χρώματα, όσο κι αν πάλεψε να συρθεί μέσα από τις – ούτως ή άλλως ελάχιστες – κοινωνικές χαραμάδες στην Ελλάδα των αρχών του 19ου αιώνα. Οταν η σκηνοθεσία γίνεται τόσο εικαστική και βασίζεται στη δημιουργία εικόνων, τότε απαιτείται πολύ περισσότερη, ως και εμμονική, επεξεργασία των «κάδρων». Με την τελευταία να απουσιάζει, όπως εδώ (ακόμη και ο χαρτονένιος τοίχος δίνει πιο πολύ την εντύπωση παιδικού «παιχνιδιού» παρά απροσπέλαστης «φυλακής»), καλλιεργείται μια αίσθηση προχειρότητας που υπονομεύει δραστικά το σύνολο – πόσω μάλλον που δυσκολευόμαστε να ακούσουμε και τον λόγο.
Στο δεύτερο μέρος η ηρωίδα «φανερώνεται», η σκηνογραφία αλλάζει και όλα βαίνουν καλώς. Καθισμένη σε ένα ψηλό μεταλλικό σκαμπό, η ηθοποιός «συνομιλεί» ενίοτε με το ολόγραμμα ενός γυναικείου προσώπου που προβάλλεται σε σφαιρική επιφάνεια (θυμίζει τη δουλειά του αμερικανού εικαστικού Tony Oursler). Η Ζορμπά κινείται με μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση: ξεκάθαρη στους ελιγμούς και στους στόχους της, πλάθει κι εδώ μια περσόνα νεανική, περισσότερο αποστασιοποιημένη, αινιγματική και αμφιλεγόμενη – όπως ταιριάζει στη Φανερωμένη. Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, χτυπήματα απειλητικά που δεν υποχωρούν ποτέ, προσδίδει μια ευπρόσδεκτη αχλύ θρίλερ σε αυτό το εγχείρημα, που συνδυάζει ένα γοητευτικό κείμενο, μια ευθύβολη σκηνοθεσία και μια ολοκληρωμένη, οξυδερκή ερμηνεία.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk