Το κείμενο ήταν γραμμένο με έναν μοντέρνο για την εποχή τρόπο. Μιλάμε για τα τέλη Μαρτίου του 1947. Στο περιοδικό «TheNation» ο Αλεν Φιλντς, δημοσιογράφος και διευθυντής του τμήματος δημοσίων σχέσεων τηςUNRRA(οργάνωσης των Ηνωμένων Εθνών για τη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας στην Ευρώπη), κατέγραφε τις ταξιδιωτικές, ανεπίσημες και κάπως εμπρηστικές αμερικανικές εντυπώσεις του από την Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι», έγραφε ο Φιλντς, μάλλον σε κάποιο εντυπωσιακό επιστολόχαρτο της εποχής: «Οι Κολωνακιώτες και οι άλλοι. Μπορείς εύκολα να τους ξεχωρίσεις. Στην πραγματικότητα, μέχρι σήμερα έχουμε συναντήσει περισσότερους Κολωνακιώτες από ό,τι άλλους. Και αυτό επειδή είτε είναι μεταφραστές μας είτε φίλοι μας. Με αυτούς θα βγούμε έξω για φαγητό, στο Κολωνάκι ασφαλώς. Εδώ ζουν οι καθαροί και καλοντυμένοι Ελληνες που ξέρουν αγγλικά. Κάθε φορά που χρειάζεται να βγούμε έξω από την πόλη και μας πλησιάζουν χωρικοί να μας πουλήσουν λίγα από τα προϊόντα τους, όπως κατσικίσιο τυρί, εμείς θέλουμε να τους βοηθήσουμε και να αγοράσουμε απ’ αυτούς. Αλλά εκεί μεσολαβεί ο μεταφραστής μας, μπουκωμένος με όσα έχει προλάβει να χώσει στο στόμα του, και μας λέει να μην είμαστε τόσο απλόχεροι στα χρήματα που τους δίνουμε. Με τους Γερμανούς δεν συνεργάστηκαν ακριβώς, αλλά η σχέση τους είχε κάτι το ιδιότυπο. Ας πούμε πως οι Γερμανοί αγαπούσαν τη μουσική και εδώ μπορούσαν να την απολαύσουν. Ενώ σε κάθε σημείο της Ελλάδας υπήρχε θρήνος για έναν άνθρωπο χαμένο στον πόλεμο, εδώ στο Κολωνάκι δεν υπήρχε και τόσο…».
Το κείμενο, το οποίο αναδημοσίευσε πρόσφατα στο «Βήμα της Κυριακής» η Φωτεινή Τομαή, ιστορικός και πρεσβευτής σύμβουλος Α΄ στο ΥΠΕΞ, μοιάζει κάπως προκλητικό, κάπως υποκειμενικό, κάπως γεμάτο γενικεύσεις και σκόρπιες εντυπώσεις από το couleur locale της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μήπως, όμως, θέλει να μας διηγηθεί και μια ιστορία, ανεξαρτήτως εποχών, τοπωνυμίων και γενικεύσεων; Την ιστορία της καλοσύνης, που ίσως να σώσει τον κόσμο, ίσως και όχι.
Από την αρχή της κρίσης ακούγεται μια υπόκωφη κραυγή καταγγελίας, η οποία έρχεται πιο πολύ σαν παράπονο ή σαν καμουφλαρισμένη επαιτεία: «Πού είναι οι πλούσιοι άνθρωποι της χώρας; Οι μεγιστάνες που έβγαλαν τόσα λεφτά τις καλές εποχές; Γιατί δεν βοηθούν την Ελλάδα;». Ηθικά, η παρατήρηση είναι σωστή. Αλλά η ηθική δεν έχει σχέση με την Ιστορία.
Ας μιλήσουμε με αριθμούς: Ο κόσμος, και κατ’ επέκταση και η Ελλάδα, γίνεται όλο και πιο άδικος, όλο και πιο άνισος. Σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας Wealth-X, 505 έλληνες πολυεκατομμυριούχοι διαθέτουν σήμερα περιουσία 60 δισ. ευρώ, η οποία έχει αυξηθεί 20% σε σχέση με το 2012. Το 2012, η αντίστοιχη λίστα στην Ελλάδα περιελάμβανε 455 εκατομμυριούχους. Συνολικά οι άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας με περιουσία άνω του 1 εκατ. ευρώ υπολογίζονται σε περίπου 8.000.
Η πρώτη αντίδραση της όχι και τόσο φιλειρηνικής ελληνικής κοινωνίας είναι η αδιάκριτη οργή: Γιατί όλοι αυτοί δεν βοηθούν όλους τους άλλους; Η απάντηση είναι οικουμενική: Γιατί έτσι γυρίζει ο κόσμος εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια.
Πάρτε ως παράδειγμα τη Νέα Υόρκη. Ο υποψήφιος δήμαρχος της πόλης, Μπιλ ντε Μπλάζιο, ένας ψηλός, εκκεντρικός Δημοκρατικός με μαύρη σύζυγο και γενικά μπόλικο αντικομφορμισμό να ξεχειλίζει από το κοστούμι του, δήλωσε πρόσφατα πως «μόλις εκλεγώ, θα φορολογήσω τους πλούσιους για να χρηματοδοτηθεί η κατασκευή κήπων και βρεφοκομείων». Η αντίδραση των Ρεπουμπλικανών ήταν άμεση: «Αν αυξηθούν οι φόροι, οι πλούσιοι θα φύγουν και θα πάνε στο Λονδίνο». Η ίδια απειλή ήρθε και από τη Γαλλία (και από τη μετανάστευση του Ζεράρ Ντεπαρντιέ), η ίδια και στην Ελλάδα, από τους εφοπλιστές και την ευνοϊκή φορολόγησή τους. Ο πλούτος ως εκβιασμός, ο πλούτος ως απειλή, ο πλούτος ως όπλο.
Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Και οι ελληνικές και οι παγκόσμιες, όπως ο Τζορτζ Σόρος, που έχει διαθέσει πάνω από 10 δισ. δολάρια μέσω της Open Society Foundations, και ο Μπιλ Γκέιτς, που έχει αφιερώσει τη ζωή και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στην πραγματική φιλανθρωπία –πρόσφατα επιτέθηκε και στον Μαρκ Ζούκερμπεργκ, που θεωρεί «φιλανθρωπία» το να έχουν όλοι πρόσβαση στο Internet, ακόμη και αν δεν έχουν να φάνε. Αν και αυτή η ιδέα του ελεύθερου Internet ακούστηκε πρόσφατα και στα μέρη μας, από τα χείλη του Πρωθυπουργού…
Με λίγα λόγια, η καλοσύνη και η φιλανθρωπία από μόνες τους δεν μπορούν να σώσουν τον κόσμο. Μπορούν να βοηθήσουν, αλλά όχι και να τον σώσουν. Γιατί, σύμφωνα με κάποιους, «το να πεθάνεις υπερβολικά πλούσιος, είναι ατίμωση», αλλά όχι για όλους. Οπότε, ας ζήσουμε κάνοντας κάτι πιο παραγωγικό από το να περιμένουμε την καλοσύνη των ξένων.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ