Ο «αποκηρυγμένος» Βάγκνερ δικαιώνεται

Αν το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ αποτελεί κάθε χρόνο ένα από τα σημαντικότερα θερινά «ραντεβού» των απανταχού φιλόμουσων, η εφετινή 200ή επέτειος από τη γέννηση του Βάγκνερ επιτείνει την προσμονή. Και όχι άδικα: η παρουσίαση των τριών πρώτων έργων του συνθέτη – τα οποία ο ίδιος είχε «αποκηρύξει» ως «παιδικά» και «ανώριμα» – προκαλεί πραγματική έκπληξη.

Αν το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ αποτελεί κάθε χρόνο ένα από τα σημαντικότερα θερινά «ραντεβού» των απανταχού φιλόμουσων, η εφετινή 200ή επέτειος από τη γέννηση του Βάγκνερ επιτείνει την προσμονή. Και όχι άδικα: η παρουσίαση των τριών πρώτων έργων του συνθέτη – τα οποία ο ίδιος είχε «αποκηρύξει» ως «παιδικά» και «ανώριμα» – προκαλεί πραγματική έκπληξη.
Ωστόσο, οι «ορθόδοξοι» βαγκνερικοί θα αποφύγουν το σοκ: οι «Νεράιδες» («Die Feen»), η «Απαγόρευση της αγάπης» («Das Liebesverbot») και ο «Ριέντσι» θα παρουσιαστούν εκτός του επισήμου πλαισίου της διοργάνωσης, ως προφεστιβαλικές εκδηλώσεις, το πρώτο μισό του Ιουλίου και δη σε ένα μέρος που έχει συνδεθεί με συναυλίες ροκ και γενικότερα πιο «λαϊκού» χαρακτήρα εκδηλώσεις: στη χωρητικότητας 3.500 θέσεων Oberfrankenhalle. Το πρώτο έργο θα παρουσιαστεί σε συναυλιακή μορφή, αλλά τα δύο επόμενα σε πλήρη σκηνικά ανεβάσματα, σε συνεργασία με την ιστορική ορχήστρα Gewandhaus και την Οπερα της Λειψίας.
Ο λόγος που η παρουσίαση των πρώιμων αυτών έργων στο Μπαϊρόιτ θα μπορούσε να προκαλέσει την «οργή» των ακραιφνών βαγκνερικών είναι προφανής: ο συνθέτης έχτισε το θέατρο του Φεστιβάλ για τα ώριμα αριστουργήματά του και κυρίως τη μνημειώδη «Τετραλογία» και τον «Πάρσιφαλ», ενώ η πρώτη διοργάνωση έγινε το 1876. Μετά τον θάνατό του, το 1883, η χήρα του Κόζιμα, η οποία ανέλαβε την ευθύνη του Φεστιβάλ, σεβάστηκε την επιθυμία του να παίζονται εκεί τα έργα που συνέθεσε από τον «Ιπτάμενο Ολλανδό» και μετά και έτσι οι πρώτες όπερες παρέμειναν στη σκιά. Βαθμιαία οι φανατικοί οπαδοί της μουσικής του αποδέχθηκαν την καλλιτεχνική «αποκήρυξη» του ίδιου του συνθέτη. Οπως μάλιστα θυμίζουν συγκεκριμένα οι «New York Times» σε πρόσφατο δημοσίευμά τους, ο Φρέντερικ Σποτς, συγγραφέας της Ιστορίας του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, χαρακτήρισε τις «Νεράιδες» και την «Απαγόρευση της αγάπης» έργα «τα οποία δεν μπορούν να παρασταθούν». Ωστόσο, ο κριτικός της εφημερίδας αντικρούει την εν λόγω άποψη υποστηρίζοντας πως, «ανεξάρτητα από τα όποια μειονεκτήματά τους, η αδυναμία ανεβάσματος δεν εντάσσεται σ’ αυτά…».
Η αλήθεια είναι ότι υπήρξε μια εποχή κατά την οποία ο Βάγκνερ αποτιμούσε θετικά τις πρώτες του αυτές όπερες – γραμμένες όταν ο ίδιος βρισκόταν ακόμη στη δεκαετία των 20 χρόνων του – για την «κοσμοπολίτικη» μουσική ματιά που του είχαν προσφέρει. Οι «Νεράιδες» είναι μια γερμανική ρομαντική όπερα στα χνάρια του Βέμπερ και ο «Ριέντσι» μια γαλλική, μεγάλη όπερα με επιρροές από τον Μέγερμπεερ. Οσο για την «Απαγόρευση της αγάπης» – βασισμένη στο σαιξπηρικό «Με το ίδιο μέτρο» – ο Βάγκνερ τη θεωρούσε μια ιταλική κωμωδία.
Οπως σημειώνουν και πάλι οι «Times» της Νέας Υόρκης, ο Βάγκνερ κατά πάσα πιθανότητα θεωρούσε πως ο κοσμοπολιτισμός του αυτός θα τον βοηθούσε όταν πήγαινε στο Παρίσι, το 1839, με σκοπό να κατακτήσει μουσικά την πόλη, όπως είχε καταφέρει να κάνει ο συμπατριώτης του Μέγερμπεερ. Αποσπάσματα από την «Απαγόρευση της αγάπης» παρουσιάστηκαν δοκιμαστικά – εν είδει οντισιόν – στην Οπερα του Παρισιού, με τη μουσική να χαρακτηρίζεται από πνευματικούς κύκλους της πόλης «χαριτωμένη». Ο Βάγκνερ στήριξε τις μεγαλύτερες ελπίδες του στον «Ριέντσι» αλλά η πραγματικότητα ήταν μάλλον απογοητευτική: κανένα από τα δύο έργα δεν κατόρθωσε να «εξασφαλίσει» το εισιτήριο για την Οπερα του Παρισιού, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα ο Βάγκνερ να παραμείνει επί δυόμισι χρόνια στη γαλλική πρωτεύουσα γράφοντας άρθρα και κάνοντας μουσικές προσαρμογές έργων άλλων συνθετών προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Για πολλούς η πικρία που βίωσε στη διάρκεια αυτού του διαστήματος όχι μόνο τον έσπρωξε εναντίον της Γαλλίας αλλά και τόνωσε τον πολυσυζητημένο αντισημιτισμό του καθώς ο Μέγερμπεερ που ήταν εβραίος ενσάρκωνε γι’ αυτόν ένα μουσικό κατεστημένο το οποίο τον είχε απορρίψει.
Η πραγματικότητα είναι πάντως ότι ο Μέγερμπεερ βοήθησε τον Βάγκνερ προτείνοντας, μεταξύ άλλων, τον «Ριέντσι» στην Οπερα της Δρέσδης. Η εξαιρετικά επιτυχημένη πρεμιέρα του το 1984 οδήγησε στον διορισμό του ως Kapellmeister εκεί, ενώ η ίδια η όπερα έμελλε να αποβεί μία από τις πλέον επιτυχημένες του συνθέτη. Αντιθέτως, οι «Νεράιδες» δεν ανέβηκαν ποτέ στη διάρκεια της ζωής του Βάγκνερ και η «Απαγόρευση της αγάπης» είχε ένα εξαιρετικά άτυχο ανέβασμα όπου ο πρωταγωνιστής έχασε τα λόγια του και αναγκάστηκε να αυτοσχεδιάσει…

Πρωτοπόρο έργο ο «Ιπτάμενος Ολλανδός»
Με την επιστροφή του στη Γερμανία ο Βάγκνερ άρχισε να προσανατολίζεται και να προβάλλει τον εαυτό του ως πρωτοπόρο ενός νέου είδους γερμανικής όπερας με πρώτο έργο στη συγκεκριμένη κατεύθυνση τον «Ιπτάμενο Ολλανδό». Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και ο εξαιρετικά επιτυχημένος «Ριέντσι» δεν ταίριαζε στα νέα σχέδια του συνθέτη λόγω των σχέσεών του με το παρελθόν και κυρίως με τη Γαλλία. Οπως χαρακτηριστικά σημειώνουν οι «Times», «τόσο η συγκεκριμένη όπερα όσο και οι δύο προγενέστερες ήταν άσχετες με τον καλλιτέχνη στον οποίο ο Βάγκνερ μετατρεπόταν και εμπόδιο στην προβολή της εικόνας αυτής στο κοινό…».

πότε & πού:
Το πρώτο έργο θα παρουσιαστεί σε συναυλιακή μορφή, αλλά τα δύο επόμενα σε πλήρη σκηνικά ανεβάσματα, σε συνεργασία με την ιστορική ορχήστρα Gewandhaus και την Οπερα της Λειψίας

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk