Λεονάρδο Παδούρα: «Θα είναι τραγικό να περάσουμε στα χέρια της Κίνας»

Συγγραφέας εξαιρετικά δημοφιλής στην Κούβα, ο οποίος συνδυάζει την εμπορική επιτυχία των αστυνομικών μυθιστορημάτων του με την εκτίμηση των κριτικών, βραβευμένος με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Κούβας το 2012, ο 58χρονος Λεονάρδο Παδούρα είναι ο πιο αναγνωρίσιμος ζων κουβανός συγγραφέας στο εξωτερικό, με μεγάλο κοινό και στη χώρα μας

Συνέντευξη

Συγγραφέας εξαιρετικά δημοφιλής στην Κούβα, ο οποίος συνδυάζει την εμπορική επιτυχία των αστυνομικών μυθιστορημάτων του με την εκτίμηση των κριτικών, βραβευμένος με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Κούβας το 2012, ο 58χρονος Λεονάρδο Παδούρα είναι ο πιο αναγνωρίσιμος ζων κουβανός συγγραφέας στο εξωτερικό, με μεγάλο κοινό και στη χώρα μας. Πέρυσι το περιοδικό (δε)κατα του απένειμε το Αthens Prize for Literature για ξένο μυθιστόρημα για το βιβλίο του Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά (Καστανιώτης, 2011). Αυτές τις μέρες ο συγγραφέας βρίσκεται στην Αθήνα μαζί με τη σύζυγό του Λουτσία, προσκεκλημένος του 5ου Φεστιβάλ Ιβηρο-αμερικανικής Λογοτεχνίας ΛΕΑ. Συναντήσαμε τον δημιουργό του ιδιαίτερου αστυνόμου Μάριο Κόντε, στο Ινστιτούτο Θερβάντες λίγες ώρες μετά την άφιξή του στην Αθήνα. Απόφοιτος φιλολογίας και μελετητής της αρχαίας τραγωδίας, δηλώνει λάτρης του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου. Όσο για τη σύγχρονη Ελλάδα; «Είναι αισθητή μια αλλαγή στην ατμόσφαιρα», σχολιάζει στη δεύτερη επίσκεψή του στην Ελλάδα μέσα σε μια πενταετία, «αλλά δεν πρόλαβα ακόμη να κυκλοφορήσω στην πόλη».

Στο τελευταίο σας μυθιστόρημα, στο Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά, μας πηγαίνετε πίσω στην εποχή της δολοφονίας του Τρότσκι. Τι θέση έχει η Ιστορία στο έργο σας;

«Δεν θέλω να γράψω ιστορικά μυθιστορήματα. Ανατρέχω στην Ιστορία για να βρω στοιχεία που μπορούν να δώσουν εξηγήσεις σε ζητήματα του παρόντος. Η ιστορία της δολοφονίας του Τρότσκι και του δολοφόνου του Ραμόν Μερκαντέρ είναι ασφαλώς σημαντική, αλλά ήταν για μένα όχημα προκειμένου να εξηγήσω τη ζωή του ήρωα Ιβάν στην Κούβα, γιατί η ζωή στη σύγχρονη Κούβα είναι μια από τις συνέπειες αυτής της ιστορίας του 20ού αιώνα».

Το όραμα της σοσιαλιστικής ουτοπίας έχει αναβιώσει στην Ελλάδα της κρίσης, όπως φαίνεται και στην ενίσχυση της Αριστεράς. Εσείς ζήσατε την ουτοπία. Ποιος είναι ο απολογισμός;

«Για την Κούβα ο σοσιαλισμός ήταν η μόνη δυνατή λύση. Η νεοαποικιασμού τύπου σχέση με τις ΗΠΑ είχε φτάσει σε δραματικό σημείο το 1959 και δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να προσφύγουμε στην ΕΣΣΔ προκειμένου να επιβιώσει πολιτικά η Κούβα και να αποτραπεί μια εισβολή των ΗΠΑ. Σε κοινωνικό επίπεδο, στους τομείς της υγείας και της παιδείας, το μοντέλο του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν ωφέλιμο. Οι νέοι της γενιάς μου (γενν. 1955) ήταν η πρώτη γενιά που είχε πρόσβαση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε πολύ υψηλό ποσοστό. Σε οικονομικό επίπεδο, η κυβέρνηση αναγνωρίζει σήμερα ότι το οικονομικό μοντέλο που αντιγράφτηκε από την ΕΣΣΔ και εφαρμόστηκε στην Κούβα ήταν καταστροφή. Καταστράφηκαν όλες οι παραδοσιακές επιχειρήσεις, ακόμη και η καλλιέργεια των ζαχαρότευτλων, και τις συνέπειες πληρώνουμε σχεδόν 60 χρόνια μετά».

Οι αλλαγές που προωθεί ο Ραούλ Κάστρο γίνονται προς τη σωστή κατεύθυνση κατά τη γνώμη σας;

«Τα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του Φιντέλ Κάστρο είχαν παγώσει τα πάντα στην Κούβα και την ίδια στιγμή σοβούσε μια υπόγεια κρίση που δεν επέτρεπε στην κοινωνία να εξελιχθεί. Ο Ραούλ Κάστρο προωθεί σημαντικές αλλαγές που δίνουν στους Κουβανούς περισσότερες δυνατότητες ανάπτυξης. Το ζήτημα είναι ότι ενώ οι μεταρρυθμίσεις αυτές αφορούν όλη την κοινωνία, μόνο ένα μικρό μέρος μπορεί να επωφεληθεί από τα αποτελέσματά τους, όσοι έχουν τα μεγάλα εστιατόρια και ξενοδοχεία στην Αβάνα ή οι πλούσιοι της Διασποράς. Οι υπόλοιποι ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Ο Ραούλ Κάστρο κατάλαβε ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν με τον μισθό που τους δίνει η κυβέρνηση και τους δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσουν μικρές επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή όμως προωθείται ένα φορολογικό νομοσχέδιο που προβλέπει για ετήσια έσοδα της τάξης, ας πούμε, των 3.000 δολαρίων φόρο πενήντα τοις εκατό. Είναι αδύνατον με τέτοια φορολόγηση να αναπτύξεις μια επιχείρηση. Επίσης δεν ξέρουμε ακόμη τι είδους θα είναι οι αλλαγές που επίκεινται. Θα είναι σε επίπεδο μακροοικονομίας ή μικρές αλλαγές που θα επηρεάσουν την καθημερινή ζωή μας; Αφενός δεν ξέρουμε, αφετέτου γίνονται με πολύ αργό ρυθμό. Πιστεύω το ότι ο Φιντέλ Κάστρο ζει ακόμη έχει τη σημασία του. Μπορεί να μη λαμβάνει αποφάσεις, αλλά η «σκιά» του παίζει μεγάλο ρόλο στον τρόπο διακυβέρνησης».

Πώς εκτιμάτε ότι θα εξελιχθούν τα πράγματα μετά τον θάνατο του Φιντέλ Κάστρο;

«Όταν φύγουν ο Φιντέλ και ο Ραούλ Κάστρο από την εξουσία, πιστεύω ότι οι αλλαγές θα προχωρήσουν ταχύτερα. Η κουβανική κοινωνία χρειάζεται το περιθώριο να αναπτύξει τις δυνατότητές της και χρειάζεται τη διεθνή συνεργασία. Όλοι γνωρίζουμε —και εσείς στην Ελλάδα το γνωρίζετε ίσως καλύτερα από όλους— ότι το δεύτερο ενέχει κινδύνους, από την άλλη όμως είναι πολύ σημαντική αυτή η συνεργασία. Υπάρχουν χώρες, όπως η Βραζιλία, που μας βοηθούν να αναπτύξουμε υποδομές στην Κούβα: ένα αεροδρόμιο στην Αβάνα, το εθνικό οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, που χωρίς αυτά είναι αδύνατον να αναπτυχθεί η κουβανική οικονομία. Δυστυχώς, πλέον έχουμε σαφή αντίληψη ότι χάθηκε 30 χρόνων οικονομική βοήθεια από την ΕΣΣΔ, ότι χρησιμοποιήθηκε για πολιτικούς σκοπούς και όχι για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Πιστεύω ότι τα πράγματα θα αλλάξουν γρηγορότερα στο μέλλον, αλλά είναι πολύ δύσκολη η διεθνής συγκυρία τώρα. Η Ισπανία, ένας σημαντικός εμπορικός εταίρος της Κούβας, βρίσκεται σε οικονομική κρίση. Η πολιτική κατάσταση στη Βενεζουέλα είναι ασταθής και κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει τα επόμενα χρόνια. Αυτές τις μέρες ο αντιπρόεδρος της Κούβας μετέβη στην Κίνα για εμπορικές διαπραγματεύσεις. Οι Κινέζοι είναι πολύ καλοί εμπορικοί εταίροι, αλλά η έννοια της αλληλεγγύης δεν έχει μεγάλη σημασία γι’ αυτούς. Θα είναι τραγικό να περάσουμε από τα χέρια των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ και της Βενεζουέλας τώρα στα χέρια της Κίνας».

Επικρατεί η άποψη ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί το πιο πρόσφορο είδος για να ασκήσει κάποιος κριτική στο πολιτικό και στο κοινωνικό κατεστημένο. Αυτό σας παρακίνησε να γράψετε αστυνομικά μυθιστορήματα;

«Άρχισα να γράφω αστυνομικά μυθιστορήματα αφενός γιατί λατρεύω την αστυνομική λογοτεχνία. Στη δεκαετία του ’80 διάβαζα μετά μανίας τους μεγάλους Βορειοαμερικανούς, τον Χάμετ και τον Τσάντλερ. Καθοριστική όμως ήταν η ανακάλυψη του Ισπανού Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, που έχει μια πολύ λογοτεχνική αντίληψη για το αστυνομικό μυθιστόρημα, γιατί κι εγώ ως φιλόλογος και κριτικός βιβλίου είχα υψηλά αισθητικά κριτήρια και ήθελα να γράψω αστυνομική λογοτεχνία λογοτεχνικών αξιώσεων. Ένας άλλος λόγος είναι ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα τοποθετεί τον αναγνώστη κατευθείαν στην πιο σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας και ήθελα να γράψω για όσα συμβαίνουν στην Κούβα αλλά δεν αναφέρονται στον Τύπο. Τέλος, ήθελα να συνδυάσω αυτά τα δύο σε ένα κοινωνικό μυθιστόρημα και το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι κατάλληλο γι’ αυτό. Όταν γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα μου αρκεί μονάχα ένα πτώμα. Το υπόλοιπο βιβλίο είναι μια ανάλυση της ζωής στην Κούβα, της κοινωνίας της και των σχέσων των ανθρώπων μεταξύ τους και με την εξουσία».

Αναγνωρίζετε κοινά στοιχεία με τα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη;

«Νομίζω ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία μεταξύ Λατιοαμερικάνων συγγραφέων και συγγραφέων της Μεσογείου, γιατί ζούμε όλοι σε χώρες της περιφέρειας και τα ζητήματα της φτώχειας, της διαφθοράς, των δικτατοριών είναι κοινά. Είμαστε επίσης κοινωνίες που αποτελούνται από ένα κράμα πολιτισμών και ζούμε πολύ έξω, στον δρόμο. Διαβάζεις μυθιστορήματα της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας και όλα συμβαίνουν σε χώρους κλειστούς, μέσα στο σπίτι. Στους Ισπανούς, στους Ιταλούς, στους Έλληνες, στους Λατινοαμερικάνους όλα συμβαίνουν στον δρόμο και αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί συνδέσμους μεταξύ των συγγραφέων. Φυσικά υπάρχουν ιδιαιτερότητες, αλλά αισθάνομαι πιο κοντά στον Μάρκαρη παρά στον Χένινγκ Μανκέλ, γιατί μας φέρνουν κοντά και οι καταστάσεις, το χιούμορ και η ειρωνική ματιά στα πράγματα».

Πώς γεννήθηκε ο κεντρικός χαρακτήρας των μυθιστορημάτων σας, ο πρώην αστυνόμος Μάριο Κόντε;

«Όταν αποφάσισα να γράψω αστυνομικό μυθιστόρημα, στη δεκαετία του 1990, ήθελα να είναι αντιπροσωπευτικό της Κούβας αλλά διαφορετικό από το αστυνομικό μυθιστόρημα που γραφόταν τότε, και ξεκίνησα επινοώντας έναν χαρακτήρα εντελώς διαφορετικό από τον τυπικό αστυνομικό της επίσημης “novela policial revolucionaria”, έναν χαρακτήρα με εσωτερικές ανησυχίες και ανοιχτά ζητήματα, ο οποίος στη διαδικασία της διαλεύκανσης ενός εγκλήματος ερχόταν αντιμέτωπος με προβλήματα της κουβανικής κοινωνίας».

Σας εμπνέει ετούτο το ταξίδι σας στην Αθήνα μια ιστορία με τον Κόντε στην Ελλάδα της κρίσης;

«Ο Μονταλμπάν έστειλε σε ένα βιβλίο του τον Καρβάλιο στο Μπουένος Άιρες. Ο Κόντε πιστεύω ότι δεν μπορεί να βγει έξω από την κοινωνία της Κούβας. Ένας φίλος στη Δομινικανή Δημοκρατία μου είπε: “Φέρε τον Κόντε εδώ, η κατάσταση είναι περίπου ίδια”. Του είπα όχι. Η σχέση του Κόντε με την Κούβα είναι σημαντική, είναι από τους χαρακτήρες που αντλούν πολλά από τη σχέση τους με το περιβάλλον τους».

Σας έχει κουράσει ο Κόντε, έχετε σκεφτεί να απαλλαγείτε από αυτόν;

«Όχι, ο Κόντε αφενός είναι ένας σημαντικός μάρτυρας της κουβανικής κοινωνίας και, όπως είπα νωρίτερα, πρόκειται να ζήσουμε σημαντικές αλλαγές στην Κούβα τα επόμενα χρόνια. Αφετέρου η ιδέα είναι να γεράσει μαζί μου. Η αίσθηση του να γερνάς έχει σημασία. Άλλο είναι να είσαι 35 χρόνων, να βλέπεις τη ζωή με κάποιον τρόπο και να έχεις απαντήσεις για όσα ζεις καθημερινά και αλλιώς βλέπεις τα πράγματα στα 45-50 ή στα 55-60 που είμαι τώρα. Έχω γράψει οχτώ μυθιστορήματα με τον Κόντε και σκέφτομαι να γράψω άλλα τέσσερα-πέντε, στα οποία μπορεί να παρακολουθήσει κάποιος την εξέλιξη της κουβανικής κοινωνίας αλλά και την ενδιαφέρουσα διαδικασία του να γερνάς».

Έχετε έτοιμο νέο μυθιστόρημα;

«Ναι, έχει τίτλο “Aιρετικοί” και θα κυκλοφορήσει στην Ισπανία τον Σεπτέμβριο. Αναφέρεται στην ελευθερία του ατόμου, στο πώς διεκδικεί την εξωτερική ελεύθερία του και πώς κατακτά την εσωτερική ελευθερία. Είναι μια σύνθεση τριών ιστοριών, με πρωταγωνιστές έναν σεφαραδίτη εβραίο στην Ολλανδία του 17ου αιώνα, έναν ασκενάζι εβραίο στην Κούβα του 1939 και μια νεαρή σύγχρονη Κουβανή της αστικής “φυλής” των Emo, ανθρώπων που προσπαθούν να διατηρήσουν την ελευθερία τους κρατώντας αποστάσεις από την κυρίαρχη κοινωνία. Ο κρίκος που συνδέει τις τρεις αυτές χρονικές περιόδους είναι τρία πορτρέτα του Ρέμπραντ που απεικονίζουν τον Χριστό. Είναι ίσως το πιο φιλοσοφικό μυθιστόρημά μου ως τώρα, εκείνο που απέχει περισσότερο από τους κώδικες του αστυνομικού μυθιστορήματος και βρίσκεται πλησιέστερα στον τρόπο που εννοώ εγώ την αστυνομική λογοτεχνία».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk