Η προσωρινή «Ιθάκη» των άνεργων ναυτικών

Πριν από μερικά χρόνια οι άνθρωποι αυτοί ταξίδευαν σε χώρες μακρινές με τα πλοία στα οποία είχαν μπαρκάρει. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πάσχα μακριά από τα αγαπημένα τους πρόσωπα στο «πλωτό σπίτι» τους.

Πριν από μερικά χρόνια οι άνθρωποι αυτοί ταξίδευαν σε χώρες μακρινές με τα πλοία στα οποία είχαν μπαρκάρει. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πάσχα μακριά από τα αγαπημένα τους πρόσωπα στο «πλωτό σπίτι» τους. Ταξίδευαν νοερά τις γιορτινές ημέρες στρέφοντας το βλέμμα προς το σημείο του πλανήτη που βρισκόταν η Ελλάδα κοιτάζοντας το γαλανό της θάλασσας και του ουρανού.
Οι άνθρωποι αυτοί επέστρεψαν στη χώρα μας, όμως και πάλι οι συνθήκες που διαμόρφωσε η οικονομική κρίση τους αναγκάζουν να περνούν τις ημέρες των γιορτών μακριά από τα σπίτια τους, στον ξενώνα της Εστίας Ναυτικών στον Πειραιά. Εναν χώρο όπου μπορούν να μείνουν προσωρινά περιμένοντας ένα τηλεφώνημα για εργασία, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο ή μέχρι να επιστέψουν στα σπίτια τους όταν πια το πλοίο δέσει στο λιμάνι. Ανάμεσα στους προσωρινούς ενοίκους και ορισμένοι άστεγοι ναυτικοί που φιλοξενούνται δωρεάν, όσο αναζητούν στέγη και εργασία.
Λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, «Το Βήμα» βρέθηκε στην Εστία Ναυτικών και συνομίλησε με τους ανθρώπους της. Παλιούς ναυτικούς που στο πέρασμα των χρόνων έχουν δει πολλούς συναδέλφους να φεύγουν και να ξαναγυρίζουν, με την ευχή: «Να περάσουν τα επόμενα Χριστούγεννα όπου οι ίδιοι επιθυμούν!».
Η Εστία Ναυτικών


Ο ξενώνας προσωρινής φιλοξενίας, το πενταώροφο κτίριο επί τις Ομηρίδου Σκυλίτση, πλάι στις γραμμές του Ηλεκτρικού, αποτελεί για ένα ποσοστό γύρω στο 55% των ελλήνων ναυτικών, οι οποίοι ζουν στην επαρχία, ένα προσιτό κατάλυμα για όσες ημέρες χρειάζεται να μείνουν στην πρωτεύουσα, με ημερήσιο κόστος 12 ευρώ για τον κάθε ένοικο.
Οσο κι αν το πλοίο είναι το δεύτερο σπίτι τους, όταν βρίσκονται στη στεριά γνωρίζουν ότι υπάρχει ένας φιλόξενος χώρος που μπορεί να μη «βλέπει» θάλασσα, κινείται όμως στους ρυθμούς της, καθώς από εγκαίνια ακόμα το 1980, στις νευραλγικές θέσεις τοποθετούνται πάντα ναυτικοί. Σοφή απόφαση, σχολιάζει στο «Βήμα» ο διευθυντής και εν ενεργεία πλοίαρχος, κ. Ιωάννης Ριζεάκος. «Ισως υπάρχουν και πιο ικανοί, εμείς όμως καταλαβαίνουμε όσο κανείς την ψυχολογία και τον πόνο των συναδέλφων. Δεν είναι μόνο μακριά από τους οικείους τους, αλλά και από τη δουλειά τους».
Ο «Καπετάν-Γιάννης», όπως τον αποκαλούν οι συνεργάτες του, κρατά το πηδάλιο τα τελευταία πέντε χρόνια, με τα οικονομικά να βγαίνουν οριακά, ώστε να προσφέρονται με αξιοπρέπεια «τα απαραίτητα και κάτι παραπάνω» στους ενοίκους. Οι πόροι της Εστίας Ναυτικών προέρχονται από μια εισφορά 0,53% επί του βασικού μισθού των ναυτικών που εργάζονται σε πλοία υπό ελληνική σημαία ή σε ξένα πλοία συμβεβλημένα με το ΝΑΤ, καθώς και μια εισφορά των πλοιοκτητών της τάξεως του 0,18%. Στο πλαίσιο αυτό, προσφέρονται επίσης δωρεάν νομικές συμβουλές, χρηματικά βραβεία στα παιδιά ναυτικών που αριστεύουν σε ανώτατες σχολές, υποστήριξη στις οικογένειες μέσω κοινωνικού λειτουργού, καθώς και δωρεάν κατάθεση δικαιολογητικών συνταξιοδότησης, ώστε να μην αναγκάζονται να πληρώνουν ποσά από 400 έως 2.500 ευρώ για να βγάλουν τη σύνταξή τους.
Χτυπούν πόρτες για δουλειά


Στα 167 δωμάτια του ξενώνα – εκ των οποίων λειτουργικά είναι τα 155, ενώ προχωρεί και η συντήρηση των υπολοίπων – διαμένουν ημερησίως 70-80 ναυτικοί. Εχουν υπάρξει εποχές που η Εστία ήταν «γεμάτη» και έμεναν και δύο άτομα στο κάθε δωμάτιο. Η επιλογή των εφοπλιστών να χρησιμοποιούν αλλοδαπούς ναυτικούς στα κατώτερα πληρώματα λόγω χαμηλού μισθού, αλλά και τα πολλά δεμένα πλοία στα λιμάνια έχουν οδηγήσει παλιούς ναύτες στα δωμάτια του ξενώνα.
Ο Νίκος, ένας από τους ενοίκους, δεν θέλησε να αποκαλύψει τα στοιχεία του γιατί, όπως είπε, «θέλω να διατηρήσω την αξιοπρέπεια που μου απέμεινε». Καθημερινά, αμέσως μετά το πρωινό βγαίνει στον Πειραιά αναζητώντας γνωστούς και χτυπώντας πόρτες για δουλειά. Θα μείνει στην Εστία όσο χρειαστεί για να βρει πάση θυσία μια απασχόληση μετά από παρατεταμένη ανεργία. Τα απογεύματα στον ξενώνα περνούν είτε μοναχικά είτε με την παρέα των συναδέλφων στο μεγάλο σαλόνι και στο εντευκτήριο, όπου διατίθενται Internet, τηλεόραση και βιβλιοθήκη.
«Δεν έχω 18 ευρώ να πάρω τα φάρμακά μου»


«Με την οικονομική κρίση έχουν διαλυθεί οικογένειες. Ερχονται αξιωματικοί, που ήταν υπερήφανοι άνθρωποι, και δεν μπορούν να πάρουν ούτε τα φάρμακά τους» λέει ο υπεύθυνος, κ. Αντώνης Γεράρδης. Αφού άφησε τη δουλειά του ως ηλεκτρολόγου σε υπερωκεάνια, εδώ και 24 χρόνια βρίσκεται στο πλάι των συναδέλφων στον ξενώνα. Δεν θυμάται άλλοτε συνάδελφο να λέει πάνω στην απελπισία του «θα αυτοκτονήσω, δεν έχω ούτε 18 ευρώ να πάρω τα φάρμακα της πίεσης». Οπως επισημαίνει, «είμαστε μια οικογένεια» και όπως σε κάθε οικογένεια, στα δύσκολα γίνονται όλοι μια γροθιά. Οπως στην περίπτωση που χρειάστηκε να φιλοξενηθεί ολόκληρη οικογένεια συναδέλφου από την επαρχία για τρία χρόνια, ώστε να βρίσκεται κοντά στο παιδί της που έπασχε από καρκίνο.
Από τους παλαιότερους εργαζομένους ο κ. Τάσος Τσαβαρής, είναι ηλεκτρολόγος-συντηρητής του κτιρίου, ως παλιός ναυτικός όμως θυμάται την περιοχή από τα χρόνια που στέγαζε τα κλωστήρια «Φουστάνου». Στα 24 χρόνια που βρίσκεται στον ξενώνα, θυμάται και εποχές που αυτός δεν ήταν τόσο προσφιλής στους συναδέλφους. «Τα τελευταία χρόνια όμως μας εμπιστεύονται όλο και περισσότερο. Η πλειοψηφία των ανθρώπων έρχονται και ξανάρχονται, μας ξέρουν με τα ονόματά μας κι εμείς εκείνους» αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα». Αυτό που τον ευχαριστεί περισσότερο είναι που τώρα έρχονται και νέα παιδιά, σπουδαστές σε σχολές και ακαδημίες του Ναυτικού, που παραμένουν ώσπου να δώσουν τις εξετάσεις τους ή να μπαρκάρουν για το πρώτο τους εκπαιδευτικό ταξίδι.
Οσο οικείο όμως κι αν είναι το περιβάλλον του ξενώνα για τους ναυτικούς, οι ημέρες των εορτών δεν μπορεί παρά να είναι μελαγχολικές. Τα γεύματα που προσφέρονται τις ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς είναι, όπως λένε οι αρμόδιοι, το λιγότερο που μπορούν να κάνουν για να χαρίσουν χαμόγελο στους συναδέλφους. «Ολοι είναι μελαγχολικοί όταν παίρνουν το φαγητό τους. Για κάποιους είναι ένα γεύμα που συνήθως στερούνται, καθώς όσο μένουν εδώ τρώνε όλη μέρα ένα σουβλάκι ή ένα σάντουιτς» εξηγεί ο κ. Ριζεάκος.

Δημοσιεύτηκε στο HeliosPlus στις 20 Δεκεμβρίου 2013

HeliosPlus

Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk