Η πόλη που μας αξίζει

Οσοι έχουν δει την ταινία «οι εντιμότατοι φίλοι μου», με τη διάσημη σκηνή στον σταθμό του τρένου, θα έχουν έτοιμη την εικόνα. Κάπως έτσι κι εγώ

Η πόλη που μας αξίζει | tovima.gr
Οσοι έχουν δει την ταινία «οι εντιμότατοι φίλοι μου», με τη διάσημη σκηνή στον σταθμό του τρένου, θα έχουν έτοιμη την εικόνα. Κάπως έτσι κι εγώ, όπως ο Ούγκο Τονιάτσι και οι κολλητοί του, θέλω να σταθώ δίπλα στον σταθμό του τρένου, στο Θησείο, εκεί όπου ξεκινά η πεζοδρομημένη Ερμού, και να ρίχνω σφαλιάρες στους οδηγούς δικύκλων που, αγνοώντας τα απαγορευτικά σήματα, επιμένουν να περάσουν από τον δρόμο, τον πεζόδρομο, με όλη την έπαρση των πειραγμένων, φωνακλάδικων εξατμίσεών τους.
Σφαλιάρες σαν αυτές τις χορταστικές που μοιράζουν οι καθηγητές και στο «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», όταν τους δίνεται το ελεύθερο να αντιδράσουν στην καταπίεση που υφίσταντο από τους κακομαθημένους μαθητές τους: με την παλάμη ορθάνοιχτη και με την κίνηση του χεριού να ξεκινάει από ψηλά, από τον ώμο, δυναμική, αποφασιστική, λυτρωτική, σαν να ρίχνεις σφαίρα, σφύρα, ακόντιο…
Επαναστατική γυμναστική! Πώς αλλιώς να αντιδράσω στον φασισμό τους, τον οποίο υπέστην για πολλοστή φορά την περασμένη Κυριακή στη βόλτα μου προς Κεραμεικό; Πιο πολλά τα μηχανάκια που περνούσαν παρανόμως από τους πεζούς. Ανάμεσά τους και οι αστυνομικοί. Με μηχανάκια. Για να δώσουν το καλό παράδειγμα. Περπατούσα κι εγώ, ανάμεσα σε μαρσαρίσματα και κόρνες, έχοντας την έννοια μην πέσει κανένας πάνω μου, και αναρωτιόμουν: με ποια λογική ετοιμάζονται τώρα να πεζοδρομήσουν και την Πανεπιστημίου;
Εχουν κάνει προηγουμένως καμία βόλτα στους άλλους πεζοδρόμους της Αθήνας, μικρούς και μεγάλους; Για να δουν πώς μετατράπηκαν σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας για δικυκλιστές και οδηγούς αυτοκινήτων ή σε πάρκινγκ; Και για να το πάρουν απόφαση πως είμαστε ένας λαός που δεν του ταιριάζουν τέτοιου είδους αναπλάσεις, αναβαθμίσεις, αναμορφώσεις; Για ποιον λόγο να ξοδεύουμε άδικα χρήματα για να φτιάξουμε κάτι που σε μερικά λεπτά θα έχουμε καταστρέψει; Που δεν πρόκειται να σεβαστούμε;
Ας την αφήσουμε, λοιπόν, την πόλη ως έχει: στο κακό της το χάλι, στη μαύρη της την παρακμή. Γιατί αυτή η πόλη μάς αξίζει. Και στις προηγούμενες γενιές που την κατάντησαν χαβούζα και στις νεότερες γενιές που (δυστυχώς, και αυτό το λέω με απόλυτη επίγνωση των λόγων μου) αποδεικνύονται χειρότερες από τις προηγούμενες: όχι μόνο υιοθετώντας τις ίδιες παραβατικές συμπεριφορές, αλλά και εφευρίσκοντας νέους τρόπους βανδαλισμού, με πιο δημοφιλή το άνευ ορίων μουντζουρώνειν τους τοίχους. Ειδικά τους φρεσκοβαμμένους. Για να θυμίσουν στους ιδιοκτήτες τους ότι δεν υπάρχει ελπίδα.
Γιατί δεν υπάρχει ελπίδα. Το επιβεβαίωσα για άλλη μια φορά την περασμένη Κυριακή, περπατώντας όχι μόνο στην Ερμού, στον Κεραμεικό, στο Μεταξουργείο και στο Γκάζι, αλλά και σε άλλες γειτονιές του κέντρου – κατακαημένα Εξάρχεια, μαραζωμένη Νεάπολη, άμοιρη Κυψέλη με τα ρημαγμένα αρχοντικά σου…
Καταλήγοντας, για άλλη μια φορά, στο άλσος στο Πεδίον του Αρεως, όπου δεν πρόλαβε να τελειώσει η ανάπλαση και άρχισε η καταστροφή – έχω αναφερθεί και παλιότερα στο θέμα. Σπασμένα παγκάκια, γραμμένοι κάδοι σκουπιδιών, βανδαλισμοί μικρότεροι και μεγαλύτεροι στα αγάλματα. Κάτι μου λέει πως δεν τους έκαναν οι Πακιστανοί που λιάζονται στην πλατεία ούτε οι μαντιλοφορούσες μουσουλμάνες που έχουν φέρει το παιδιά τους να παίξουν, αυτού του είδους οι καταστροφές είναι ελληνική… παράδοση.
Τον κλείνουν τώρα τον χώρο, μετά τις 11.00 το βράδυ, για να τον προστατεύσουν. Οι βάνδαλοι, όμως, δεν περιμένουν να νυχτώσει, την κάνουν και στο φως της ημέρας τη δουλειά τους. Και στο πάρκο και παντού. Στήνοντας γύρω μας ένα σκηνικό απόλυτα ταιριαστό με την εικόνα που έχουν σχηματίσει οι άσπονδοι ευρωπαίοι φίλοι μας για εμάς: το σκηνικό της απόλυτης παρακμής μας. Μέσα σε αυτό κυκλοφορούμε με τα αυτοκίνητα, τις μηχανές και τα ποδήλατά μας, πηγαίνοντας στο αντίθετο ρεύμα γιατί έτσι γουστάρουμε, παραβιάζοντας τα Stop γιατί έτσι γουστάρουμε, καταργώντας τους πεζοδρόμους γιατί έτσι γουστάρουμε, καπνίζοντας στους δημόσιους χώρους, παρά τις απαγορεύσεις, γιατί έτσι γουστάρουμε, γράφοντας στους τοίχους «σύνταξη στα 18, εργασία στα 100» γιατί έτσι γουστάρουμε, αφήνοντας τις ακαθαρσίες του σκύλου μας στο πεζοδρόμιο γιατί έτσι γουστάρουμε, καταστρέφοντας τις δημόσιες μπασκέτες, τους άλλους χώρους άθλησης καθώς και τις παιδικές χαρές, γιατί έτσι γουστάρουμε…
Γιατί αυτό θα κάνουμε και στους δρόμους της… νέας πόλης που μας τάζουν οι κυβερνώντες. Κατά τα άλλα, υπάρχει κανείς που νομίζει ότι με μερικά φωτάκια στις λεωφόρους τις ημέρες των εορτών κρύβουμε την ασχήμια; Οτι στολίζοντας ένα καραβάκι στο Σύνταγμα και μοιράζοντας στα παιδάκια από ένα γλειφιτζούρι φέρνουμε τη χαρά στη θλιμμένη πόλη; Οτι βάζοντας τη Φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων να παίξει χριστουγεννιάτικες μελωδίες στην πλατεία Γκύζη, όπως έκανε την περασμένη εβδομάδα, «θεραπεύουμε» την εγκατάλειψη όλων αυτών των δεκαετιών;
ΥΓ.: Περπάτησα στην αναπλασμένη παραλία της Θεσσαλονίκης προτού ολοκληρωθεί και τη χάρηκα. Τυχεροί οι κάτοικοί της, οι οποίοι ελπίζω ότι θα σεβαστούν το σημαντικό έργο. Τι κρίμα που το παραλιακό μέτωπο στην Αθήνα είναι στο μεγαλύτερο μέρος του θλιβερό και παρατημένο!

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk