«Ποιος είμαι εγώ να κρίνω;»

Το 1902, ο ιταλός γιατρός, ανθρωπολόγος και καθηγητής Εγκληματολογίας Τσέζαρε Λομπρόζο, ταλαιπωρημένος από την αρτηριοσκλήρωση, με την πνευματική

«Ποιος είμαι εγώ να κρίνω;» | tovima.gr
Το 1902, ο ιταλός γιατρός, ανθρωπολόγος και καθηγητής Εγκληματολογίας Τσέζαρε Λομπρόζο, ταλαιπωρημένος από την αρτηριοσκλήρωση, με την πνευματική και τη σωματική του υγεία σχεδόν διαλυμένη, ξεκίνησε να ερευνά τον πνευματισμό. Δηλωμένος άθεος, τα τελευταία χρόνια της ζωής του πείστηκε για την ύπαρξη των πνευμάτων και υποστήριξε με στοιχεία που του έμοιαζαν επιστημονικά ότι τα μέντιουμ και συγκεκριμένα η προσωπική του πνευματίστρια Ευσαπία Παλαντίνο ήταν μια σπάνια και παραγνωρισμένη ιδιοφυΐα. Οι Αρχές της Νάπολης είχαν μια διαφορετική άποψη: δεν ήταν τόσο έξυπνη, όσο δαιμόνια, εφευρετική και καπάτσα. Με λίγα λόγια, ήταν μια αναγνωρισμένη εγκληματίας.
Αν εξαιρέσει κανείς την προφανή παρακμή της ευθυκρισίας που ενίοτε έρχεται με την ηλικία, η ιστορία του Λομπρόζο θα μπορούσε να είναι μια κατάσταση άσχετη με το σήμερα. Και όμως, ο πεθαμένος από το 1909 Ιταλός εμμέσως εμφανίστηκε στην επικαιρότητα της ελληνικής μας παρακμής. Με τον τρόπο που μόνο η Εκκλησία μπορεί στις σκοτεινότερες στιγμές της, το 1902 μπλέχτηκε με το 2013, λίγο πριν από το 2014.
Η παρακάτω διάγνωση του γιατρού του 20ού αιώνα εμφανίστηκε μέσα από τα παραληρηματικά λόγια του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ κατά του συμφώνου συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών. Τα λόγια με τα οποία ο ίδιος τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τη μιντιακή βαβούρα: «Ο αρρενοθήλυς κέκτηται τον δυναμισμόν του άρρενος και την μοχθηρία του θήλεως, δεν έχει ουδεμία ηθικήν αναστολήν και ουδέν μεταφυσικόν ιδεώδες» έγραψε ο άγιος Πειραιώς την προηγούμενη εβδομάδα, επικαλούμενος μια ανάλυση του Λομπρόζο. Με ένα σμπάρο τρία τρυγόνια: και ανήθικοι γκέι, και μοχθηρές γυναίκες, και δυναμικοί άνδρες. Και 20ός και 21ος αιώνας. Και κατήχηση και μίσος. Και ευπρεπισμός και φασισμός. Και 2013 και 1902. Και ακόμη παραπίσω.
Τελευταία συμβαίνει όλο και πιο συχνά. Την ώρα που ο χρόνος κυλάει κανονικά, την ώρα που η κοινωνία ταλαντεύεται ανάμεσα στην αναπόφευκτη πρόοδο και στη γλυκιά παρακμή της συντήρησης, εμφανίζεται μια δημόσια δήλωση, μια ακραία άποψη, μια παλαιολιθική κραυγή, μια κάπως ποπ (με την κακή έννοια) προσέγγιση της πραγματικότητας που μεταφέρει τη συζήτηση αλλού. Δεν πετάει την μπάλα στην εξέδρα, αλλά τη διώχνει ακόμη πιο μακριά.
Ολα αυτά δεν πρόκειται να αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας. Απλώς τον καθυστερούν για λίγο, για όσο χρόνο χρειάζεται μέχρι να σβήσουν τα φώτα της επικαιρότητας. Αυτό συμβαίνει, εδώ και καιρό, με τον Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ. Οχι μόνο σε ό,τι αφορά το θέμα του συμφώνου συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών για το οποίο η Ελλάδα πληρώνει από το πρωτογενές πλεόνασμά της πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι αόρατοι εχθροί του Μητροπολίτη, καιρό τώρα, συμπεριλαμβάνουν τον Δία που ήταν παιδεραστής, τον στοματικό έρωτα που είναι λάθος χρήση του στόματος (αν και το να μιλάς ενίοτε αποδεικνύεται εξίσου λάθος χρήση), τους μετανάστες, τους Αριστερούς, τους ξένους, την Ευρώπη, τους ομοφυλόφιλους και ίσως σύντομα κάτι πιο πρωτότυπο, όπως τις γάτες που τα μάτια τους λάμπουν κάπως σατανικά στο σκοτάδι. Γιατί όχι;
Πριν από λίγο καιρό, ρώτησαν τον Πάπα Φραγκίσκο για τους ομοφυλόφιλους ιερείς, ένα ζήτημα που η εξίσου υποκριτική Καθολική Εκκλησία αντιμετωπίζει αναπόφευκτα με την πάροδο του χρόνου. «Αν δέχονται τον Κύριο και έχουν καλή πίστη, ποιος είμαι εγώ να κρίνω;» αναρωτήθηκε. Αλήθεια, ποιος είναι αυτός να κρίνει;
Και κάπου εδώ, εγείρονται δύο ζητήματα: Το πρώτο είναι το προφανές, και είναι ο ανεξέλεγκτος, φονταμενταλιστικός, αντισυνταγματικός λόγος ενός ιερέα, ένας λόγος που θα ενέπιπτε στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο αν η Εκκλησία δεν είχε εξαιρεθεί (και) απ’ αυτό.
Και μετά, εμφανίζεται το δεύτερο ζήτημα. Η γενική εικόνα της Εκκλησίας που πολιτικολογεί, λαϊκίζει, προβοκάρει, ασχημονεί και προσπαθεί να παίξει ρόλο πάνω απ’ αυτόν που της αναλογεί. Οχι ακριβώς αυτόκλητα. Παίρνει θάρρος από την πρόσφατη απαλλαγή της από τον φόρο ακίνητης περιουσίας για τα ακίνητα λατρευτικής, θρησκευτικής και κοινωφελούς χρήσεως, που ισχύει από το έτος 2008· κάπου στις αρχές της κρίσης δηλαδή. Παίρνει θάρρος από την πρόσφατη κυβερνητική τροπολογία με την οποία ανακοινώθηκε πως μόνο με απόφαση υπουργού θα γίνονται πλέον οι έλεγχοι στα εκκλησιαστικά ιδρύματα. Παίρνει θάρρος από τη χρόνια ατολμία κάθε κυβέρνησης, όσο προοδευτική και σοσιαλιστική και καινοτόμα και αν δηλώνει, να διαχωρίσει δύο ανόμοια πράγματα: το φτωχό κράτος, το οποίο πριμοδοτεί την εύρωστη Εκκλησία.
Καθώς όμως η συντήρηση γίνεται το νέο λάιφσταϊλ, λίγες ελπίδες για τον αυτονόητο διαχωρισμό έχουμε στο προσεχές μέλλον. Απλώς μέχρι τότε δεν είναι κακό την κρίσιμη στιγμή που το μίσος προς το διαφορετικό πλημμυρίσει ανθρώπους που μισούν πρώτα απ’ όλα τον εαυτό τους, να σκεφτούμε πέντε απλές, τίμιες λέξεις που μπορούν να κάνουν τον κόσμο λίγο καλύτερο: «Ποιος είμαι εγώ να κρίνω;».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk