«Δεν πρόκειται να αφήσουμε τη φέτα χωρίς προστασία. Η ελληνική φέτα είναι το μόνο εθνικής κλίμακας προϊόν και γι’ αυτό –το τονίζω –εμβληματικό. Γιατί παρά το ότι έχουμε το εκατοστό προϊόν με ονομασία προέλευσης ή με γεωγραφική ένδειξη, η φέτα είναι το μόνο προϊόν που έχει ελληνικό όνομα στην επικράτεια». Η αναφορά αυτή του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Αθ. Τσαυτάρη από το βήμα της Βουλής μόλις την περασμένη Τετάρτη, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, αποτυπώνει το μέγεθος της αξίας των ελληνικών ποιοτικών προϊόντων αλλά και τον «πόλεμο» που διεξάγεται σε διπλωματικό επίπεδο για την εξασφάλιση της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης, της γνωστής ΠΟΠ.
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η Ελλάδα κατήγαγε σπουδαία νίκη επί των καναδικών διεκδικήσεων στη «μάχη της φέτας» επιτυγχάνοντας την καθιέρωσή της αποκλειστικά ως ελληνικού προϊόντος με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης. Το πόσο σημαντικό είναι αυτό μπορεί να το αντιληφθεί κανείς από το γεγονός ότι στο εξωτερικό πολλές εταιρείες ξένων συμφερόντων εκμεταλλεύονται το όνομα που έχει το ελληνικό γιαούρτι και ενίοτε το δυσφημούν ρίχνοντας την ποιότητά του ή το ανακαλούν, όπως πρόσφατα στις ΗΠΑ από τον αρμόδιο οργανισμό.
Μες στο καλοκαίρι το «Aγουρέλαιο Χαλκιδικής» προστέθηκε στη λίστα των προϊόντων ΠΟΠ και έγινε το 28ο ελαιόλαδο που πέτυχε τη σημαντική αυτή ευρωπαϊκή πιστοποίηση. Και ο κατάλογος είναι μακρύς για τα άλλα εξαιρετικής ποιότητας ελληνικά προϊόντα, όπως η γραβιέρα, η μαστίχα Χίου, κρασιά και ελαιόλαδα.
Αυτό που μένει πάντως είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο δυναμικό ποιότητας στα αγροτικά προϊόντα, το οποίο πρέπει να εκμεταλλευθεί. Προ ημερών, όπως επισημαίνεται και στην προαναφερόμενη δήλωση του αρμόδιου υπουργού, το ελαιόλαδο Μεσσαράς έγινε το 100ό προϊόν ΠΟΠ-ΠΓΕ (Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης και Προϊόν Γεωγραφικής Ενδειξης) για τη χώρα μας. Με αυτόν τον τρόπο η γεωργία μας αποκτά ταυτότητα και τα ποιοτικά προϊόντα διαβατήριο για εξαγωγές, από τα οποία προέρχονται πολλά οφέλη, για τους παραγωγούς, τις επιχειρήσεις, τη χώρα και τους εργαζομένους. Ετσι η Ελλάδα χωρίς να κυνηγά το χαμηλό κόστος παραγωγής αποκτά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι άλλων. Μάλιστα η στροφή των Ευρωπαίων αλλά και καταναλωτών άλλων χωρών στα ποιοτικά και υγιεινά προϊόντα δίνει μια χρυσή ευκαιρία στους έλληνες παραγωγούς.
Το τελευταίο διάστημα προωθούνται στοχευμένες δράσεις για την ανάδειξη της ποιότητας των ελληνικών αγροτικών προϊόντων. Για το τελικό αποτέλεσμα είναι απαραίτητη η αξιοποίηση των διαθέσιμων κοινοτικών πόρων για διαρθρωτικές δράσεις τόσο στην παραγωγή όσο και στη μεταποίηση.
Επίσης σημαντική είναι και η αξιοποίηση της κίνησης της ΕΕ να θεσμοθετήσει τρία νέα σήματα ποιότητας: παραδοσιακά προϊόντα αλλά και ορεινής – νησιωτικής οικονομίας. Δρομολογείται προς αυτή την κατεύθυνση η σύσταση στα Ιωάννινα ενός Κέντρου Ορεινής Ανάπτυξης, το οποίο θα έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα και πρότυπους σταθμούς στη Βλάστη Κοζάνης, στο Μέτσοβο, στη Βυτίνα κ.α.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



