Το σύνδρομο του ποιητή

Κριτήριο που καθορίζει αν ένα ποίημα (ή ένα οποιοδήποτε κείμενο) «αξίζει» να δημοσιευθεί είναι η αγαστή συζυγία της πρωτοτυπίας του υλικού και του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να εκφρασθεί.

Γιάννης Δούκας
Το σύνδρομο Σταντάλ
Εκδόσεις Πόλις, 2013,
σελ. 73, τιμή 10 ευρώ

Κριτήριο που καθορίζει αν ένα ποίημα (ή ένα οποιοδήποτε κείμενο) «αξίζει» να δημοσιευθεί είναι η αγαστή συζυγία της πρωτοτυπίας του υλικού και του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να εκφρασθεί. Αυτό το κριτήριο της διπλής επάρκειας διαθέτει το πρόσφατο ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Δούκα (ΓΔ) που φέρει ως τίτλο έναν όρο ψυχοπαθολογίας, «Το σύνδρομο Σταντάλ». Ο όρος προέκυψε από ημερολογιακές σημειώσεις του γάλλου συγγραφέα στις οποίες περιγράφει τη συγκίνησή του όταν έβλεπε στη Φλωρεντία τους εξαίσιους τάφους μεγάλων ανδρών. «Καθώς ατένιζα, απορροφημένος, την υπέρτατη ομορφιά, την έβλεπα από τόσο κοντά που ήταν σαν να την άγγιζα. Είχα φτάσει στο σημείο εκείνο της συγκίνησης, όπου οι ουράνιες αισθήσεις, χαρισμένες καθώς είναι από τις καλές τέχνες, συναντούν τα παράφορα αισθήματα […], μ’ έπιασε ταχυπαλμία […], αισθάνθηκα αποκαμωμένος και βάδιζα με τον φόβο μήπως λιποθυμήσω».

Η έκσταση μπροστά στα έργα τέχνης, όπως την περιγράφει ο Σταντάλ, θυμίζει τις αποκαλυπτικές συναντήσεις με το θείο που περιγράφουν αλλοπαρμένοι μυστικοί. Σε ανάλογο βαθμό, η έκσταση του Πυγμαλίωνα μπροστά «στο έργο των χειρών του» συνιστά μια παρόμοια φαντασίωση του μανικού καλλιτέχνη. Οσο για την επίδραση που έχει στην ψυχή μας η μίμηση φρικτών πράξεων, ο αριστοτελικός ορισμός της τραγωδίας λέει πολλά. Ενα παρόμοιο σύνδρομο μπροστά σε έργα μιμήσεως και τέχνης διακατέχει και τον Δούκα: στα 43 από τα 53 ποιήματα του τόμου συνομιλεί με αγάλματα και προτομές που μοιάζουν να συστήνουν ένα ιδιότυπο μουσείο στην Αθήνα, κυρίως, στο Λονδίνο, δευτερευόντως, και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Ωστόσο η συνομιλία του ποιητή με τις μαρμαρωμένες μορφές πολιτικών, ποιητών, ηρώων της αρχαιότητας (Κολοκοτρώνης, Βενιζέλος, Τρικούπης, Βύρων, Παλαμάς, Σεφέρης, Θησέας, Περικλής κ.ά.) στο υπαίθριο μουσείο των Αθηνών ούτε από εστετισμό και εκλεκτισμό χαρακτηρίζεται αλλά ούτε και ενέχει την αισθητική ταραχή όπως την περιγράφει ο Σταντάλ. Κάθε άλλο. Ο ΓΔ καθώς περιηγείται την πόλη του, με οδόσημα αγάλματα και προτομές, αφενός δείχνει μια όψη πραγμάτων που συναντούμε καθημερινά, αλλά δεν βλέπουμε, αφετέρου βρίσκει την ευκαιρία να συνομιλήσει με την ιστορία. Η σεφερική άποψη (που αναφέρει ο ΓΔ) ότι τα αγάλματα τελικά δεν είναι στο μουσείο, τα συντρίμμια είμαστε εμείς, μπορεί κάπου να επιβεβαιώνεται, αλλά όχι απόλυτα: σωστότερο θα ήταν να πούμε ότι τα πρόσωπα του παρελθόντος στον ΓΔ φαίνονται ως παρίες και περιπαίγματα του παρόντος. Ο Δούκας εφαρμόζει, νομίζουμε, μια παραλλαγή της διάσημης ελιοτικής «μυθικής μεθόδου». Εδώ όμως δεν είναι η χρήση του μύθου που μας βοηθά να αντιληφθούμε «το μέγα πανόραμα της ματαιότητας και της αναρχίας» του παρόντος, εδώ ο μύθος έχει αντικατασταθεί από μνημειωμένες, «μυθικές» μορφές. Και όπως η ελιοτική μέθοδος, έτσι και η μέθοδος του ΓΔ δεν μας οδηγεί στο νοσταλγικό παρελθόν αλλά, αντίθετα, μας αναγκάζει να εισέλθουμε σε ένα παρόν πολλαπλής σύγχυσης και ευτελισμού. «Δεν είναι λύρα αυτό, δεν είναι ασπίδα/ ή δόρυ, μα μπουγάδα που στεγνώνει,/ βρακάκια και σουτιέν κι ένα σεντόνι/φθαρμένο, λεκιασμένο. Μα τα είδα/ εχτές αυτά, κι ας ήταν παραισθήσεις./ Στον δρόμο που θα πάρεις τι θ’ αφήσεις;» («Απόλλων και Αθηνά», Πανεπιστημίου 28).
Στο προηγούμενο βιβλίο του, Στα μέσα σύνορα, που επαινέθηκε και βραβεύτηκε, ο Δούκας, σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους σημερινούς ποιητές (εξαιρετέοι Ν. Βαγενάς, Δ. Καψάλης), χρησιμοποιεί τον «παραδοσιακό» ρυθμικό και ομοιοκατάληκτο στίχο. Εδώ και τα 53 ποιήματα είναι σονέτα, όπου όμως η κλασική διάταξη των στίχων 4+4+3+3 τρέπεται σε 4+4+4+2. Κανείς από τους μείζονες νεωτερικούς ποιητές μας (Σεφέρης, Ρίτσος Ελύτης, αλλά και ο Καβάφης) δεν αρνήθηκε τον ρυθμικό στίχο και τη ρίμα, ο καθείς για δικούς του λόγους, προφανώς. Επίσης λίγοι «μοντέρνοι» ποιητές εκφράσθηκαν με τόση χάρη και δύναμη όπως ο Καββαδίας και ο Γκάτσος. Ο Δούκας χρησιμοποιεί το σονετικό σύστημα παίζων άμα και σπουδάζων: παραμένει στην παράδοση αλλά την ίδια στιγμή (όπως κάνει με το υλικό του) καινοτομεί. Βρίσκω, λ.χ., ενδιαφέρον ότι η εξωτερική, «μνημειακή» μορφή του σονέτου υπονομεύεται εκ των ένδον όταν, σε πολλές περιπτώσεις, μια νοηματική πρόταση διασκελίζει ακόμη και τρεις συνεχόμενους στίχους και συστρέφεται πάνω τους οφιοειδώς. Μοντερνισμός άλλωστε είναι η ιδιότροπη χρήση της παράδοσης.
Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk