Από τότε που ξεκίνησε η κρίση, που στην αρχή την πήραμε κάπως αψήφιστα, λέγαμε ότι μπορεί να είναι και μια ευκαιρία για να αλλάξουμε τη χώρα και το πολιτικό μας σύστημα –ίσως για να διασκεδάσουμε τη ζοφερή εικόνα που προέβαλλε απειλητικά στον ορίζοντα. Τέσσερα χρόνια μετά, η ευκαιρία αυτή, αν υπήρξε ποτέ, γλιστράει σιγά-σιγά και εξαφανίζεται. Η χώρα δεν καταστράφηκε αλλά κλυδωνίζεται, ενίοτε ισχυρά, σε ένα κλίμα συνεχούς πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, σε ένα τοπίο φτώχειας και απογοήτευσης. Καμία ανάταξη δεν βλέπουμε ακόμη στην οικονομία, καμία σοβαρή αλλαγή στο κράτος που έχουμε. Επί τέσσερα χρόνια, με κραυγές, βουβή αδράνεια και συχνά βία, με τερτίπια και προσχήματα προσπαθούμε απεγνωσμένα, όχι να αλλάξουμε και να πάμε μπροστά, αλλά να διατηρήσουμε ερείπια της προηγούμενης ζωής κόντρα στην πραγματικότητα και κόντρα στην πίεση των δανειστών που προσέφεραν σανίδα σωτηρίας με ακριβό τίμημα. Οσοι βρίσκονταν μακριά από το οχυρό του κράτους εγκαταλείφθηκαν στον καιάδα της ανεργίας, ενώ προστατεύτηκαν με εμμονική προσήλωση όσοι βρίσκονταν μέσα σε αυτό. Κι αυτό δεν έγινε μόνο για λόγους πολιτικής ιδιοτέλειας (για να σωθούν οι πελάτες των κομμάτων και των πολιτικών), αλλά και για λόγους πραγματικούς και συμβολικούς: αυτό είμαστε ως πολίτες και ως κόμματα, αυτό σηματοδοτούμε. Επαναλαμβάνοντας τα παλαιά αιτήματα, αντιδρώντας με τους παλαιούς τρόπους, διασώζουμε ράκη της ταυτότητάς μας και υποσχόμαστε μια απατηλή επιστροφή.
Στραμμένοι στο παρελθόν αποκτούμε υπόσταση γιατί δεν ξέρουμε τι μας γίνεται στις νέες συνθήκες. Δεν έχουμε τα εφόδια να τις καταλάβουμε, δεν έχουμε την παιδεία να σχεδιάσουμε ένα διαφορετικό μέλλον. Μόνη πυξίδα τα σχέδια των δανειστών, από τα οποία κάνουμε ό,τι μπορούμε για να απαγκιστρωθούμε, όχι για να βελτιώσουμε την κατάσταση, αλλά για να πέσουμε μαλακά (νομίζουμε) στην έρημη πλέον χώρα του παρελθόντος.
Η κυβέρνηση που έχουμε σήμερα είναι η αποκορύφωση του παρελθόντος. Τα δύο κόμματα του παλαιού δικομματισμού, αυτά που δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ τους, βρίσκονται μαζί στην κυβέρνηση για να μας σώσουν από την κατάντια στην οποία μας έφεραν οι δικές τους κατά βάση πολιτικές. Και ευτυχώς! Γιατί αν δεν λειτουργούσαν τις τελευταίες μέρες τα αντανακλαστικά τους για να διορθώσουν κατά το δυνατόν δικές τους αστοχίες και προβλήματα, θα βρισκόμασταν ως χώρα στο κενό. Χρωστάμε το ελάχιστο της σταθερότητας στην εμπειρία, στο αίσθημα αυτοσυντήρησης και στην ευθύνη που δίνει στα κόμματα αυτά (και κυρίως στο ΠαΣοΚ στη διάρκεια της κρίσης) η μακρά θητεία τους στην πολιτική και η ιστορική σχέση τους με τον κόσμο. Οι πολιτικοί τους δεν μπορούν παρά να είναι εν τέλει σοβαροί (μόνο «εν τέλει» όμως, διότι είναι ικανοί, και επιρρεπείς, ανά πάσα στιγμή να κυλήσουν –και κυλούν –στην ανευθυνότητα). Οι άλλοι, στα κόμματα της αντιπολίτευσης, έχουν αποσπαστεί από τον πραγματικό κόσμο, κι ας ομνύουν ότι νοιάζονται για τους πραγματικούς ανθρώπους και τις ανάγκες τους,
Υπόσχονται εν γνώσει τους ανεφάρμοστα πράγματα, κάνουν ακόμη ανέξοδη (γι’ αυτά) πολιτική με ανεπανόρθωτο κόστος για τη χώρα. Με κεκτημένη ταχύτητα από το βαθύ παρελθόν της Μεταπολίτευσης, με θεατρινισμούς που μιμούνται τις χειρότερες παραδόσεις των κυβερνητικών εταίρων, είναι φανερό ότι δεν πιστεύουν ούτε οι ίδιοι αυτά που ισχυρίζονται. Τα λένε όμως, και βέβαια εκ του ασφαλούς, γιατί ξέρουν ότι υπάρχουν άλλοι που θα βγάλουν, με όποιον τρόπο μπορούν, το φίδι από την τρύπα.
Ο τρόπος αυτός είναι ο παλαιός. Αυτός που γνωρίζουν τα κυβερνητικά κόμματα και προσπαθούν μεθοδικά να παλιννοστήσουν. Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Οι δικοί τους άνθρωποι στον κρατικό μηχανισμό, οι δικοί τους πελάτες στις παρυφές του, οι σύμμαχοί τους στην αγορά, στα media, σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου. Γίνονται ξανά απαραίτητοι. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα. Η κρίση αντί να γίνει ευκαιρία αλλαγής μάς έριξε πάλι στην αγκαλιά του δοκιμασμένου δικομματισμού για να συντηρηθεί ό,τι μπορεί να περισωθεί. Εχουμε συμβιβαστεί με το ελάχιστο και περιμένουμε να τα βγάλουν πέρα. Το περισσότερο, που χωρίς να το πιστεύει και χωρίς να το κατέχει υποσχέθηκε η ΔΗΜΑΡ, χάθηκε στον ιδιοτελή και αφόρητα ανεύθυνο τακτικισμό της, στη μοιρασιά του 4-2-1 και στην περιβόητη αυτοθυσία της κυβερνητικής συμμετοχής. Αρκετά θυσιάστηκε πέρυσι για το κοινό καλό, τώρα πρέπει να φροντίσει το κόμμα και τις αρχές του. Αλλά από πότε είναι τα κόμματα αυτοσκοπός και η διακυβέρνηση θυσία; Ας ελπίσουμε ότι ο ορίζοντας των ευκαιριών δεν έκλεισε πίσω μας και ότι θα καταφέρουμε ως χώρα κάτι περισσότερο από την παλιννόστηση του ancient régime προσαρμοσμένου στους ευρωπαϊκούς όρους.
Η κυρία Βάσω Κιντή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.




ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ