Ο «αέρας» του Τζεφ Κουνς

«Talent» είναι ο τίτλος ενός έργου του Αμερικανού Ντέιβιντ Ρόμπινς που εκτίθεται στο Ιδρυμα ΔΕΣΤΕ, στο πλαίσιο της έκθεσης «The System of Objects», σε επιμέλεια Ανδρέα Αγγελιδάκη και Μαρίας Κριστίνα Ντιντέρο, ως το τέλος Νοεμβρίου. Aποτελείται από 18 ασπρόμαυρες φωτογραφίες εικαστικών, φωτογραφημένων στο στυλ που έχει καθιερωθεί να συνοδεύει το βιογραφικό των επίδοξων ηθοποιών στην ακμάζουσα αμερικανική σόου μπίζνες: ασπρόμαυρα πορτρέτα προορισμένα να προϊδεάσουν τον υποψήφιο πελάτη (σκηνοθέτη ή παραγωγό) για το ποιο ρεπερτόριο θα ταίριαζε ενδεχομένως στον εικονιζόμενο. Το έργο φιλοτεχνήθηκε το 1986 ως ένα σχόλιο για τους καλλιτέχνες οι οποίοι τη δεκαετία του ’80 είχαν αρχίσει να αποτελούν οι ίδιοι «ένα είδος διασκέδασης», καθώς «προωθούσαν ένα συγκεκριμένο ίματζ» και είχαν γίνει «αστέρες των ΜΜΕ», στην εποχή του Ρίγκαν, της γοητευτικής παντοδυναμίας της Γουόλ Στριτ, στην απαρχή της απενοχοποιημένης λατρείας για το χρήμα. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που εικονίζονται είναι οι νεότατοι Σίντι Σέρμαν, Τζένι Χόλτζερ, Ρόμπερτ Λόνγκο. Είκοσι επτά χρόνια μετά, εξακολουθούν να είναι διάσημοι, όμως απ’ όλη τη δεκαοκτάδα, ο μειδιάζων Τζεφ Κουνς είναι μακράν ο πιο αναγνωρίσιμος.

Εναν χρόνο προτού φιλοτεχνήσει το έργο του ο Ρόμπινς, ο all-American boy Κουνς, με τα κυματιστά μαλλιά και το ζεστό βλέμμα, είχε γνωρίσει τον άνθρωπο που θα συνέβαλλε καθοριστικά στην ένταση, αλλά και στη μακροβιότητα της φήμης του. Ο Δάκης Ιωάννου είχε δει την έκθεση «Equilibrium» και είχε αγοράσει ένα από τα έργα του, το «One Ball Total Equilibrium Tank». Ηταν η αρχή μιας «υπέροχης φιλίας», αλλά και μιας καριέρας η οποία αποδείχθηκε τόσο στέρεη και ανθεκτική, ώστε αυτόν τον καιρό να κονταροχτυπιούνται δύο από τους σημαντικότερους γκαλερίστες της Νέας Υόρκης, ο Λάρι Γκαγκόζιαν και ο Ντέιβιντ Σουίρνερ, για το ποιος παρουσιάζει την καλύτερη έκθεση με έργα του. Ταυτόχρονα.

Τον Μάιο που μας πέρασε τα εγκαίνια στην γκαλερί David Ζwirner και στην Gagozian έγιναν με μόλις μία ημέρα διαφορά. Ο κόσμος σε κάθε περίπτωση σχημάτιζε ουρές έξω από τις γκαλερί, σαν να επρόκειτο να δει κάποιον αστέρα του Χόλιγουντ. Μία ημέρα μετά, στο Frieze Art Fair στη Νέα Υόρκη, ο «αιρετικός» συμπατριώτης του Κουνς, Πολ Μακ Κάρθι, κατέθετε τον δικό του φόρο τιμής στον συνάδελφο, κάτι σαν ένα τεράστιο υψωμένο μεσαίο δάχτυλο: έναν γιγαντιαίο σκύλο-μπαλόνι ύψους 24 μ., τοποθετημένο στον περίβολο της φουάρ, μια άμεση αναφορά στα ατσάλινα ζωάκια-μπαλόνια του Κουνς.

Τι είναι ταλέντο;

Τετραπέρατος, δαιμόνιος, παρά την ευφρόσυνη ευγένειά του, το αγγελικό πρόσωπο και τις δηλώσεις του ότι αγαπημένη του ταινία είναι ο «Μπάμπι το ελαφάκι», ο Κουνς «ξέρει πώς να “χτενίζει” τον χώρο στον οποίο βρίσκεται, προκείμενου να μη διαφεύγει τίποτε της προσοχής του» λένε όσοι τον έχουν γνωρίσει από κοντά στην τελευταία επίσκεψή του στην Αθήνα το 2010, στο πλαίσιο του πολιτιστικού Marathon Project. Εγινε ο αγαπημένος των συλλεκτών, τα καινούργια έργα του έφθασαν να πωλούνται προς 4-6 εκατ. δολάρια και τα παλαιότερα να δημοπρατούνται από τον οίκο Christie’s προς 30 εκατ. δολάρια. Είπαμε, από το μακρινό ’86 ήξερε να «προωθεί ένα ίματζ». Ο art dealer, επιμελητής και νυν διευθυντής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Λος Αντζελες (MΟCA), Τζέφρι Ντάιτς, ο άνθρωπος που τον γνώρισε στον Δάκη Ιωάννου, έχει πει για αυτόν: «Για τον Τζεφ, η δουλειά δεν τελειώνει με την περάτωση ενός αντικειμένου. Αφορά ένα ολιστικό όραμά του για τον κόσμο και ένα ολιστικό όραμα της τέχνης και της ζωής που είναι ο ίδιος ο Τζεφ Κουνς».

Ο 57χρονος από το Γιορκ της Πενσιλβάνια, γιος ενός ιδιοκτήτη καταστήματος επίπλων και μιας μοδίστρας, ξέρει να πουλάει πολύ καλά αυτό το «ολιστικό όραμα». Οταν ήταν μικρός πουλούσε χαρτί περιτυλίγματος και γλυκά μετά το σχολείο, από πόρτα σε πόρτα. Οταν ενηλικιώθηκε σπούδασε ζωγραφική (στα School of Αrt Institute of Chicago και Maryland Institute College of Art), αλλά εκμεταλλεύθηκε και την παλιά, παιδική κλίση του: εργάστηκε στη Γουόλ Στριτ ως commodities broker (χρηματιστής βασικών αγαθών). Ηταν ένας τρόπος να πληρώνει τις παραγωγές των φιλόδοξων έργων του. Μπορεί να ξεκίνησε εκθέτοντας πλαστικά παιχνίδια που έβρισκε σε μαγαζιά της Τσάιναταουν, πολύ σύντομα όμως έπρεπε να αγοράζει τις ηλεκτρικές σκούπες που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη σειρά έργων «New» το 1980. Σε παλιότερη συνέντευξή του είχε πει σχετικά με τη θητεία του στο χρηματιστήριο: «Μεγάλο μέρος της δουλειάς μου αφορά τις πωλήσεις. Και ήθελα να είμαι ανεξάρτητος από την αγορά της τέχνης. Οπότε, δεν χρειαζόταν να φιλήσω κατουρημένες ποδιές. Και έτσι μπορούσα να κάνω ακριβώς ό,τι ήθελα».

Τι είναι τέχνη;

Οι αιωρούμενες μπάλες του μπάσκετ, τα ατσάλινα φουσκωτά παιχνίδια, ο Μάικλ Τζάκσον και το αγαπημένο του πιθηκάκι ήταν μια καλλιτεχνική προσέγγιση εκ διαμέτρου αντίθετη από το έργο των νεοεξπρεσιονιστών της εποχής, όπως οι Τζούλιαν Σνάμπελ και Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, πολύ πιστή στο πνεύμα της ποπ αρτ του πρώτου διδάξαντος επί αμερικανικού εδάφους, Γουόρχολ. Ο Σνάμπελ το γύρισε στο σινεμά, ο Μπασκιά πέθανε. Ο Κουνς συνέχισε ακάθεκτος με τα σκυλάκια του, τις τουλίπες του, τους αστακούς του. Τελικά, ο «Μπάμπι» ήταν όντως ο αγαπημένος του ήρωας. Γι’ αυτό τα «παιχνίδια» του ήταν τεραστίων διαστάσεων και με τόσο τέλειο φινίρισμα, ώστε τίποτε να μη μαρτυρά τη διαδικασία κατασκευής τους – η εμμονή στην τελειότητα είναι άλλο ένα ταλέντο του Κουνς. Οπως και η άψογη υλοποίησή τους από άλλους, «δεξιοτέχνες», υπό τη δική του, αυστηρή επίβλεψη. Ο Γουόρχολ με το Factory ξεκίνησε κάτι που σύντομα έγινε παράδοση. Κάποτε, ο Κουνς απασχολούσε 30 άτομα, σήμερα έχει στη διάθεσή του έναν χώρο 1.500 τ.μ. και περισσότερους από 100 ανθρώπους στη δούλεψή του για να υλοποιούν τα «ολιστικά οράματά» του.

Τι είναι ομορφιά;

Παιδί της εποχής του, ο Κουνς εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες που του προσφέρει, με τη συνδρομή αυτού του αόρατου τέρατος που αποκαλείται «αγορά της τέχνης» και αποτελείται από συλλέκτες, οίκους δημοπρασιών, επιμελητές. Οι τιμές των έργων του είναι γελοιωδώς υψηλές. Γι’ αυτό δέχεται και τόσο δριμεία κριτική για την καλλιτεχνική αξία του έργου του και την τάση του να την πουλάει έξυπνα. Τα έργα του είναι όμορφα, αλλά κενά – και στην κυριολεξία, δεδομένου ότι τα πιο γνωστά από αυτά, τα inflatables, παραπέμπουν σε αντικείμενα που είναι παραφουσκωμένα με αέρα, συνήθως κοπανιστό. Είναι όμορφα όμως. Εκπέμπουν μια καθησυχαστική δύναμη με τις στιλπνές γραμμές τους και την απόλυτη τελειότητά τους, ιδίως όταν κοσμούν δημόσιους χώρους (όπως το «Puppy», το λουλουδιασμένο κουτάβι, το οποίο κοσμεί πλέον την είσοδο του Μουσείου Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο), και αυτομάτως σε μεταφέρουν σε μια μακρινή παιδική ηλικία, όπου όλα ήταν πιο αγνά και πολλά υποσχόμενα. Η δική του, πάντως, ήταν ειδυλλιακή και χωρίς τραύματα, όχι και τόσο συχνή συνθήκη για έναν καλλιτέχνη.

Εικαστικός Πίτερ Παν

Ο Κουνς έχει οκτώ παιδιά: μια κόρη, από τα πολύ νεανικά του χρόνια, όσο ήταν ακόμη φοιτητής, την οποία η μητέρα της είχε δώσει για υιοθεσία. Αλλο ένα με την πρώην σύζυγό του, Τσιτσιολίνα, και για ένα φεγγάρι μούσα του στη σειρά έργων πορνογραφικών αποχρώσεων «Made in Heaven», και έξι με την τωρινή σύζυγό του, Τζαστίν Γουίλερ. «Νομίζω ότι η αγάπη του για τα παιδιά και την οικογένεια σχετίζεται με την προσπάθειά του να διατηρήσει μια κάποια παιδικότητα στην έμπνευσή του, γιατί θέλει να καταλαβαίνει πώς αντιλαμβάνονται τα πράγματα τα παιδιά» έχει πει ο Τζέφρι Ντάιτς. «Το γλυπτό που με ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όλα είναι το παιδί μας. Δεν πιστεύω ότι ένας μαρμάρινος ανδριάντας είναι ο τρόπος για να εισέλθω στο βασίλειο της αιωνιότητας. Για μένα ο μόνος τρόπος να υπάρξεις στην αιωνιότητα είναι μέσα από βιολογικά γλυπτά» έλεγε παλαιότερα. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μάλλον τα έχει καταφέρει. Μένει μόνο να αποδειχθεί για πόσα χρόνια ακόμη θα παραμένει αναγνωρίσιμος στο έργο του Ντέιβιντ Ρόμπινς.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk