Παραγγελία από την κόλαση

Είχε καθήσει στο διπλανό τραπέζι ταυτόχρονα με εμάς. Σήκωσε το χέρι προς το μέρος της σερβιτόρας που κατέφθανε χαμογελαστή για να προφτάσει: «Δεσποινίς, από μένα πρώτα παραγγελία. Προηγούμαι των κυρίων!». Δεν μας έριξε ούτε ένα βλέμμα. Εχοντας καρφωμένα τα μάτια στο μενού ξεκίνησε τις ερωτήσεις

Παραγγελία από την κόλαση | tovima.gr

Είχε καθήσει στο διπλανό τραπέζι ταυτόχρονα με εμάς. Σήκωσε το χέρι προς το μέρος της σερβιτόρας που κατέφθανε χαμογελαστή για να προφτάσει: «Δεσποινίς, από μένα πρώτα παραγγελία. Προηγούμαι των κυρίων!». Δεν μας έριξε ούτε ένα βλέμμα. Εχοντας καρφωμένα τα μάτια στο μενού ξεκίνησε τις ερωτήσεις: «Είναι μεγάλες οι σαλάτες σας; Πόσο μεγάλες; Μισή μερίδα μπορώ να παραγγείλω; Ωραία… Θα μου αντικαταστήσετε την ντομάτα με αγγούρι; Χωρίς να το χρεώσετε παραπάνω. Και βάλτε μπόλικο λαδάκι, παρακαλώ. Και βαλσαμικό ξίδι, όχι λεμόνι. Ούτε αλάτι. Μόνο λίγο πιπέρι. Πολύ λίγο. Ενα κρακ του μύλου. Αυτά για αρχή. Να μου τα φέρετε και θα σας πω τι θέλω για συνέχεια. Γρήγορα όμως».

«Θα έχουμε δείπνο μετά παραστάσεως σήμερα» σχολίασε εις εκ των φίλων μου και στραφήκαμε προς την απαιτητική πελάτισσα, μια γυναίκα που θα μπορούσε να είναι από 45 ως 60 ετών, θα μπορούσε να είναι Ελληνίδα ή και ξένη, θα μπορούσε να είναι ελαφρώς παρανοημένη ή απλώς αποφασισμένη να κάνει τους γύρω της να παρανοήσουν. Η οποία ατένιζε το υπερπέραν τη στιγμή που η σερβιτόρα πλησίασε για να πάρει και τη δική μας παραγγελία. Δεν πρόφτασε. «Δεσποινίς, προτού σας παραγγείλουν οι κύριοι, ελάτε να τελειώνουμε τα δικά μας!».

Κανείς δεν τόλμησε να της φέρει αντίρρηση και ο δεύτερος γύρος ξεκίνησε: «Το φιλετάκι της πέρκας με τι το σερβίρετε; Οχι, δεν θέλω σαλάτα. Θέλω μόνο πατάτα βραστή. Δεν έχετε; Δεν μπορεί ο μάγειράς σας να μου ετοιμάσει μία; Μισή μάλλον, αν είναι μεγάλη. Χωρίς λεμόνι. Σκορδοβούτυρο έχετε; Να μου φέρετε. Και όταν θα είμαι στα μισά της σαλάτας, να βάλετε στη φωτιά το ψάρι. Φέρτε μου τώρα μια κόκα-κόλα με πάγο. Λίγο πάγο, όχι όλο το ποτήρι, ένα-δύο παγάκια. Μην αργείτε, πεινάω. Και η σαλάτα τι γίνεται;». «Την κόβουν». «Από πού, από το κτήμα; Τέλος πάντων. Μην αργείτε».

Δεν άργησε. Εδωσε τη νέα παραγγελία της κυρίας, πήρε τσάκα τσάκα τη δική μας και την ώρα που έφερνε τα αναψυκτικά μας, ξεκίνησε ο τρίτος γύρος: «Δεσποινίς, τι θα γίνει με αυτή τη σαλάτα, κόκαλα έχει;». «Κυρία μου, έτοιμη είναι, ένα λεπτό μόνο, να εξυπηρετήσω και τους κυρίους». «Προηγούμαι και είμαι ακόμη νηστική!». Πήγα να αντιδράσω, ο Θάνος, όμως, με συγκράτησε: «Μη δίνεις σημασία!». «Πώς να μη δίνω…». «Αφήστε», μου είπε σχεδόν ψιθυριστά και η κοπέλα, η οποία αντιλήφθηκε τον εκνευρισμό μου, και επέστρεψε στην κουζίνα για να εμφανιστεί ξανά σε δύο λεπτά, με τη μισή σαλάτα στο χέρι. «Ορίστε!». «Επιτέλους! Το ψάρι μου πού είναι;». «Ζητήσατε να το βάλουμε αργότερα». «Τώρα να το βάλετε και να μην ξεχάσετε το σκορδοβούτυρο. Και όχι αλάτι. Ούτε λεμόνι. Πείτε στον μάγειρα να μην το πολυψήσει και το ξεράνει».

Απομείναμε να την παρακολουθούμε να υποβάλλει τη σερβιτόρα στα μαρτύρια του Ταντάλου, του Ιώβ και όλων όσοι υπέφεραν στην ελληνική μυθολογία, στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη μαζί. Ηταν μια παράσταση θεάτρου του παραλόγου, μια τραγικωμωδία που, όσο και αν φαίνεται τραβηγμένη από τα μαλλιά, εκτυλίχθηκε ακριβώς όπως την περιγράφω. Με την πελάτισσα να μην αφήνει την υπάλληλο σε χλωρό κλαρί: «Δεσποινίς, λίγο βαλσαμικό ακόμη», «Θα έρθει επιτέλους το ψάρι μου;», «Και άλλο σκορδοβούτυρο, παρακαλώ». «Δεσποινίς, ψωμί, αν μπορείτε φρυγανισμένο». «Σκορδοβούτυροοο!». «Μήπως υπάρχει horseradish;». «Χαρτοπετσέτα, παρακαλώ! Και το σκορδοβούτυρό μου, πριν κρυώσει το ψωμί!». Ημουν έτοιμος να πάρω το δικό μας σκορδοβούτυρο και να της το δώσω να το καταπιεί μαζί με το πορσελάνινο μπολάκι του, ο Θάνος, όμως, με συγκράτησε και πάλι. «Ηρεμα». «Κοντεύει να την τρελάνει την κοπέλα, κάποιος πρέπει να την υπερασπιστεί». «Δουλειά της είναι». «Δουλειά της; Ως σερβιτόρα εργάζεται, δεν είναι εβραία υπηρέτρια στη λέσχη αξιωματικών του Αουσβιτς». «Ας πληρώσουμε να φύγουμε». «Οχι πριν από το δραματικό φινάλε, εκεί που η σερβιτόρα θα ανέβει στο τραπέζι και θα της κόψει την καρωτίδα με το μαχαίρι για το ψάρι. Θέλω να το χειροκροτήσω».

Ομως το δραματικό φινάλε δεν ήρθε ποτέ. Μόνο κάποια στιγμή η πελάτισσα-ψυχοβγάλτης σκούπισε τα χείλη της και φώναξε για νιοστή φορά το θύμα της. «Παγωτό έχετε;». «Κρέμα, σοκολάτα και φράουλα». «Δικό σας;». «Δεν το φτιάχνουμε εμείς, το παραγγέλνουμε όμως από ένα πολύ καλό εργαστήριο». «Μια μπάλα θέλω, κρέμα, αλλά γρήγορα». Σε δύο λεπτά το επιδόρπιο κατέφθανε στο τραπέζι της για να επιστραφεί ως… ανεπαρκές: «Σαντιγί;» (με την παχιά, γαλλική προφορά). «Δεν ζητήσατε». «Ζητώ τώρα. Δεν τη χρεώνετε επιπλέον…». «Οχι!». «Βάλτε μπόλικη, γρήγορα, γιατί το παγωτό λιώνει. Και βγάλτε το κερασάκι, δεν το τρώω. Προτιμώ τριμμένο αμύγδαλο». Η κοπέλα είχε γίνει πιο κόκκινη από το κερασάκι της κορυφής και πάλι, όμως, δεν αντέδρασε. Εξυπηρέτησε, έφερε τον λογαριασμό, πληρώθηκε… «Δεν της άφησε φιλοδώρημα η τσιγκούνα» σχολίασα. «Θα της αφήσουμε εμείς», είπε ο Θάνος και έβγαλε πέντε ευρώ: «Τέτοια παραστασάρα παρακολουθήσαμε, χαλάλι της!». Αποχωρώντας, ευχαρίστησα την τύχη μου την καλή που δεν με έκανε σερβιτόρο. Δύο τέτοιες πελάτισσες και θα έτρωγα ισόβια. Γιατί ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Πάντα;

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk