Ναταλία Μελά: Πάντα ο άνθρωπος παίρνει δύναμη από την παράδοση

Tη συνάντησα μια Παρασκευή πρωί στο σπίτι της, ένα άνετο διαμέρισμα επί της Βασιλίσσης Σοφίας. Η Ναταλία Μελά με υποδέχθηκε ευδιάθετη, σε ένα φωτεινό δωμάτιο γεμάτο βιβλία.

Tη συνάντησα μια Παρασκευή πρωί στο σπίτι της, ένα άνετο διαμέρισμα επί της Βασιλίσσης Σοφίας. Η Ναταλία Μελά με υποδέχθηκε ευδιάθετη, σε ένα φωτεινό δωμάτιο γεμάτο βιβλία. Ντυμένη με φροντίδα, την εμφάνισή της συμπλήρωναν ένα εντυπωσιακό φουλάρι και ένα ζευγάρι υπέροχα τυρκουάζ σκουλαρίκια που «τραβούσαν» το μάτι.

«Τι θέλεις να πούμε;»
με ρώτησε την ώρα που ήμουν έτοιμη να πατήσω το κουμπί του δημοσιογραφικού κασετοφώνου προκειμένου να καταγράψω την κουβέντα μας. Συζητάμε αρχικά για την καθημερινότητά της. Πώς περνάει, άραγε, τις ώρες της; «Δουλεύω» μου απαντά η γνωστή γλύπτρια, η οποία εφέτος συμπλήρωσε τα 90 της χρόνια. «Να, τώρα πρόσφατα είχα μια παραγγελία και εργαζόμουν οκτώ ώρες την ημέρα…» προσθέτει. Τη ρωτώ για το «Αναφτερούγισμα», το «Τυχερό» του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής για το 2014 που σχεδίασε η ίδια. Πώς σκέφτηκε, άραγε, όταν της έγινε η σχετική πρόταση; «Ηθελα να κάνω κάτι που να σχετίζεται με την παράδοση, με τις ελληνικές συνήθειες» απαντά. Στην μπροστινή όψη του κοσμήματος αποτυπώνονται δύο αντικριστά περιστέρια με ανοιγμένες φτερούγες και μια ελληνική κρεμμύδα της τύχης. Την πίσω πλευρά κοσμεί ένα αγέρωχο καράβι με κατάρτι που σχίζει σταθερά τα κύματα, ενώ ένας ούριος άνεμος φουσκώνει τα ανοιχτά πανιά για μακρινά ταξίδια. Παράλληλα διακρίνεται η υπογραφή: Ναταλία Μελά εποίει…

«Μου άρεσε πολύ η ιδέα της κρεμμύδας, μιας παλιάς συνήθειας στην Ελλάδα»
εξηγεί η γλύπτρια. «Η σκέψη μου δεν έχει σχέση αποκλειστικά με την εποχή μας, με την κρίση που βιώνουμε. Η παράδοση είναι σημαντική σε κάθε εποχή: πάντα ο άνθρωπος επιστρέφει και παίρνει δύναμη απ’ αυτήν».
Παραδέχεται ωστόσο ότι η περίοδος που διανύουμε της δημιουργεί άγχος. Δεν ξέρει, λέει, τι θα γίνει ούτε τι θα έπρεπε να γίνει προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. «Στην Κατοχή, για παράδειγμα» θυμάται «είχες την προσδοκία ότι κάποτε αυτή η κατάσταση θα τελειώσει και θα διορθωθούν τα πράγματα. Τώρα δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Προσωπικά φοβάμαι ακόμη και νέο πόλεμο…».
Οικογένεια και φίλοι


Γεννημένη και μεγαλωμένη σε μεγαλοαστικό περιβάλλον με ρίζες ιστορικές, εγγονή του μακεδονομάχου Παύλου Μελά και της Ναταλίας Δραγούμη, αδελφής του Ιωνα, σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Γιατί επέλεξε, άραγε, τη γλυπτική; «Ηταν το πιο εύκολο πράγμα που μπορούσα να κάνω» λέει με χιούμορ. «Από μικρή μου άρεσε να φτιάχνω πράγματα με πηλό. Θυμάμαι ότι πήγαινα με τη γιαγιά μου στα κανατάδικα και μου έδιναν ένα κομματάκι πηλό να παίξω. Κάποια στιγμή έφτιαξα ένα κεφαλάκι και η γιαγιά μου μού είπε: «Εσύ, παιδί μου, έχεις ταλέντο, θα πρέπει να ασχοληθείς μ’ αυτό». Η γιαγιά μου πράγματι με παρότρυνε. Τους γονείς μου δεν τους ενδιέφερε ιδιαίτερα. Φαντάζονταν ότι θα μεγάλωνα, θα παντρευόμουν, τα γνωστά της εποχής εκείνης. Εγώ όμως ήθελα και κάτι άλλο πέρα από τον γάμο. Και διάλεξα τη γλυπτική ως μια φυσική μου κλίση…».
Μιλάει για την εποχή που αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών: ήταν προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι γυναίκες αναζητούσαν τον δρόμο προς τη χειραφέτησή τους. «Τότε ήταν πράγματι πολύ δύσκολο για μια γυναίκα να κάνει καριέρα στη γλυπτική» λέει η Ναταλία Μελά. «Δύσκολο και ασυνήθιστο. Οι περισσότερες, όσες στρέφονταν στην τέχνη, επέλεγαν τη ζωγραφική ή τη μουσική».
Ο σύζυγός της, ο αρχιτέκτονας Αρης Κωνσταντινίδης, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, έναν γιο και μία κόρη, την ενθάρρυνε και τη στήριξε. Η ίδια τον αναφέρει ως τον κατ’ εξοχήν άνθρωπο ο οποίος την επηρέασε. «Μου άνοιξε πόρτες και μου έδωσε να καταλάβω το σπουδαιότερο πράγμα: τι είναι το σχήμα και τι το άσχημο…» θυμάται σήμερα.
Ποια είναι, άραγε, η γνώμη της για τους νέους ανθρώπους και δη για όσους αναζητούν διέξοδο στο εξωτερικό; «Θα τους έλεγα να πάνε έξω αλλά να ξαναγυρίσουν γιατί η χώρα μας τους χρειάζεται». Μιλάει με καμάρι για τον μεγαλύτερο εγγονό της, ο οποίος, παρ’ ότι σπούδασε στο εξωτερικό και είχε όλες τις προϋποθέσεις για να μείνει εκεί, επέλεξε να επιστρέψει. «Είχα πάντα μια μανία» σχολιάζει κλείνοντας η Ναταλία Μελά. «Ηθελα πάντα τους αγαπημένους μου ανθρώπους κοντά μου: την οικογένειά μου, τους φίλους μου… Και δόξα τω Θεώ, τα έχω καταφέρει να τους έχω…».

«Θέλω να κάνω μιασκηνογραφία για το θέατρο»
Η πρώτη ύλη που επέλεξε στη δουλειά της ήταν θέμα τύχης, λέει. Αρχισε με τον πηλό και κατέληξε να έχει κάνει γλυπτική με όλα, σχεδόν, τα υλικά. «Μου άρεσε το ότι μπορούσα να κάνω πράγματα και στο μάρμαρο: για τους γλύπτες είναι το ωραιότερο υλικό. Το μέταλλο είναι διαφορετικό…». Μιλώντας για τα αγαπημένα της θέματα, τον φυσικό κόσμο και τη μυθολογία, θυμάται και πάλι τη γιαγιά της αλλά και τη μητέρα της, την οποία ενδιέφεραν ιδιαίτερα όλα αυτά. «Μετέφραζε, κιόλας, από τ’ αρχαία ελληνικά…» λέει.
Καθώς η τύχη επανέρχεται σταθερά στην κουβέντα, τη ρωτώ αν πιστεύει σε αυτήν. «Α, ναι, πάρα πολύ» απαντά αμέσως. Η ίδια θεωρεί ότι υπήρξε τυχερή; Σκέπτεται λίγο προτού μιλήσει. «Γεννήθηκα μ’ ένα χάρισμα, μ’ ένα ταλέντο. Ηταν κάτι που μου χάρισε ο Θεός. Αυτό, άραγε, είναι τύχη;» αναρωτιέται. «Μάλλον όχι» προσθέτει ύστερα από μια στιγμή. «Τύχη ήταν όμως ότι γνώρισα πολύ σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου».
Αναφέρεται στους φίλους της: στον Γιάννη Μόραλη, στον Ανδρέα Εμπειρίκο, στον Γιάννη Τσαρούχη, στον Οδυσσέα Ελύτη… Τι θυμάται, άραγε, από αυτούς; «Ο Μόραλης ήταν σαν αδελφός μου» λέει. «Δεν θέλω να σκέπτομαι ότι έχει πεθάνει… Με έλεγε «κουμπαρίτσα». Εγώ τον πάντρεψα, εγώ βάφτισα το παιδί του. Ερχόταν στο εργαστήρι μου καθημερινά. Κι αργότερα, όταν πλέον μεγάλωσε, δεν περνούσε εβδομάδα που να μη συναντηθούμε έστω μια φορά». Τον Εμπειρίκο τον γνώριζε από πολύ παλιά καθώς ήταν φίλος του πατέρα της. «Ερχόταν στο σπίτι, χτυπούσε την πόρτα κι έβγαινε ο πατέρας μου στη σκάλα και του έλεγε «Ανδρέα, δεν έχουμε σήμερα κυδώνια, έχουμε», ας πούμε, «κρέας με πιλάφι». Κι αυτός ανέβαινε να φάει…».
Πέρα από την προσωπική της πορεία στη γλυπτική, η Ναταλία Μελά εργάστηκε αρκετά χρόνια και στο θέατρο, δίπλα στον Κάρολο Κουν και στον Αλέξη Σολομό. Την ενδιέφερε, λέει, η συνεργασία με τον σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς. Και εξακολουθεί να την ενδιαφέρει. «Θα ήθελα κάποια στιγμή να κάνω μια σκηνογραφία για το θέατρο» αποκαλύπτει. Θεωρεί, βέβαια, πως όσο περνάει ο καιρός είναι όλο και πιο δύσκολο να κάνει κανείς Τέχνη. «Κακά τα ψέματα» λέει. «Η Τέχνη είναι μια πολυτέλεια. Χωρίς αυτήν, όμως, δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε. Και είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι στις πιο δύσκολες εποχές η Τέχνη ανθεί».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk