Ο φωτογράφος των συγγραφέων

Τον αποκαλούν «φωτογράφο των συγγραφέων». Γεννημένος στο Μπουένος Αϊρες το 1960, εγγονός Πολωνοεβραίων της Αργεντινής, μόνιμος κάτοικος Παρισιού από το 1979, ο 53χρονος Ντανιέλ Μορτζίνσκι ταξιδεύει τα τελευταία 35 χρόνια σε όλον τον κόσμο φωτογραφίζοντας λογοτέχνες και διανοουμένους σε χώρους ιδιωτικούς, στον δρόμο, σε ξενοδοχεία, νοσοκομεία, νεκροταφεία, λούνα παρκ, ακόμη και σε δημόσιες τουαλέτες.

Τον αποκαλούν «φωτογράφο των συγγραφέων». Γεννημένος στο Μπουένος Αϊρες το 1960, εγγονός Πολωνοεβραίων της Αργεντινής, μόνιμος κάτοικος Παρισιού από το 1979, ο 53χρονος Ντανιέλ Μορτζίνσκι ταξιδεύει τα τελευταία 35 χρόνια σε όλον τον κόσμο φωτογραφίζοντας λογοτέχνες και διανοουμένους σε χώρους ιδιωτικούς, στον δρόμο, σε ξενοδοχεία, νοσοκομεία, νεκροταφεία, λούνα παρκ, ακόμη και σε δημόσιες τουαλέτες.
Νεαρός ήθελε να γίνει σκηνοθέτης, ανακάλυψε όμως ότι το ταλέντο του βρισκόταν στη σταθερή εικόνα. Ανταποκριτής της «El Pais» και επίσημος φωτογράφος των λογοτεχνικών φεστιβάλ «Hay» στην Καρταχένα, «Vivamérica» στη Μαδρίτη και FILBA στο Μπουένος Αϊρες, έχει φωτογραφίσει τρεις γενιές λατινοαμερικάνων λογοτεχνών – και όχι μόνο. Στον φακό του έχουν ποζάρει ο Κλοντ Λεβί – Στρος, ο Ζακ Ντεριντά, ο Ορχάν Παμούκ, ο Τζούλιαν Μπαρνς, ο Ισμαήλ Κανταρέ, ο Ουμπέρτο Εκο, ο Πολ Οστερ… Η λίστα είναι ανεξάντλητη.
Οι εικόνες του συνθέτουν, όπως πολλοί εκτιμούν, έναν «Ανθρώπινο άτλαντα της λογοτεχνίας». Λίγες ώρες πριν από την άφιξή του στην Αθήνα, όπου βρίσκεται προσκεκλημένος του 5ου Φεστιβάλ Ιβηρο-Αμερικανικής Λογοτεχνίας ΛΕΑ, ο Ντανιέλ Μορτζίνσκι μας μίλησε από το Παρίσι, δηλώνοντας ενθουσιασμένος για την πρώτη του επίσκεψη και την πρώτη του έκθεση στην Ελλάδα. Περίπου 100 πορτρέτα ιβηρο-αμερικανών συγγραφέων, των Μπόρχες, Σάμπατο, Μάρκες, Λιόσα, Σεπούλβεδα, Γκαλεάνο, Μπολάνιο, Θαφόν, Θέρκας, αλλά και των νεότερων Μαϊράλ, Βόλπι, Νιούμαν, Ρονκαλιόλο, ακόμη και του νέου διευθυντή του Ινστιτούτου Θερβάντες στην Αθήνα, του ισπανού πεζογράφου και μεταφραστή Βίκτορ Αντρέσκο, θα εκτίθενται στο Ινστιτούτο Θερβάντες ως τον Σεπτέμβριο.
Ποιους θέλει να φωτογραφίσει στην Αθήνα; «Τους πάντες! Ντρέπομαι λιγάκι που δεν έχω φωτογραφίσει έλληνες συγγραφείς. Εχω ήδη ένα ραντεβού με τον εξαιρετικό Πέτρο Μάρκαρη, που είναι πολύ δημοφιλής στην Ισπανία, και ελπίζω και με άλλους».
Ειδικεύεστε στα πορτρέτα λογοτεχνών. Πώς προέκυψε αυτό;
«Δεν ξέρω ακριβώς, προφανώς σχετίζεται με την αγάπη μου για τη λογοτεχνία. Ηταν ένας τρόπος να συνεισφέρω σε αυτό το υπέροχο θαύμα που λέμε λογοτεχνία. Ασφαλώς θα μπορούσα να επιχειρήσω να γράψω, αισθάνομαι όμως πιο ελεύθερος, πιο έντιμος με τον εαυτό μου δουλεύοντας με τα υλικά που μπορώ, αφηγούμενος μια ιστορία με εικόνες».
Ποιος ήταν ο πρώτος συγγραφέας που φωτογραφίσατε;
«Ηταν ο Μπόρχες, το 1978. Ημουν 18 ετών και εργαζόμουν ως βοηθός σκηνοθέτη του Ρικάρντο Βούλιχερ στο ντοκυμαντέρ «Borges para millones». Είχα πάντα μαζί μου τη φωτογραφική μηχανή που μου είχε δωρίσει ο πατέρας μου για σημαντικές περιστάσεις. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων φωτογράφισα τον Μπόρχες χωρίς να ξέρω ότι αυτό θα ήταν το πρώτο λογοτεχνικό πορτρέτο μου. Αυτή η πρώτη φωτογραφία έγινε το σημείο εκκίνησης του έργου μου, το γράμμα «Αλεφ» της χαρτογραφίας μου».
Αυτή ήταν η πρώτη εγγραφή στον «Ανθρώπινο άτλαντα της λογοτεχνίας»;
«Την πρώτη φορά που κάποιος κριτικός αποκάλεσε τη δουλειά μου «Ατλαντα της λογοτεχνίας» κοκκίνισα, χαμογέλασα και υποσχέθηκα να μην επαναλάβω αυτόν τον χαρακτηρισμό. Τελικά τον χρησιμοποιώ, επειδή δεν βρήκα κάποιον πιο επιτυχή τρόπο να περιγράψω τη δουλειά μου. Πάντως, αν πρόκειται για άτλαντα, έχει πολλά κενά και απουσίες».
Ποιους λογοτέχνες εύχεστε να είχατε φωτογραφίσει;
«Τον Νερούδα, τον Ρούλφο, τον Καρπεντιέρ, τον Χιρόνδο, ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος. Ομολογώ ότι μερικές φορές οι ελλείψεις του «Ατλαντα» με αποθαρρύνουν. Δεν γίνεται όμως να καλύψεις τα πάντα. Είμαι ευχαριστημένος όταν κάνω το καλύτερο που μπορώ σε αυτό το κομματάκι χρόνου που μου δόθηκε να ζήσω».
Κάθε φωτογραφία κρύβει, φαντάζομαι, και μια ιστορία…
«Πολλές ιστορίες. Θυμάμαι τον Σαντιάγο Γαμπόα να στέκεται ακίνητος στο μετρό του Παρισιού ενώ παίρνω θέση για να τον φωτογραφίσω και εκείνη τη στιγμή να ξεχύνεται μια χιονοστιβάδα ανθρώπων στον σταθμό και να χανόμαστε. Τον Λουίς Σεπούλβεδα τον γνώρισα σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής του, όταν ήταν άρρωστος, σε πατερίτσες. Δεν ήθελε να τον φωτογραφίσω αλλά εγώ επέμενα και όταν τελικά του έστειλα τις φωτογραφίες μου ζήτησε να μην τις χρησιμοποιήσω γιατί ήταν «ακτινογραφίες και όχι φωτογραφίες». Με προσκάλεσε στο σπίτι του στη Γερμανία για μια νέα φωτογράφιση και έτσι ξεκίνησε μια αδελφική φιλία 20 χρόνων. Μαζί ταξιδέψαμε στην Παταγονία, επισκεφθήκαμε τον τάφο του Μαγιακόφσκι στη Μόσχα, αναζητήσαμε το Γκόλεμ στην Πράγα, είδαμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν και εκδώσαμε μαζί ένα βιβλίο, τα «Τελευταία νέα από το Νότο» (εκδ. Opera, 2012)».

Αληθεύει ότι συνοδεύσατε τον Μάριο Βάργκας Λιόσα ως ο προσωπικός του φωτογράφος στην τελετή του Βραβείου Νομπέλ;
«Υποτίθεται ότι ήταν μυστικό. Πήγα με την Πατρίτσια και τον Μάριο Βάργκας Λιόσα στη Στοκχόλμη και τους έβγαλα πολλές προσωπικές φωτογραφίες, φωτογραφίες μοναδικές που δεν θα είχα την ευκαιρία να τραβήξω αν δεν είχαν τόση εμπιστοσύνη στο έργο μου. Λίγα λεπτά πριν από την τελετή πήγα στο δωμάτιό του, όπου ντυνόταν (σαν ταυρομάχος). Του τράβηξα μια φωτογραφία και του είπα πειράζοντάς τον: «Τέρμα οι φωτογραφίες!». Το χιούμορ είναι βασικό στοιχείο στη δουλειά μου και στη ζωή μου, είναι «βάλσαμο και γιατρικό στις δύσκολες στιγμές», όπως έλεγε και ο παππούς μου ο Ααρών. Εξίσου ευτυχής είμαι που ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες μοιράστηκε μαζί μου τα όνειρά του ένα πρωινό στην Καρταχένα και που ο Λουίς Σεπούλβεδα με είχε συνοδοιπόρο του σε τόσα ταξίδια του ανά τον κόσμο».

Τι σας εκφράζει περισσότερο, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή οι έγχρωμες;
«Για πολλά χρόνια δούλευα αποκλειστικά ασπρόμαυρα πορτρέτα. Προτιμούσα το άσπρο – μαύρο στην προσωπική μου δουλειά και το χρώμα στη δουλειά μου ως φωτορεπόρτερ. Μου άρεσε να περνώ ώρες στον σκοτεινό θάλαμο. Πλέον, ομολογώ ότι από τότε που χρησιμοποιώ ψηφιακή μηχανή αισθάνομαι πιο γαλήνιος, ελεύθερος να ρισκάρω. Δεν συμμερίζομαι τους αισθητικούς προβληματισμούς ορισμένων συναδέλφων και κριτικών. Πιστεύω ότι αν έχεις «κάτι» στην ψυχή σου θα βρεις τρόπο να το εκφράσεις είτε σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία είτε σε μια έγχρωμη. Εκείνο που έχει περισσότερη σημασία είναι η σχέση, ορισμένες φορές εντελώς διαισθητική, όχι απαραίτητα διανοητική ή λογοτεχνική, ανάμεσα στο μοντέλο και στον φωτογράφο».
Πώς συμπεριφέρονται οι συγγραφείς ως μοντέλα; Είναι εύκολο θέμα για φωτογράφιση;
«Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Μπορεί να σχεδιάζω επί βδομάδες τη φωτογράφιση ενός συγγραφέα και στο τέλος το αποτέλεσμα που προκύπτει να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Το κλειδί κάθε φωτογράφισης είναι να καταφέρεις τον συγγραφέα να εμπλακεί σε αυτήν, σε μια στιγμή μοναδική, που δεν μοιάζει με φωτογραφικό θάλαμο. Ο Προυστ έγραφε ότι η μνήμη είναι σαν ένα φαρμακείο όπου μπορείς να βρεις όλων των ειδών τα φάρμακα, από ηρεμιστικά ως δηλητήρια. Στο δικό μου φαρμακείο έχω δει τα πάντα».
Εχετε φωτογραφίσει λογοτέχνες σε νεκροταφεία και δημόσιες τουαλέτες. Πώς τους πείσατε να σας ακολουθήσουν;
«Προσπαθώ να αποφεύγω τα κλισέ που παραπέμπουν στη λογοτεχνία (βιβλιοθήκες, βιβλία, σύνεργα γραφής) και προτείνω πόζες που καταρρίπτουν αυτά τα στερεότυπα. Πιστεύω ότι οι συγγραφείς τις αποδέχονται γιατί όσα τους προτείνω είναι αστεία, δεν είναι χρονοβόρα και είναι ασφαλή. Και επειδή γνωρίζουν ότι δεν κάνω ζαβολιές. Εν τέλει όμως επειδή η εμπειρία του να είναι αντικείμενο ενός ξένου βλέμματος τους επιτρέπει να κοιτάξουν και οι ίδιοι τον εαυτό τους, πράγμα που δεν συμβαίνει συχνά, όχι μόνο στους συγγραφείς αλλά σε όλους μας. Ζούμε σήμερα σε μια κοινωνία με φρενήρεις ρυθμούς και δεν έχουμε χρόνο να σταματήσουμε και να ακούσουμε τον εαυτό μας. Αν τα πορτρέτα μου εξυπηρετούν σε κάτι, είναι ότι αποκαλύπτουν και στους ίδιους τους συγγραφείς ένα κομμάτι κρυφό ακόμη και από τον ίδιο τον εαυτό τους».
«Βλέπω θλίψη, πόνο, αλλά και ελπίδα»
Ο Ντανιέλ Μορτζίνσκι έχει στο ενεργητικό του πολλά πορτρέτα των «πατριαρχών» της ισπανόφωνης λογοτεχνίας όπου ποζάρουν μόνοι τους ενώ τους νεότερους τους φωτογραφίζει συχνά σε ομάδες. Πρόκειται για επιλογές που κρύβουν αξιολογικό χαρακτήρα για τη λογοτεχνία τους;

«Οχι, σέβομαι τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς εξίσου με τους νομπελίστες. Επιπλέον, υπάρχουν «πατριάρχες» που λατρεύουν τις ομαδικές φωτογραφίες και νεαροί που δεν θέλουν να μοιραστούν «τη δόξα τους» με άλλον στον φακό. Προσωπικά προτιμώ τις ομαδικές φωτογραφίες. Πιστεύω ότι οι «οικογενειακές φωτογραφίες» που ανακαλύπτουμε κάποτε ξεχασμένες σε ένα κουτί είναι αξεπέραστες. Τον περασμένο Ιανουάριο, στο Φεστιβάλ Hay στην Καρταχένα τράβηξα μία από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες. Κατάφερα να βάλω στην ίδια φωτογραφία πέντε συγγραφείς που αγαπώ και διαβάζω με πάθος: τον Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, τον Μάριο Βάγκας Λιόσα, τον Ερι ντε Λούκα, τον Νταβίντ Γκρόσμαν και τον Εντουάρντο Σακιέρι».
Εσείς τι πιστεύετε, ο μαγικός ρεαλισμός αποτελεί τελικά χαρακτηριστικό στοιχείο της λατινοαμερικανικής σκέψης και λογοτεχνίας;
«Αυτό είναι μεγάλη συζήτηση. Πίστευα ανέκαθεν ότι η πραγματικότητα είναι γεμάτη μαγεία. Ολα είναι θέμα του να ξέρεις να κοιτάς».

Γίνεται σήμερα λόγος για μια λογοτεχνία παγκοσμιοποιημένη, αγγλοποιημένη, στην οποία χάνονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εθνικών λογοτεχνιών. Παρατηρείτε το ίδιο;
«Για πολλά χρόνια οι λατινοαμερικανοί συγγραφείς έγραφαν για τις πόλεις τους ή για πολιτείες που φαντάζονταν. Σήμερα μια νέα γενιά εμπνέεται από μέρη μακρινά, αποτέλεσμα μεγάλων ταξιδιών ή μεγάλης φαντασίας. Πιστεύω ότι η ισπανόφωνη λογοτεχνία βιώνει μια μεγάλη στιγμή. Εγώ είμαι πολύ αισιόδοξος».
Τι βλέπετε πίσω από τον φακό σας αυτόν τον καιρό;
«Βλέπω και αισθάνομαι ένα καλειδοσκόπιο συναισθημάτων και διαθέσεων. Βλέπω και θλίψη και πόνο, αλλά πάντοτε, πάντοτε, ελπίδα».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk