«Η πτώσις μας είναι βεβαία»

Κολλάει σαν γάντι ο προκείμενος στίχος από τους καβαφικούς «Τρώες» στη μεταδοτική πολιτική παράνοια των ημερών, με αφορμή την αποτύφλωση της ΕΡΤ.

«Η πτώσις μας είναι βεβαία» | tovima.gr
Κολλάει σαν γάντι ο προκείμενος στίχος από τους καβαφικούς «Τρώες» στη μεταδοτική πολιτική παράνοια των ημερών, με αφορμή την αποτύφλωση της ΕΡΤ. Οποιος, παρά ταύτα, προσβλέπει σε προσωπική διαφυγή από το αδιέξοδο, ας διαβάσει πρώτα επιμελώς τη δεύτερη στροφή από το, καβαφικό επίσης, ποίημα «Πόλις», σιτεμένο δεκάξι χρόνια, προτού δημοσιευτεί το 1910. Αντιγράφω:
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά ‘βρεις άλλες θάλασσες. / Η πόλις θα σ’ ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς / τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς· /και μες στα ίδια σπίτια αυτά θα ασπρίζεις. / Πάντα στην πόλη αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού – μην ελπίζεις· / δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. / Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ / στην κώχη τούτη τη μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Πάμε τώρα στους «Τρώες», συνθεμένους το 1900, δημοσιευμένους το 1905. Ποίημα πεντάστροφο, με ανισόστιχες στροφές, ενταγμένο στα εξ ολοκλήρου αρχαιόμυθα ποιήματα του Καβάφη. Μοιρασμένα σε τέσσερα ιλιαδικά («Πριάμου Νυκτοπορία», «Τα Αλογα του Αχιλλέως», «Η Κηδεία του Σαρπηδόνος», «Τρώες»), δύο οδυσσειακά («Δευτέρα Οδύσσεια» και «Ιθάκη»), δύο αισχυλικά («Οταν ο φύλαξ είδε το φως» και «Ναυμαχία») και ένα σοφόκλειο, εμπνευσμένο από τον Αίαντα («Τα δ’ άλλα εν Αδου τοις κάτω μυθήσομαι»).
Τα ομηρικά (έξι τον αριθμό, στα οποία ανήκουν και οι «Τρώες») δείχνουν ιδιαίτερη καβαφική προτίμηση για τα δύο διάσημα έπη: διπλάσια στην Ιλιάδα απ’ ό,τι στην Οδύσσεια. Ισως δεν είναι σύμπτωση ότι το πρώιμο ιλιαδικό (η «Πριάμου Νυκτοπορία») και το πρωιμότερο οδυσσειακό («Δευτέρα Οδύσσεια») είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα γλώσσα, χωρίς τούτο να μειώνει καθόλου την προδρομική τους σημασία και την ποιητική τους αυταξία.
Επιμένοντας στους καβαφικούς «Τρώες», υπογραμμίζω καταρχήν τον αλληγορικό τους χαρακτήρα, ομόλογο προς την αλληγορία της καβαφικής «Ιθάκης». Στη σύνταξη εξάλλου των «Τρώων» δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο το πρώτο πληθυντικό τους πρόσωπο, στο οποίο υποβάλλεται η προσωπική εμπειρία του ποιητή: Είν’ οι προσπάθειές μας των συφοριασμένων· / είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων. Μιλώντας προηγουμένως για αλληγορία, εννοούσα ακριβώς αυτή τη διπλή αναγωγή: από το προσωπικό στο συλλογικό επίπεδο, από το βιωματικό στο μυθολογικό, που λειτουργεί εδώ ως υπόδειγμα.
Κατά τα άλλα και σ’ αυτή την αλληγορική του δοκιμή ο Καβάφης επιβεβαιώνει την ταυτότητά του ως κατεξοχήν ποιητή-αναγνώστη και αναγνώστη-ποιητή. Τούτο διαφαίνεται στις τέσσερις διαδοχικές παραπομπές στο ιλιαδικό της πρότυπο.
Η πρώτη αναγνωρίζεται στη δεύτερη τρίστιχη στροφή (Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά. / Ο Αχιλλέας στην τάφρο εμπροστά μας / βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.), που συμπυκνώνει στίχους από τη δεκάτη ογδόη ραψωδία της Ιλιάδας (Σ 181-238). Οπου (παραφράζω βάναυσα, παραλείποντας δύο έξοχες παρομοιώσεις) ο ήρωας παρακινείται (με εντολή της Ηρας) από την Ιριδα, έστω και δίχως όπλα ακόμη, να βγει μπρος στο χαντάκι, και απωθώντας τους Τρώες που διασύρουν το νεκρό σώμα του Πατρόκλου, να το τραβήξει προς το μέρος του. Εκεί στημένος ο Αχιλλέας, προστατευμένος με την αιγίδα της Αθηνάς και φλογισμένος από θεία λάμψη, σέρνει τρεις φορές μια δυνατή κραυγή, που αφήνει εμβρόντητους τους Τρώες και τους παραλύει.
Η δεύτερη αναφορά στο ιλιαδικό πρότυπο εντοπίζεται στην τρίτη στροφή (προπάντων στον τελευταίο στίχο της: κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε), που εμφανίζει τους καβαφικούς Τρώες, γενναία αλλά μάταια, να αντιστέκονται. Οπως ο Εκτωρ στην αρχή της εικοστής δεύτερης ραψωδίας, παρά τη σπαραχτική έκκληση του Πριάμου και της Εκάβης να αποσυρθεί μέσα στα τείχη της Τροίας, για να σωθεί από το μένος του Αχιλλέα (Χ 25- 89).
Η τρίτη παραπομπή ανιχνεύεται στην επόμενη στροφή, όπου δραματοποιείται η ακάθεκτη φυγή των καβαφικών Τρώων, οι οποίοι, μπρος στη μεγάλη κρίση, τρέχουν ολόγυρα από τα τείχη, ελπίζοντας πως θα γλιτώσουν. Φυγή που παραφράζει το άγριο κυνηγητό του Εκτορα από τον Αχιλλέα τρεις φορές γύρω από τα τείχη της Τροίας· στην ίδια πάλι ραψωδία (Χ 130-166).
Η τέταρτη αποτυπώνεται στην πέμπτη και τελευταία στροφή των «Τρώων» (Ομως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω, / στα τείχη άρχισεν ήδη ο θρήνος. / Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κι αισθήματα. / Πικρά για μας ο Πρίαμος κι η Εκάβη κλαίνε), συμψηφίζοντας τους σπαραχτικούς θρήνους του πατέρα και της μάνας του νεκρού γιου, που ακούγονται στην εικοστή δεύτερη και στην εικοστή τέταρτη ιλιαδική ραψωδία.
Αφελές ίσως, αλλά ωφέλιμο υστερόγραφο: σπουδαίος σίγουρα ποιητής ο Κ. Π. Καβάφης αλλά και ιδανικός αναγνώστης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk