Σκέψεις γύρω από το άρθρο του γερμανού πρέσβη

Βρίσκω ενδιαφέρουσα και χρήσιμη τη μεταφορά απόψεων, ανησυχιών και ερωτημάτων…

Σκέψεις γύρω από το άρθρο του γερμανού πρέσβη | tovima.gr

Βρίσκω ενδιαφέρουσα και χρήσιμη τη μεταφορά απόψεων, ανησυχιών και ερωτημάτων συμπατριωτών του πρέσβη κ. Ντολντ, από τη Φραγκφούρτη, με τον τίτλο «Το Ευρωπαϊκό σχέδιο για την Ελλάδα» (Το Βήμα, 10-11-13). Τα ερωτήματά τους, που υποδηλώνουν κάποια μορφή αμφιβολίας, επικεντρώνονται στο αν θα προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις των κρατικών δομών στην Ελλάδα, αν θα εφαρμοστούν με συνέπεια και αν θα διασφαλιστεί η οικονομική βοήθεια των εταίρων μας.

Βρίσκω ενδιαφέρον το γεγονός ότι διαθέτουν σημαντικές πληροφορίες γύρω από τη δοκιμασία των Ελλήνων, και ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων, και εύλογο το ερώτημα του κ. πρέσβη σχετικά με το αν η κρίση έχει επηρεάσει την ποιότητα των παραδοσιακά καλών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες.

Οι προσωπικές μου εμπειρίες από ανεπίσημες συζητήσεις με εκπαιδευτικούς και νέους ανθρώπους, κυρίως, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό έχει ήδη συμβεί.. Αμφιβάλλω αν μια σημερινή έρευνα σε παιδιά θα επιβεβαίωνε τη διαπίστωση ότι η γερμανική εθνικότητα βρίσκεται ανάμεσα στις πιο δημοφιλείς, που έδειξε μια άλλη έρευνα που έγινε πριν από το ξέσπασμα της κρίσης. Μπορώ να υποθέσω ότι το κλίμα δυσαρέσκειας, ανασφάλειας και ανθρωπιστικής κρίσης, που μαστίζει την ευρύτερη κοινωνία, θα αντανακλάται και στις προτιμήσεις των παιδιών προς άλλες εθνικότητες.

Είναι ευδιάκριτες οι συνέπειες ενός τέτοιου κλίματος σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης: ανάπτυξη αντιδημοκρατικών, εθνικιστικών και ευρωσκεπτικιστικών στάσεων. Διαισθάνομαι, επίσης, ότι το περιεχόμενο των διαλέξεων, που είχα δώσει σε εκπαιδευτικούς και σε φοιτητές στις αρχές του αιώνα, δεν θα είχε σήμερα την υποδοχή που είχε τότε. Η πλειοψηφία των Ελλήνων αναγνωρίζει την υποστήριξη που έχουν δείξει οι εταίροι μας.

Ωστόσο, συνοδεύτηκε από μια πολύ σκληρή δοκιμασία που όμως δεν μπόρεσε να κάμψει την αποφασιστικότητά τους για τη συμβολή τους στην ανάδυση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού κόσμου που μπορεί να διαμορφώνει διαρκείς και αποτελεσματικές λύσεις στα παγκόσμια πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, που δημιουργούν οι αχαλίνωτες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης. Έχουν συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι οι υπερεθνικές προκλήσεις απαιτούν και υπερεθνικές λύσεις. Εξάλλου, οι πρόγονοί μας, από την αυγή της εθνικής μας ανεξαρτησίας, που συμπορεύτηκε με τη βαυαρική διοίκηση, απέβλεπαν στη δημιουργία ενός κράτους με ευρωπαϊκά πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας.

Πιστεύω ότι η δοκιμασία της κοινωνίας μπορούσε να είναι λιγότερο τραυματική και περισσότερο δημιουργική, αν οι εγχώριες πολιτικές δυνάμεις αλλά και οι πολίτες που τις αναδεικνύουν, είχαν καλύτερη σχέση με το χρόνο και λειτουργούσαν με περισσότερη γνώση, ρεαλισμό και διορατικότητα. Δεν κατανόησαν το βάθος των μετασχηματισμών που προκάλεσαν οι δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης και δεν είχαν την ετοιμότητα και την τόλμη για την αναδόμηση παγιωμένων πεποιθήσεων και πρακτικών μιας άλλης εποχής για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις νέες συνθήκες.

Έτσι, εξακολούθησαν να αντιμετωπίζουν μια νέα, μια μετασυμβατική πραγματικότητα με συμβατικές πεποιθήσεις και πρακτικές. Διέγνωσαν π.χ., κάπως έγκαιρα, την ανάγκη για «επανίδρυση του κράτους», αλλά οι εδραιωμένες πελατειακές πεποιθήσεις εμπόδισαν την υλοποίησή της. Ακόμα και σήμερα οι προνομιούχες ομάδες προβάλλουν σθεναρή αντίσταση στην προσπάθεια για τις απαραίτητες αλλαγές των θεσμών. Η απόλαυση προνομίων συνδέεται συνήθως με την ανάπτυξη μη ρεαλιστικής αυτοεκτίμησης!

Έπειτα, η αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης που κυριαρχεί είναι η πιο ατελέσφορη μέθοδος αντιμετώπισης της κρίσης. Είναι εμφανής η προσπάθεια για επιβεβαίωση της κομματικής ταυτότητας μέσα από την απόρριψη του άλλου. Η στάση όμως αυτή εμποδίζει την εξεύρεση κοινού τόπου για τη λύση προβλημάτων της κοινωνίας. Η σπουδή, τέλος, της εφαρμογής του σχεδίου συνοδεύτηκε από αδικίες στην κατανομή των βαρών.

Παράλληλα ευδιάκριτες είναι οι αδυναμίες που συνδέονται τόσο με το σχεδιασμό όσο και τον τρόπο υλοποίησης του ευρωπαϊκού σχεδίου. Θυμίζει πρώτα πρώτα μερικές διαπιστώσεις που έκανε ο Θουκυδίδης πριν χιλιάδες χρόνια με αφορμή τη διαπραγμάτευση ανάμεσα στους ισχυρούς Αθηναίους και στους ανίσχυρους Μηλίους που συνοψίζεται στο νόμο της φύσης που εκφράζεται συνοπτικά στη φράση «ο λύκος τρώει το αρνί». «Εικάζει» ότι ο νόμος αυτός θα ισχύει και στην περίπτωση των θεών. Είναι όμως σίγουρος ότι ισχύει απόλυτα στην περίπτωση των ανθρώπων… Και συνεχίζει: «το νόμο αυτό ούτε τον θεσπίσαμε ούτε τον εφαρμόσαμε πρώτοι‧ τον βρήκαμε να ισχύει και τον ακολουθούμε, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι μας διαδεχτούν». Οι αιώνες που έχουν περάσει από τότε επιβεβαιώνουν, νομίζω, το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν ευδοκιμεί στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε οντότητες με άνιση οικονομική και πολιτική δύναμη.

Μια άλλη αστοχία είναι η βεβαιότητα ότι ένα σχέδιο οικουμενικού χαρακτήρα μπορεί να πετύχει ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες μιας συγκεκριμένης χώρας. Οι βεβαιότητες όμως σε μια εποχή αβεβαιότητας και διακινδύνευσης εμποδίζει τις αναγκαίες παρεμβάσεις κατά την πορεία της υλοποίησής του για την πρόληψη ή τον περιορισμό των απρόθετων και απρόβλεπτων αποτελεσμάτων που δυστυχώς επισημαίνονται σήμερα.

Μια τρίτη αστοχία είναι η ευδιάκριτη τάση για μεταφορά εθνικών κατηγοριών σκέψης στο πλαίσιο μιας υπερεθνικής ένωσης. Η έννοια της ενοποίησης είναι ασυμβίβαστη με την επιδίωξη εθνικού οικονομικού κέρδους. Φαίνεται πως η απομάθηση νοοτροπιών είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, όπως και η απομάθηση των δεξιοτήτων κολύμβησης. Ωστόσο, είναι αναγκαία για την πρόσθεση της μεταεθνικής διάστασης στις εθνικές ταυτότητες. Πιστεύω ότι η μονόπλευρη εστίαση στους οικονομικούς δείκτες συνδέεται στενά με την πιθανότητα αναίρεσης κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων των ανθρώπων και ιδιαίτερα των μελλοντικών προοπτικών ζωής των νέων. Υπάρχει μια ουσιαστική αντίφαση ανάμεσα στο όραμα της ενοποίησης και στην περιθωριοποίηση και την ανεργία των νέων.

Η παραπάνω ανάλυση δεν αποβλέπει στον καταμερισμό ευθυνών σε εθνικό ή υπερεθνικό επίπεδο. Αποβλέπει στον αναστοχασμό και το συντονισμό των προσπαθειών για μια πιο γρήγορη πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Έχω τη γνώμη ότι επείγει η διαμόρφωση θεσμών που θα ανακόψουν την τάση αύξησης του πληθυσμού του τέταρτου κόσμου που γέννησε η κυριαρχία της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής πολιτικής. Πρόκειται για έναν κόσμο που είναι άχρηστος για συμμετοχή τόσο στην παραγωγική διαδικασία, όσο και στον κόσμο της αγοράς. Οι θεσμοί αυτοί πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στις αξίες της πολιτικής, της δημοκρατίας-πλειοψηφίας, ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και συμμετοχής στα κοινά-σε αντίθεση με τις διαμετρικά αντίθετες αξίες της οικονομίας. Υποθέτω ότι η δοκιμασία μας έκανε όλους-πολιτική ηγεσία και λαό-πιο σοφούς και πιο ώριμους.

Οι σκέψεις του Χάμπερμας για το νόημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσα σε έναν κόσμο μεγάλων ανακατατάξεων και για τις προϋποθέσεις επικοινωνίας και διαλόγου χωρίς αξιώσεις κυριαρχίας μπορούν να αξιοποιηθούν μέσα σε ένα εθνικό και υπερεθνικό πλαίσιο, αλλά και ανάμεσά τους, για τη διαμόρφωση θεσμών που μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις προκλήσεις στην πορεία προς την ενοποίηση. Κριτές των σκέψεων και της δράσης μας θα είναι οι νεκροί που συνέλαβαν την ιδέα της ενοποίησης των λαών της Ευρώπης, αλλά και οι αγέννητοι που θα κληρονομήσουν τον κόσμο που θα τους παραδώσουμε. Οι τελευταίοι θα καταλογίσουν έλλειμμα διορατικότητας σε όποιους θυσιάζουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές για την Ευρώπη των λαών στα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα των ισχυρών ελίτ.

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk