Η πρόκληση του 2014

Aναμφισβήτητα, η πρόκληση του 2014 παραμένει (αν μη τι άλλο) η αποκλιμάκωση…

Η πρόκληση του 2014 | tovima.gr
Aναμφισβήτητα, η πρόκληση του 2014 παραμένει (αν μη τι άλλο) η αποκλιμάκωση της ανεργίας η οποία υπερβαίνει το 27%. Οι χρονολογικές σειρές των τελευταίων 50 ετών της ελληνικής οικονομίας προοιωνίζουν εξαιρετικά αργή αποκλιμάκωση. Κάθε ποσοστιαία αύξηση του ΑΕΠ οδηγεί μόνο σε 0,20 μονάδες μείωσης της ανεργίας. Με άλλα λόγια, εάν η ύφεση καταφέρει να «γυρίσει» από -4% περίπου σήμερα σε 0,5% ανάπτυξη το 2014, η ανεργία αναμένεται να μειωθεί από το 27,6% περίπου σήμερα στο 26,7% το 2014.
Συνεπώς έμφαση θα πρέπει να δοθεί στο κατάλληλο μείγμα οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε αύξηση του ΑΕΠ (και συνεπώς σε μείωση της ανεργίας). Θα μεταβάλλουμε ελαφρώς το θέμα εστιάζοντας την προσοχή μας στο μείγμα πολιτικής που οδηγεί στη μικρότερη δυνατή συρρίκνωση του ΑΕΠ. Για να απαντήσουμε σε αυτό, στηριζόμαστε σε πρόσφατη μελέτη του συνάδελφου οικονομολόγου Αθανασίου Ταγκαλάκη η οποία δημοσιεύεται στο έγκυρο οικονομικό περιοδικό Economics Letters το Φεβρουάριο του 2014 (τόμος 122, σελίδες 263-267). Ο συνάδελφος εστιάζει την προσοχή του στον τρόπο με τον οποίο η δημοσιονομική πολιτική επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη σε περιόδους κατά τις οποίες τα δάνεια χορηγούνται «απλόχερα» ή με το «σταγονόμετρο». Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα καθώς η διαφορά απόδοσης μεταξύ του 10-ετούς ελληνικού και του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου παραμένει στο «απαγορευτικό» επίπεδο των 660 τιμών βάσης κάτι που δυσκολεύει αφάνταστα το δανεισμό ελληνικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Την ίδια στιγμή το πραγματικό μακροπρόθεσμο επιτόκια (10-ετες επιτόκιο μείον πληθωρισμός) επίσης παραμένει στα ύψη.
Σύμφωνα λοιπόν με τον συνάδελφο (και σε αντίθεση με όσα κατά καιρούς γράφονται στις εφημερίδες), σε περιόδους κατά τις οποίες το χρήμα είναι δυσεύρετο η πολιτική αύξησης των φόρων ζημιώνει την ανάπτυξη περισσότερο σε σχέση με την πολιτική μείωσης των δημοσίων δαπανών. Συνεπώς, στο βαθμό που η δημοσιονομική προσαρμογή, μέσω Μνημονίου, εξακολουθεί να στοχεύει σε μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ, το οικονομικό επιτελείο πρέπει να δώσει βαρύτητα στο σκέλος των δημοσίων δαπανών αντί της εύκολης λύσης της αύξησης των φόρων.
Εδώ λοιπόν τίθεται το ερώτημα: Ποιό τμήμα των δημοσίων δαπανών θα πρέπει να ψαλιδισθεί; Διεθνείς μελέτες επισημαίνουν ότι η μείωση των δημοσίων επενδύσεων επηρεάζει, από ποσοτική άποψη, περισσότερο αρνητικά το ΑΕΠ σε σχέση με την μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα. Την ίδια στιγμή όμως, η μείωση των μισθών οδηγεί σε επιβράδυνση του ΑΕΠ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα! Αυτό όμως στο οποίο δεν απαντά η μελέτη του συνάδελφου αλλά και πλείστων άλλων ερευνητών έχει να κάνει με την όποια αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ που θα προέλθει από σειρά απολύσεων στο δημόσιο τομέα. Το 2008, οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα αντιστοιχούσαν στο 22% του συνόλου των εργαζομένων. Οι εκτιμήσεις της Τρόικα κάνουν λόγο για μείωση στο 18,6% το 2013, στο 17,8% το 2014 και στο 15,7% το 2016. Σημειώνουμε ότι τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 15,4% σε Γερμανία και Ισπανία και 12,5% στην Πορτογαλία (σήμερα). Με άλλα λόγια, έχουμε μακρύ δρόμο να διανύσουμε προκειμένου να «ευθυγραμμισθούμε» με τους λοιπούς εταίρους μας.
Ποιά είναι όμως η αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ από την μείωση των δημοσίων υπαλλήλων; Ο γράφων πιστεύει ότι σε περιόδους βαθιάς ύφεσης κατά τις οποίες το κόστος χρήματος παραμένει απαγορευτικό, η αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ από τη μείωση του δημόσιου τομέα πολλαπλασιάζεται. Ο λόγος; Eκτιμάμε ότι σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, η οικονομία μπορεί να «αντέξει» την έλλειψη στήριξης του κράτους καθώς ο ιδιωτικός τομέας έχει εύκολη πρόσβαση στην αναγκαία ρευστότητα που θα επηρεάσει θετικά το ΑΕΠ αποσβαίνοντας το σοκ των απολύσεων στο δημόσιο τομέα. Εδώ λοιπόν τίθεται το δίλλημα για την όποια κυβέρνηση: σε περιόδους οικονομικής ευρωστίας, πόσο διατεθειμένη μπορεί να είναι στο να αγνοεί τις κομματικές σειρήνες/επιταγές περί επέκτασης του δημοσίου τομέα έτσι ώστε να μη βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να προβαίνει σε (εκτεταμένες) απολύσεις όταν η οικονομία καρκινοβατεί;
*O κ. Κώστας Μήλας είναι Καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk