Ο γεωπόνος που αναμόρφωσε την ύπαιθρο

Ο κοινός τόπος λέει πως η κάθε εποχή έχει τους πρωταγωνιστές αλλά και τους αφανείς ήρωές της.

Δημήτρης Γ. Παναγιωτόπουλος
Πέτρος Καναγκίνης.
Η συμβολή του στην αναμόρφωση του
περιβάλλοντος της υπαίθρου στον Μεσοπόλεμο
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 2013,
σελ. 244, τιμή 20 ευρώ

Ο κοινός τόπος λέει πως η κάθε εποχή έχει τους πρωταγωνιστές αλλά και τους αφανείς ήρωές της. Στη δεύτερη κατηγορία θα έπρεπε να κατατάξουμε και εκείνους που πρωταγωνίστησαν και άφησαν πίσω τους σημαντικό έργο αλλά ξεχάστηκαν αργότερα και έπρεπε να περάσουν χρόνια ώσπου να εκτιμηθεί η προσφορά τους. Για το τελευταίο χρειάζεται πάντα ένας ερευνητής, ένας ιστορικός κατά κανόνα, που θα τους φέρει ξανά στο προσκήνιο. Και βέβαια σημαντικό ρόλο παίζουν επί του προκειμένου οι συγκυρίες.

Κάποιοι ειδικοί μελετητές, όχι όμως και το ευρύτερο κοινό, γνώριζαν σε γενικές γραμμές ότι ο γεωπόνος Πέτρος Καναγκίνης ανήκει στους πρωτεργάτες του εποικισμού και της αγροτικής αποκατάστασης γηγενών ακτημόνων και προσφύγων από το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων ως την περίοδο που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Γνώριζαν επίσης τη συμβολή του στο έργο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων. Εκείνη την περίοδο η ηττημένη Ελλάδα, παρά την πολιτική αστάθεια και την οικονομική κρίση που οδήγησε στην πτώχευση του 1932, πέτυχε κάτι πρωτοφανές: να απορροφήσει 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.
Αυτό επιτεύχθηκε κατά κύριο λόγο μέσω της τεράστιας προσπάθειας να αναμορφωθεί η ελληνική ύπαιθρος και το περιβάλλον. Νέες μορφές καλλιέργειας και «τεχνολογίας» εισήχθησαν για πρώτη φορά. Λ.χ., το σιδερένιο άροτρο στη θέση του ξύλινου, που όχι μόνο διευκόλυνε την άροση αλλά μείωσε στο ένα τέταρτο το κόστος της αυξάνοντας θεαματικά την παραγωγικότητα των αγρών. Η έννοια της μηχανικής καλλιέργειας ήταν ως τότε άγνωστη και πολύ δύσκολα κατανοούσε τη σημασία της ένας αγροτικός πληθυσμός με τεράστια ποσοστά αναλφαβητισμού.
Ιδεαλιστής και πρωτοπόρος


Ο Καναγκίνης ανήκει στους πρωτοπόρους της εποχής. Φύση ανήσυχη και άτομο με μεγάλα ψυχικά αποθέματα, έδινε τις μάχες του με πείσμα και επιμονή, συχνά σε βάρος του προσωπικού του συμφέροντος, έχοντας επιλέξει να υπηρετήσει το κοινό καλό. Πολλές φορές οι αποφάσεις του είχαν συνέπειες και στην ίδια του την οικογένεια. Η σύζυγός του μάλιστα του έγραψε κάποτε ότι, εφόσον είχε διαλέξει αυτόν τον δύσκολο δρόμο, δεν θα έπρεπε να κάνει οικογένεια.
Ο Πέτρος Καναγκίνης ήταν «ένας νέος με ακατάβλητη θέληση», όπως τιτλοφορεί το δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας της εμπεριστατωμένης βιογραφίας του Δημήτρης Γ. Παναγιωτόπουλος, υπεύθυνος στο Κέντρο Τεκμηρίωσης της Ιστορίας της Ελληνικής Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννήθηκε το 1881 στην Κωνσταντινούπολη, έμεινε ορφανός από μητέρα σε πολύ μικρή ηλικία και κατέφυγε στον Πύργο της Τήνου. Στα επτά του χρόνια επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε. Στα δεκαπέντε του αποφοίτησε από τα Ζωγράφεια Εκπαιδευτικά Καταστήματα της Πόλης, κατέφυγε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Πρακτικό Λύκειο. Κατόπιν φοίτησε στη Φυσικομαθηματική Σχολή, ενώ ταυτοχρόνως εργαζόταν. Η σκληρή βιοπάλη δεν τον κατέβαλε. Το 1902 εγκατέλειψε τις σπουδές του στο τρίτο έτος γιατί επέτυχε σε διαγωνισμό των κρατικών υποτροφιών και ως το 1905 σπούδασε Γεωπονία στο Institut Agricole de l’ Etat του Gembloux, την παλαιότερη γεωπονική σχολή του Βελγίου.
Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ήταν έτοιμος να εφαρμόσει τις ιδέες του για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής γεωργίας και να παίξει αργότερα αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής και στη σύσταση της Αγροτικής Τράπεζας. Αυτά ταίριαζαν με το εκσυγχρονιστικό σχέδιο του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Πρακτικό πνεύμα


Ο νεαρός γεωπόνος ήταν αυτό που λέμε «οραματιστής», ταυτοχρόνως όμως και πρακτικό κατ’ εξοχήν πνεύμα, για τούτο και το συγγραφικό έργο του δεν είναι μεγάλο. Υπήρξε «άνθρωπος της υπαίθρου» και κατά τη διάρκεια της θητείας του ως γενικού διευθυντή στο υπουργείο Γεωργίας, όπου όχι λίγες φορές βρέθηκε στα γρανάζια του γραφειοκρατικού μικρόκοσμου, ταξίδευε συχνά σε όλη τη χώρα, επισκεπτόταν τα χωράφια, συμβούλευε, καθοδηγούσε και ήλεγχε. Πρακτικής φύσεως ήταν και τα κείμενά του, που εξηγούν πώς, για παράδειγμα, η σιδερένια σβάρνα καθαρίζει το χωράφι και διπλασιάζει την παραγωγή ή τι σημαίνει η αποξήρανση των ελών ή πώς η μικρή ιδιοκτησία μπορεί να μην είναι ασύμβατη με τη μεγάλη καλλιέργεια, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα.
Τα παραπάνω σήμερα μπορεί να θεωρούνται κοινοί τόποι, αλλά για την εποχή και για τη χώρα μας είχαν πρωτοποριακό χαρακτήρα. Να, λ.χ., κάποιες παρατηρήσεις του σε πρωτοσέλιδο κείμενό του στο «Ελεύθερον Βήμα» της 25ης Φεβρουαρίου 1930: «Ευτυχής θα θεωρηθώ αν συντελέσω και εγώ κατά τι εις το να κάμω να κατανοηθεί ότι η γεωργία εν Ελλάδι, εις τας πλείστας τουλάχιστον των περιφερειών, δεν δύναται μόνη να διαθρέψει καλώς τον Ελληνα αγρότην και ότι πρέπει να στρέψωμεν την προσοχήν μας εις την παροχήν γης εύθηνης εις τους μη έχοντας τοιαύτην, ελαφράν κατά το δυνατό εκ βαρών, και εκ παραλλήλου ότι πρέπει να δημιουργήσωμεν εις την ύπαιθρον χωράν όσον το δυνατόν περισσοτέρας εργασίας, πλην των γεωργικών, αίτινες θα συγκρατήσουν και θα απομακρύνουν όχι μόνον τους αρχηγούς των οικογενειών, αλλά και τα άρρενα τέκνα αυτών, αλλά και τας θυγατέρας αυτών από τα θέλγητρα της πόλεως τα τόσον συνυφασμένα με την διαφθορά και την φθοράν αυτών και δι’ αυτών και της χώρας».
Ενας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην αναμόρφωση του περιβάλλοντος της υπαίθρου μπορεί, έστω και καθ’ υπερβολήν, να μιλάει για τη «φθορά» και τη «διαφθορά» των «θέλγητρων» της πόλης, που έχει να κάνει βεβαίως με τα ήθη και τις προκαταλήψεις της εποχής. Ποιος όμως σήμερα θα διαφωνούσε με την άποψή του ότι για να μείνουν οι αγρότες στον τόπο τους δεν αρκεί μόνο η δική τους εργασία, όσο προσοδοφόρος και αν είναι; Οτι οι συναφείς, παράλληλες ή συμπληρωματικές εργασίες (η μεταποίηση, το εμπόριο, οι υπηρεσίες κτλ.) είναι απαραίτητες;
Αυτές δεν διαμορφώνουν ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον χωρίς βασικές ελλείψεις που συντελεί στο να μην εγκαταλείπουν οι άνθρωποι τον τόπο τους; Αυτό δεν μας λέει και η εμπειρία των τελευταίων τριών δεκαετιών, όταν η συρρίκνωση της εγχώριας αγροτικής παραγωγής είχε αποτέλεσμα να καταρρεύσουν και τα συναφή επαγγέλματα στην περιφέρεια και μάλιστα για ένα διάστημα ακόμη και να εγκαταλειφθούν οι καλλιέργειες, με αποτέλεσμα σήμερα η Ελλάδα να εισάγει ως και ντομάτες; (Υπήρξαν και άλλοι λόγοι φυσικά, αλλά οι παραπάνω ήταν οι κυριότεροι.)
Μυθιστορηματική προσωπικότητα


Ο Πέτρος Καναγκίνης άφησε πλούσιο αρχείο που διασώθηκε από την αφοσιωμένη κόρη του Αικατερίνη-Νίνα, σύζυγο ενός άλλου σημαντικού επιστήμονα, του Ηλία Μαριολόπουλου.
Ο Δημήτρης Γ. Παναγιωτόπουλος το αξιοποίησε εξαιρετικά αναδεικνύοντας τη ζωή (μυθιστορηματική εν πολλοίς) μιας σημαντικής προσωπικότητας του ελληνικού Μεσοπολέμου.
Αλλά και το έργο και τις απόψεις του, οι οποίες αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα που ανακαλύπτουμε εκ νέου το αυτονόητο: την τεράστια σημασία για την επιβίωση και την ανάπτυξη μιας χώρας του πρωτογενούς τομέα της παραγωγής (της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας και των μεταλλευμάτων).
Το βιβλίο περιέχει πλήθος σπάνιες φωτογραφίες εποχής και προλογίζεται από τον καθηγητή, ακαδημαϊκό και πρόεδρο του Μαριολοπουλείου – Καναγκινείου Ιδρύματος Χρήστο Ζερεφό και τον Χρήστο Ρεπάτη, επίκουρο καθηγητή και γραμματέα του ίδιου ιδρύματος.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk